Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Άσμα Ασμάτων«/ Μελέτη, μετάφραση από τα εβραϊκά: Ερνέστ Ρενάν (Μετάφραση, Εισαγωγή, Επίμετρο: Ιφιγένεια Μποτουροπούλου), εκδ. Στερέωμα, 2023

Απόσπασμα από την Εισαγωγή

Tο Άσμα Ασμάτων (Shir hashshirim [εàρ.] = «το πιο ωραίο απ’ όλα τα τραγούδια») ανήκει στα Ποιητικά Βιβλία
της Παλαιάς Διαθήκης, μαζί με τον Ιώβ, τους Ψαλμούς, τις Παροιμίες και τον Εκκλησιαστή. Ο τίτλος του, που σημαίνει «Το κατεξοχήν Άσμα», δείχνει ότι είναι ένα από τα καλύτερα έργα της εàραϊκής ποίησης. Αποδίδεται, σύμφωνα με την επικρατέστερη ιουδαϊκή και χριστιανική εκδοχή, στον βασιλιά Σολομώντα,  οποίος βασίλευσε τον 10ο αιώνα π.Χ. (961-922). Το Άσμα Ασμάτων αποτέλεσε, και συνεχίζει να αποτελεί και στις μέρες μας, ένα άλυτο μυστήριο όσον αφορά την πατρότητα και το περιεχόμενό του, τόσο για τους θεολόγους και τους φιλολόγους, τους ιστορικούς και τους εθνολόγους, όσο και για τους λογοτέχνες και τους κριτικούς λογοτεχνίας, αλλά και τους παντός είδους σχολιαστές και ερμηνευτές κειμένων. Αναρίθμητες είναι οι υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με το ερώτημα πώς ένα κείμενο με το συγκεκριμένο ύφος και περιεχόμενο συγκαταλέγεται στα ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι παραμένουν, ακόμα και σήμερα, σκοτεινά τα σημεία που αφορούν τη φύση του, το νόημά του, ακόμα και τη διάταξή του και είναι ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδεται στο κείμενο αυτό τόσο από την επίσημη θρησκεία, όσο και από τον κόσμο της λογοτεχνίας. Οφείλουμε, επιπλέον, να επισημάνουμε και το ενδιαφέρον των εικαστικών καλλιτεχνών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το Άσμα Ασμάτων κατά κόρον ως πηγή έμπνευσης στα έργα τους, καθώς και το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών στον
χώρο της μουσικής.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μπαλλάντες αλλόκοτες και όμορφες (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Με τους τσιγγάνους

Τσιγγάνοι τρεις σταθήκανε στην πύλη εμπρός την ανοιχτή,
τραγούδι πιάσανε γλυκό, μια στα ψηλά, μια χαμηλά,
και η κυρά στο κάστρο της, που’ταν απ’ ώρα καθιστή,
μόλις τους άκουσε κρυφά, σα χιόνι της λιώσαν την καρδιά.

Τραγούδησαν πολύ σιγά, τραγούδησαν και δυνατά,
που απ’ τα μάτια της τα δυο, τα δάκρυα έτρεχαν σωρό,
το φόρεμα της έβγαλε και όλα της τα μεταξωτά,
κι άφησε κάτω το λαμπρό, το δαχτυλίδι το χρυσό.

Κι απ’ τα πόδια, τα ψηλά τακούνια πέταξε με βιά,
που’ταν φτιαγμένα μ’ ακριβό, βαμμένο δέρμα ισπανικό,
κι έτσι ξυπόλητη γυρνά, με τα δυο πόδια της γυμνά,
στο δρόμο έξω περπατά, μέσ’ στη βροχή και τον καιρό.

-Τη σέλα φέρτε μου να βγω, και τ’ άλογό μου το πιστό,
φοράδα ζέψτε μου μικρή, πουν’ απ’ το γάλα πιο λευκή,
παντού καβάλα θα γυρνώ, ώσπου τη νύφη μου να βρω,
περάσανε τσιγγάνοι τρεις και μου την πήρανε μαζί.

Καβάλα πέρασε βουνά, καβάλα και τα πεδινά,
καβάλα πόλη και χωριό, καβάλα δάσος σκοτεινό,
δε σταματάει πουθενά, μέχρι που βλέπει την κυρά,
με τρεις τσιγγάνους στο χορό, σ’ ένα λιβάδι ανοιχτό.

-Τι άφησες το σπίτι σου, τι άφησες όλη σου τη γη,
τι έφυγες και άφησες πίσω σου τέτοιον θησαυρό;
Τι άφησες τον άντρα σου, που μόλις είχες παντρευτεί,
με τους τσιγγάνους για να πας, που σ’ έφεραν μέχρι εδώ;

-Και τι με νοιάζει το σπίτι μου, και τι με νοιάζει όλη η γη,
και τι με νοιάζει π’ άφησα πίσω μου τέτοιον θησαυρό;
Και τι με νοιάζει ο άντρας μου, που μόλις είχα παντρευτεί,
με τους τσιγγάνους για να πάω, που μ’ έφεραν μέχρι εδώ!

-Εχτές το βράδυ έγειρες σε στρώμα επάνω απαλό,
που σε κρατούσε στα ζεστά, με χήνας φτιάχτηκε φτερά
κι απόψε εδώ θα κοιμηθείς, σε κρύο λιβάδι ανοιχτό,
με τους τσιγγάνους καταγής, χωρίς στρωσίδια και φωτιά.

-Και τι με νοιάζει αν δεν κοιμηθώ σε στρώμα επάνω απαλό,
με χήνας που φτάχτηκε φτερά και με κρατούσε στα ζεστά.
Απόψε εγώ θα κοιμηθώ, σε κρύο λιβάδι ανοιχτό,
κι ούτε με νοιάζει η φωτιά, με τους τσιγγάνους αγκαλιά!

(Παραδοσιακό Σκωτίας/Ιρλανδίας)

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μπέντζαμιν Ζεφανάια (1958 – 2023), Τρία ποιήματα (Μετάφραση- Επίμετρο: Δήμητρα Φιλιπποπούλου)

Το λάθος τραγούδι

 

Το σπίτι σου

γκρεμίζεται,

στα πόδια σου

χωράς,

δεν έχεις

τίποτα

να φας.

Μην ανησυχείς,

χαμογέλα.

 

Το ψάρι σου

πνίγηκε,

σύννεφο

γίνηκε.

Ψάχνεις

αλλά δεν

έχεις λεφτά.

Μην ανησυχείς,

χαμογέλα.

 

Δεν έχεις

πού

να παίξεις,

μόνο μπαλκόνια

και

λεωφόρους να τρέξεις.

Μην ανησυχείς,

χαμογέλα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τσαρλς Ντίκενς, «Το νόημα των Χριστουγέννων καθώς μεγαλώνουμε» (μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου)

Από το βιβλίο «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» (Εκδόσεις Κοβάλτιο, 2023).

Μετάφραση: Αγγελική Κορρέ, Βασίλης Λαλιώτης, Λαμπριάνα Οικονόμου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

 

Η έκδοση περιλαμβάνει:

Τσαρλς Ντίκενς: Το νόημα των Χριστουγέννων καθώς μεγαλώνουμε

Αντόνιο Πέδρο ντε Αλαρκόν: Η Παραμονή του ποιητή

Γουίλα Κάθερ: Τα Χριστούγεννα του διαρρήκτη                                          

Λ. Μ. Μοντγκόμερυ: Μια χριστουγεννιάτικη έμπνευση

Γιόζεφ Ροτ: Χριστούγεννα στην Κοχινκίνα

Λεβ Τολστόι: Τα ιδιαίτερα Χριστούγεννα του μπαρμπα-Πανόφ

Χανς Φάλαντα: Πενήντα μάρκα και Καλά Χριστούγεννα

 

 

********************************************************************************************

 

 

Υπήρχε μια εποχή ―για τους περισσότερους, έστω― όπου η μέρα των Χριστουγέννων περιέκλειε όλο μας τον μικρόκοσμο σαν ένας μαγικός δακτύλιος μες στον όποιο νιώθαμε να μην μας λείπει τίποτα: χωρούσε όλες τις χαρές, τη θαλπωρή και τις ελπίδες του σπιτιού μας· μάζευε τους πάντες και τα πάντα γύρω από το χριστουγεννιάτικο τζάκι, και αυτή η εικόνα φώτιζε περίλαμπρη στα έκθαμβα παιδικά μας μάτια.

Έπειτα ήρθε μια εποχή ―δεν άργησε καθόλου― όπου η σκέψη μας δραπέτευε από αυτό τον μικρόκοσμο· όπου κάποιος (πολύ αγαπημένος μας ―έτσι νομίζαμε τότε―, πολύ όμορφος και υπέροχος) έλειπε για να ολοκληρωθεί η ευτυχία μας· όπου κι εμείς λείπαμε (ή έτσι νομίζαμε ― που εντέλει είναι ακριβώς το ίδιο) από το χριστουγεννιάτικο τζάκι πλάι στο οποίο καθόταν αυτός ο κάποιος· όπου είχαμε συνδέσει κάθε χαρά στη ζωή με αυτό τον κάποιο.

Ήταν η εποχή των Χριστουγέννων με τα φωτεινά οράματα που έχει σβήσει από τα μάτια μας και διαγράφεται αμυδρά σαν την ίριδα μετά τη θερινή βροχή. Ήταν η εποχή της αθώας ευδαιμονίας για όσα ήταν να γίνουν και δεν έγιναν ποτέ· και όμως, ήταν τόσο πραγματικά υπό το πρίσμα της ακλόνητης προσδοκίας μας, ώστε μετά δυσκολίας θα βρίσκαμε ―έκτοτε― ένα πραγματικό γεγονός που να το βιώσαμε πιο έντονα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Mπαλάντες αλλόκοτες και όμορφες (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Τα δυο κοράκια

Όπως μια μέρα μοναχός μου περπατούσα,
άκουσα δυο κοράκια, που από ψηλά μιλούσαν.
Ρωτάει το ένα κοράκι τ’ άλλο το διπλανό,
σήμερα πού θα πάμε να βρούμε φαγητό;

– Στην πράσινη την τάφρο που βλέπεις πέρα ‘κει,
ξέρω έναν νέο ιππότη, όπου έχει σκοτωθεί.
Κανείς όμως δεν ξέρει, πού βρήκε τα στερνά του,
μόν’ το γεράκι, το σκυλί κι η όμορφη κυρά του.

Το σκυλί του στο κυνήγι μ’ άλλους τώρ’ έχει τραβήξει,
το γεράκι τ’ αγριοπούλια πίσω σπίτι θα γυρίσει,
κι η όμορφη κυρά του άλλον άντρα έχει πάρει,
κι έτσι σε μας θα μείνει το γλυκό του το κουφάρι.

Συ θα καθήσεις πάνω στα στήθια τα λευκά,
όσο εγώ του βγάζω τα μάτια του τα γαλανά,
με μια μπούκλα απ’ το μαλλί του το χρυσό,
θα κλείσω στη φωλιά μας, που χάσκει ένα κενό.

Ίσως γι αυτόν βρεθούνε να κλάψουνε πολλοί,
κανείς δεν ξέρει όμως, πού έχει κοιμηθεί.
Κι όταν τα άσπρα οστά του, θα μείνουνε γυμνά,
πάνω τους ο αέρας θε’ να φυσάει παντοτινά.

(Παραδοσιακό Σκωτίας)

Διαβάστε περισσότερα