Herberto Helder, «Πρόλογος» (Μετάφραση από τα πορτογαλικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

Ας μιλήσουμε για σπίτια, για τη σοφή άσκηση μιας δύναμης τόσο στέρεης και σιωπηλής, ως να γεννήθηκε σε χρόνους πανάρχαιους. Είν’ οι αρχιτέκτονες, κείνοι που μέλλεται να πεθάνουν, μειδιώντας ειρωνικά και μειλίχια στα βάθη ενός μυστηρίου υψηλού που τους ξαναγυρίζει στο χώμα. Με μαλακά, ακατάβλητα χέρια. Καθώς κυλούν οι μήνες, με τ’ όνειρο των τελευταίων καταιγίδων, φτάνουν τα σπίτια στην αθώα τους ακμή, ν’ αντέχουνε κόντρα στ’ αμυδρό στόμα που γυροφέρνει πάνω απ’ των λέξεων το έρεβος.   Ας πούμε πως ανακαλύπτουμε βατόμουρα, της γεύσης τ’ απόκρυφο ρεύμα, του κόσμου τον ενθουσιασμό. Κορμιά ανακαλύπτουμε, ανθρώπων που σώζονται και χάνονται, και των πηγών σιωπή θαυμαστή – στοχασμούς μες στις πέτρες για κάτι τι το ουράνιο σαν τη φωτιά την αρχέγονη.   Ας πούμε πώς στα σπίτια κοιμόμαστε και τις Μούσες θωρούμε λιγάκι απάνω μας γερμένες, σαν άνθη ψηλόλιγνα του σκότους, και θύμηση έχουμε και βαθιά μελαγχολία και φυλάμε τις θύρες πάνω απ’ την απώλεια των αρχαίων ημερών.   Τούτα είναι τα σπίτια. Κι αν βαδίζουμε κι οι ίδιοι για το θάνατο, ξεστρατίζουμε λίγο, και πολύ, μ’ αυτούς τους αρχιτέκτονες που δεν … Συνεχίστε να διαβάζετε το Herberto Helder, «Πρόλογος» (Μετάφραση από τα πορτογαλικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης).