«Ανθολόγηση Jacques Prévert» (Εισαγωγή- Επιλογή – Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)- Α’ ΜΕΡΟΣ

 

«Ανθολόγηση Jacques Prévert» (Εισαγωγή- Επιλογή – Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)- Β’ ΜΕΡΟΣ

 

 

 

HISTOIRES – ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

 

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

(LES CLEFS DE LA VILLE)

Τα κλειδιά της πόλης
Είναι αίμα κηλιδωμένα
Ο ναύαρχος κι οι αρουραίοι
Εγκατέλειψαν το καράβι
Εδώ και καιρό
Αδελφή Άννα, αδελφή μου Άννα
Δε βλέπεις τίποτα να έρχεται
Βλέπω στη δυστυχία το γυμνό πόδι ενός παιδιού
Και τη καρδιά του καλοκαιριού
Κιόλας μαγκωμένη στους πάγους του χειμώνα
Βλέπω στη σκόνη απ’ τα χαλάσματα του πολέμου
Ιππότες της βαριάς βιομηχανίας
Καβάλα στους αξιωματικούς του ελαφρού ιππικού
Πού παρελαύνουν κάτω από την αψίδα
Με μια μουσική τσίρκου
Και τους αρχισιδηρουργούς
Τους αρχιχορευτές
Να διευθύνουν μια καντρίγια
Ακίνητη και παγωμένη

Εκεί πού φτωχοφαμίλιες
Όρθιες μπροστά στο μπουφέ
Κοιτάνε αμίλητες τους λεύτερους αδερφούς τους
Τους λεύτερους αδερφούς τους
Πάλι απειλημένους
Από έναν κόσμο γερασμένο ξεκούτη και βαρίδι

 

Και σένα βλέπω Μαριάν
Φτωχή μου αδερφούλα
Κρεμασμένη ακόμα μια φορά
Στο σκοτεινό γραφείο της ιστορίας
Στολισμένη της Λεγεώνας της Τιμής
Και βλέπω
Μούσι μπλέ άσπρο κόκκινο
Ατάραχο και χαμογελαστό

Να παραδίνει τα κλειδιά της πόλης
Τα κλειδιά κηλιδωμένα αίμα
Στους μεγάλους υπηρέτες της Τάξης
Της τάξης των δυνατών του χρήματος.

 

**

Ο ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΕΝΟΣ

(LE FUSILLÉ)

Τα λουλούδια οι κήποι οι πίδακες τα γέλια
Και η γλύκα της ζωής
Ένας άνθρωπος είναι εκεί καταγής
και κολυμπάει στο αίμα του
Οι αναμνήσεις τα λουλούδια οι πίδακες οι κήποι
Τα παιδικά όνειρα
Ένας άνθρωπος είναι εκεί καταγής σαν ένα ντουβάρι πού κλαίει
Τα λουλούδια οι πίδακες οι κήποι οι αναμνήσεις
Και η γλύκα της ζωής
Ένας άνθρωπος είναι εκεί καταγής σαν ένα παιδί πού κοιμάται.

 

**

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΡΕΛΛΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

(LE GARDIEN DU PHARE AIME TROP LES OISEAUX)

Χιλιάδες τα πουλιά πετάνε στις φωτιές
χιλιάδες πέφτουν χιλιάδες τρακάρουν
χιλιάδες τυφλωμένα χιλιάδες τελειωμένα
χιλιάδες πεθαμένα

Ο φύλακας τέτοια δεν αντέχει
τα πουλιά αγαπάει τρελά
και λέει λοιπόν Τόσο κρίμα σκοτίστηκα!

Και σβήνει τα πάντα

Μακριά ένα καράβι φορτηγό ναυαγεί
ένα φορτηγό πού ’ρχεται από τα νησιά
ένα φορτηγό φορτωμένο πουλιά
χιλιάδες των νησιών πουλιά
χιλιάδες πνιγμένα πουλιά.

 

**

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

(IL FAUT PASSER LE TEMPS)

Νομίζουμε είναι εύκολο
το να μη κάνεις τίποτα
κατά βάθος είναι δύσκολο
είναι δύσκολο σαν κάθε τι
να περάσει ο καιρός
είναι όλη η δουλειά
να περάσει ο καιρός
είναι μια τιτάνια δουλειά

Αχ!

Απ’ το πρωί ως το βράδυ
τίποτα δεν έκανα
τίποτα
α! τι κοροϊδία
απ’ το πρωί ως το βράδυ
απ’ το βράδυ ως το πρωί
έκανα το ίδιο πράμα
τίποτα δεν έκανα
είχα τα μέσα
αχ! τι θλιμμένη ιστορία
θα μπορούσα να είχα τα πάντα
ναι
ό,τι θα ήθελα
αν θα το ήθελα
θα το είχα
αλλά τίποτα δεν ποθούσα
τίποτα

Μια μέρα παρ’ όλα αυτά
είδα ένα σκύλο
αυτό το σκύλο που γούσταρα τον είχα
ήτανε μεγάλος σκύλος
ένας ποιμενικός
αλλά το μαύρο το ζώο
πόσο βαριότανε
βαριότανε τ’ αφεντικό του
ένα γερο-Σκωτσέζο
αγόρασα τ’ αφεντικό του
είχα τον τρόπο
α!

τι γελοιότητα
ω!
τι γελοίος Σκωτσέζος
ο ποιμένας του σκυλιού μου
ολημερίς έκλαιγε
ολονυχτίς λιγοθυμούσε
α!
τελείως τρελό
ο Σκωτσέζος έσβηνε
ν’ ακούσει τίποτα δεν ήθελε
να κρεμαστεί έλεγε
Καλύτερα τα πρόβατα μου θέλω
τραγούδαγε σκωτσέζικα
και ο σκύλος γάβγιζε
ακούγοντας τον να τραγουδάει
είχα τον τρόπο
αγόρασα τα πρόβατα
τα έβαλα στο σαλόνι μου
βόσκαγαν στα χαλιά μου
και μετά έσκαγαν από πλήξη
και στον τάφο τ’ ακολούθησε ο Σκωτσέζος
αχ!
κι ο σκύλος επίσης

Τότε ήταν πού αναχώρησα για κρουαζιέρα
Για-να-ηρεμήσω τα νευράκια-μου.

 

**

SOLEIL DE NUIT – ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΣΩΣΙΩΝ

(LE PAYS DES SOSIES)

Είναι μια χώρα πολύ μακρινή
που κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται
το μόνο πού ξέρει
είναι ότι τα πράσινα φυτά
είναι πιο πράσινα από αλλού
και ότι τα μάτια των όμορφων κοριτσιών
έχουν όλα το ίδιο χρώμα
εκεί κάτω από το γαλάζιο τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος μαζεύεται
όλος ο κόσμος μοιάζει
πλήρως ακατανόητο

Ο φαρμακοποιός έχει το ίδιο πρόσωπο
με τον φούρναρη
και όταν παίρνουν ένα γράμμα
είναι ο γιατρός
πού μοιάζει με τον ταχυδρόμο
πού μόλις σας το ’φερε

Στο μαγαζί του όταν ο κομμωτής
ξυρίζει πελάτη
και ξαφνικά τον κόβει
από αδεξιότητα
αμέσως παίρνει φόβο
και το βάζει στα πόδια τσιρίζοντας:
εντάξει κόπηκα
ήταν να γίνει

 

Γερνάνε όλοι μαζί
έχουν τους ίδιους έρωτες
όλοι μοιάζουν όλοι συναθροίζονται
γεννήθηκαν την ίδια μέρα

Αυτός πού δεν πλήρωσε στην ώρα του
και μοιάζει με τον κλητήρα
πάει ν’ απαλλοτριώσει τον ιδιοκτήτη του
που του μοιάζει σαν αδελφός

και όταν ο συμβολαιογράφος
θέλει να αυτοκτονήσει
τραβάει το περίστροφο
κατά του ζαχαροπλάστη
και γυρίζει στις υποθέσεις του
ως συνήθως

η γυναίκα του ζαχαροπλάστη
νομίζει ότι σκοτώσανε τον μπακάλη
και πηγαίνει στο θέατρο
με τον κλειδαρά

στο θέατρο ο προδότης
έχει την ίδια φάτσα
με τον ζεν πρεμιέ
και ο υποβολέας
σαν αδελφή με αδελφή
μοιάζει με τον πυροσβέστη
πού έχει ίδια φάτσα
με τον εμπρηστή
πού μοιάζει με τον γαλατά
η τελευταία πράξη
μοιάζει τόσο με την πρώτη
πού άρα δεν παίζεται ποτέ

 

το έργο τελειώνει αμέσως
πριν καν ξεκινήσει
και όταν τελειώσει το έργο
όλοι πάνε στο βεστιάριο
αλλά στο δρόμο
είναι ο βιβλιοθηκάριος
πού πήρε τη χλαίνη
του στρατιωτικού
και το κοράκι
το σκούφο του ζαχαροπλάστη

Όλοι γερνάνε μαζί
έχουν τους ίδιους έρωτες
μοιάζουν μαζεύονται
γεννήθηκαν την ίδια μέρα

Όταν ένας φαντάρος καβαλάει
τον τοίχο
η τη κοπανάει χωρίς άδεια
είναι ο στρατηγός
πού θα τη πλακοστρώσει

ο δαμαστής μοιάζει με το λιοντάρι
και η ταινία
με τον κτηνίατρο
ο πρόεδρος του δικαστηρίου
με το άλογο του ίλαρχου

Αυτό πού δεν είναι καθόλου μπανάλ
είναι το δικαστήριο
ο δήμιος και οι ένορκοι μοιάζουν
σαν δεκατρείς σταγόνες νερό
και ο κατάδικος κι ο δικαστής
σαν δυο δίδυμοι
λοιπόν όταν κόβουν ένα κεφάλι
δεν ξέρεις ποτέ
ποιανού κεφάλι είναι
δεν ξέρεις ποιος το έκοψε
μάλιστα όταν κανείς δεν κόβει

Γερνάνε όλοι μαζί
έχουν τους ίδιους έρωτες
μοιάζουν μαζεύονται
γεννήθηκαν την ίδια μέρα

Είναι η χώρα των σωσιών
εκεί κάτω από ένα γαλάζιο ουρανό
απέραντης ηδύτητας
οι γυναίκες μοιάζουν
σαν αδελφές
και οι άντρες
περίεργο
έχουν την ίδια όψη
το ίδιο χρώμα ματιών

Είναι μια χώρα πολύ μακρινή
που κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται
το μόνο πού ξέρει
είναι ότι τα πράσινα φυτά
είναι πιο πράσινα από αλλού
από τα ορθάνοιχτα παράθυρα
βλέπεις τον ουρανό ατέλειωτο γαλάζιο
όλοι μοιάζουν
όλως περιέργως
είναι μια χώρα ακατανόητη
είναι η χώρα των σωσιών
εγώ πού πήγα εκεί
δεν έμεινα
παρόλα όσα αγαπώ
δεν ξαναγύρισα.

 

**

NUIT BLANCHE

(ΛΕΥΚΗ ΝΥΧΤΑ)

Από πάντα
όλη τη νύχτα
η νύχτα έχει ραντεβού με την ημέρα
Αλλά κάθε νύχτα
Από πάντα
υποχρεώνεται να φύγει πριν από αυτή

Καβάλα σ’ ένα άλογο
ένας καβαλάρης
με μεγάλο καλπασμό καλπάζει
καλπάζει σε μια αλέα,
βγάζει κραυγές σπαρακτικές
το τοπίο καταθλιπτικό
αλλά το εκπληκτικό
το άλογο σιωπά
Ποιο είναι λοιπόν το άλογο αυτό
Ποιος είναι ο καβαλάρης
αυτός ο καβαλάρης πού ιππεύει
που ιππεύει σε μια αλέα;

Καβάλα σ’ ένα άλογο
ένας καβαλάρης
το άλογο είναι μουλάρι
και παρόλο πού ’ναι αχυροταϊσμένο
και ο άντρας ο καλός Αρθούρος
ο γιός του μεγάλου κιγκαλέρη
χθες για την ωραία Ούρσουλα
χθες για την ωραία Ούρσουλα
ο δύστυχος ο δύστυχος πνίγηκε
και γιατί λοιπόν αυτό το μουλάρι
και γιατί λοιπόν αυτός ο πνιγμένος
τραβούν για το σεληνόφωτο
καλπάζοντας στις αλέες
καβάλα σ’ ένα μουλάρι
ένας καβαλάρης
Πάνε στην ωραία Ούρσουλα
που κάνει ένα μπαλ μασκέ
δεν είναι καλεσμένοι
αλλά θα τη κάνουν να χορέψει
να χορέψει στο σεληνόφωτο
με γροθιές
και λακτίσματα

Από πάντα
όλη τη νύχτα
η νύχτα έχει ραντεβού με τη μέρα
αλλά κάθε νύχτα ανέκαθεν
υποχρεώνεται να φύγει πριν απ’ αυτή.

 

**

LES MYSTÈRES DE LA CHAMBRE NOIRE

(ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ)

 

Δυο βαλέδες ανάποδα
δυο επίπεδοι βαλέδες με μαύρα μαλλιά άσπροι
κουνάνε το κεφάλι όλο υγρασία
αρνητικά
Και ξαφνικά
Ω μυστήριο της διπρόσωπης τεχνικότητας
ανοίγοντας τα παντζούρια
του μαύρου δωμάτιου
φτιάχνονται και γελούν
θετικά
Μη τσιτώνουμε άλλο
είναι η ώρα πού η σταγόνα το νερό
που ξεχειλίζει το βάζο
πέφτει στο ράμφος του χελιδονιού
που δεν φέρνει την άνοιξη
Μη τσιτώνουμε άλλο
το πουλάκι θα βγάλει από τη τσέπη του
πολύ συγκεκριμένα πειστήρια
αποκαλυπτικά, καταδικαστικά
Το χαρτί είναι ευαίσθητο
αλλά πιότερο η φύση
Αλλά καθώς είναι επίσης
κι αυτό το μικρό τοπίο του μεσημεριού
το μεσημέρι
και πλέρια ξεδιάντροπο μ’ αυτό
Κοιτάξτε πως αναδιπλώνει
το σατέν φόρεμα της κόκκινης γης
για να δείξει τα ερεβώδη της ντεσού
στους πραγματικούς της φίλους
Παρασκήνια θερινού θεάτρου
μπουντρούμια με αρχαία ντεκόρ
ίχνη παμπάλαιων δασικών πυρκαγιών
απολιθωμένα εδώ και πολύ καιρό
από την ίδια τη φύση
πάντα στην πρωτοκαθεδρία
όταν είναι για κέφια
μέσα στη κοινωνία
Κι αυτό το μικρό μετέωρο
κι αν μένει εκεί καθηλωμένο
όπως σε μια λιθογραφία το αστέρι των μάγων
(ψιλά στ’ αριστερά μιας απ’ αυτές τις εικόνες)

είναι απλά
για να τραβήξει διακριτικά την προσοχή σας
για τη συνέχεια της επιβεβαίωσης
και ειδικότερα
γι’ αυτό το ξέφτι με τα μακριά μανίκια
(η ίδια εικόνα στη γωνία δεξιά)
αυτό το δέντρο με το γυμνό κορμό
τινάζοντας στη σκόνη του δρόμου
το βακχικό φύλλωμα
της γυμνής κεφαλής του
Και σε μια άλλη επίσης εικόνα
ίδια εικόνα κακού γούστου
τα πιο ταπεινά των σκευών
φτωχοί συγγενείς κεραμικής
πού σερβίρουν ακόμα τροφή
στους αθεράπευτους χαριεντισμούς
γριών των σκευοφυλακίων
να που εμφανίζονται τώρα
ινκόγκνιτο και περιποιημένοι
σαν λουλούδια φανταχτερά σμάλτου
πακτωμένα στο βάζο της νύχτας

Και αυτό το χωριό
αυτό το χωριό που ο φωτογράφος
είχε για φρόνιμο
σαν μια εικόνα
νάτο (σε μια άλλη εικόνα)
που αναριγεί και αναδεύεται
θα ‘λεγες ξεπετάγεται
κάτω από τη μύτη ανθρώπων
τελείως τρελαμένων βλέποντας να μοιάζει
αυθάδικα και απόλυτα
μ’ εκείνο τον «περίφημο πίνακα» του Σουτίν
ή μ’ έναν άλλον εκείνων των αχρείων
πού συστηματικά επιμένουν
να ζωγραφίζουν πράγματα ….
πράγματα πού δε μοιάζουν με τίποτα απολύτως!