Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ερνέστο Καρντενάλ, «Παράκληση για την Μαίριλυν Μονρόε» (μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος)

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΙΡΙΛΥΝ ΜΟΝΡΟΕ

Κύριε,
Δέξου την κοπέλα αυτή, γνωστή σε όλη τη γη,
με το όνομα Μαίριλυν Μονρόε.
Αν και δεν είναι αυτό το αληθινό της όνομα
(αλλά Εσύ ξέρεις το αληθινό της,
αυτό της μικρής ορφανής που βιάστηκε στα εννιά της χρόνια
και της μικρής εργάτριας που στα δεκάξι της ήθελε να αυτοκτονήσει),
που παρουσιάζεται τώρα μπροστά Σου
χωρίς κανένα μακιγιάζ, χωρίς τον ατζέντη της,
χωρίς φωτογράφους και χωρίς να υπογράφει αυτόγραφα,
μόνη σαν ένας αστροναύτης στη διαστημική νύχτα.
Όταν ήταν παιδί ονειρεύτηκε, ότι στεκόταν γυμνή σε μια εκκλησιά
Σύμφωνα με τη διήγηση του ΤΙΜΕ)
μπροστά σ΄ ένα πλήθος που γονάτιζε με τα πρόσωπα στο έδαφος
κι έπρεπε να περπατήσει στις μύτες των ποδιών της, για να μην πατήσει τα κεφάλια.
Εσύ ξέρεις τα όνειρά μας καλύτερα παρά οι ψυχίατροι.
Εκκλησία, σπίτι, υπόγειο, είναι η σιγουριά της μητρικής αγκαλιάς.
Αλλά και κάτι περισσότερο από αυτό επίσης…
Τα κεφάλια είναι φανερό ότι είναι οι θαυμαστές
(η μάζα των κεφαλιών στο σκοτάδι κάτω από μια φωτοπλημμύρα).
Όμως το τέμπλο δεν είναι στούντιο της 20TH CENTURY –FOX
Που έκαναν το ναό σπηλιά ληστών.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Charles Bukowski, Τρία Ποιήματα (μετφρ: Νίκος Αδαμόπουλος)

out of the arms…
από τη συλλογή Burning In Water Drowning In Flame, p.166

από την αγκαλιά της μιας αγάπης
στην αγκαλιά μιας άλλης

έχω σωθεί από το να πεθάνω στο σταυρό
από μια γυναίκα που καπνίζει χόρτο
γράφει ποιήματα και ιστορίες
και είναι πολύ πιο ευγενική από την προηγούμενη
πολύ πολύ πιο ευγενική
και το σεξ είναι το ίδιο καλό, αν όχι καλύτερο.

δεν είναι ευχάριστο να σε βάλουν στο σταυρό και να σε παρατήσουν εκεί,
είναι πολύ πιο ευχάριστο να ξεχάσεις μιαν αγάπη που δεν
είχε μέλλον
μια και καμιά αγάπη
τελικά δεν
έχει μέλλον…

είναι πολύ πιο ευχάριστο να κάνεις έρωτα
στην παραλία της Del Mar
στο δωμάτιο 42, και να κάθεσαι
αργότερα στο κρεβάτι
να πίνεις καλό κρασί, να μιλάς και να αγγίζεις
να καπνίζεις

να ακούς τα κύματα…

έχω πεθάνει τόσες πολλές φορές
πιστεύοντας και περιμένοντας, περιμένοντας
σʼ ένα δωμάτιο
κοιτώντας ένα ραγισμένο ταβάνι
περιμένοντας ένα τηλέφωνο, ένα γράμμα, ένα χτύπημα στην πόρτα, έναν ήχο…
να τρελαίνομαι
καθώς εκείνη χόρευε με ξένους στα κλαμπ…

από την αγκαλιά της μιας αγάπης
στην αγκαλιά μιας άλλης

δεν είναι ευχάριστο να πεθαίνεις στον σταυρό,
είναι πολύ πιο ευχάριστο να ακούς να ψιθυρίζουν το όνομά σου
στο σκοτάδι

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Έζρα Πάουντ, με την Τοκογλυφία, Κάντο XLV (μτφρ: Γιώργος Μπλάνας)

Ακούστε τον Έζρα Πάουντ να διαβάζει

Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.

Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.

Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για νʼ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται

Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.

Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Σρέτσκο Κοσοβέλ, Έι, εσείς και 4 ακόμη ποιήματα, (Μτφρ.: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)

Έι, εσείς

Έι, εσείς, για δείτε εδώ: βρέχει στις στέγες της Λιουμπλιάνας
και οι νοικοκυραίοι κλείνουν τις γκρίζες κουρτίνες τους και
κρύβουν τον ήλιο.
Καίγεται η Εντινόστ* στην Τεργέστη.
Και ο Χριστός πηγαίνει στην Κοινωνία των Εθνών.
Όχι ο καλός και όμορφός Χριστός•∙
όχι αυτός με το ακάνθινο στεφάνι της αγάπης.
Εμφανίστηκε ένας Ψευδοχριστός στη Γενεύη.
Πώς είπατε; Βρέχει και στη Γενεύη;
Ο Χριστός περπάτησε δίπλα στους σκοτεινούς επαναστάτες.
Νάτος στον γκρίζο δρόμο, στην άκρη!
Διώχνει Γραμματείς και Φαρισαίους.
Πυροβολεί και σκοτώνει.
Πυροβολεί και σκοτώνει.
Ω, εσύ, συνεσταλμένο πρόβατο του λευκού έθνους!
Τολμάς νʼ αντικρίσεις τον εαυτό σου στο τζάμι;

Εκπορνευόμενη κουλτούρα

Χούφταλα χορτασμένα, πώς ξεπουλήσατε μια ολόκληρη ζωή,
πώς υπήρξατε κάτι διαφορετικό απʼ ό,τι είχατε ονειρευτεί;
Εγώ απελπίζομαι τρεις φορές τη μέρα:
βλαστημώ και καταριέμαι τους πάντες•
ακόμη κι εμένα.
Ο Ναπολέων εκστρατεύει κατά της Ρωσίας.
Δες πώς μαραίνονται
τα κόκκινα τριαντάφυλλα του φθινοπώρου.
Τι; Δεν πας όπου φυσάει ο άνεμος;
Μα είσαι ηλίθιος;
Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου:
καθαρό σαν ήλιο φθινοπώρου
που καθρεφτίζεται σε μάτια βουρκωμένα.
(Τα δάκρυα είναι σαν τα νομίσματα!)
Εκείνος –μαύρος βασιλιάς στην σκακιέρα–
αναζητάει τον σωσία του.
Πρωί πρωί ξεκινάει για το Παρίσι.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Πολύφημος και Γαλάτεια (Διασκευή μύθου: Ι. Ν. Κυριαζής)

Κανένα δε γεννήθηκε πιο σιχαμένο τέρας.
Όπου βρισκόταν, έκλεινε τη μύτη του ο Αγέρας.
Βρόμικος κι απολίτιστος, μ’ ένα απαίσιο μάτι,
θεόρατος-δε φτιάχτηκε γι’ αυτόν ποτέ κρεβάτι.
Τον έλεγαν Πολύφημο, απ’ το γένος των Κυκλώπων-
κάποτε θα τον τύφλωνε ο άριστος των ανθρώπων…
Μια μπόχα ανέδιδε η σπηλιά η σκοτεινή που ζούσε –
όπως τα ζώα του, εκεί κι αυτός αποπατούσε.
Κι αν το νησί του ολόγυρα μια θάλασσα το βρέχει,
τη λίγδα του να ξεπλυθεί ποτέ σ’ αυτήν δεν τρέχει.
Ζώα ν’ αρμέγει συνεχώς, το γάλα τους να πήζει:
αυτό μονάχα ήθελε- μα ο έρωτας ανθίζει
και στις πιο άγονες ψυχές, σ’ αγρίους κι ανοήτους
πετάει ανθάκια μέσα τους-μοσχοβολά η ζωή τους.
Έτσι και του Πολύφημου-πρόσεξε, μη γελάσεις!-
του έλαχε να ερωτευτεί νεράιδα της θαλάσσης.

Άρμα οδηγούσε στο νερό κι είχε δελφίνια γι’ άτια-
στις ράχες τους τα μάτια της καθρέφτιζε η Γαλάτεια!
Το πρόσωπό της σκίαζε μαντήλι από πορφύρα,
τα τσίνορά της μούσκευε ιριδισμών πλημμύρα.
Διάφανο πέπλο φόραγε και φέγγιζε το δέρμα
ολόλευκο στα στήθια της και στων μηρών το τέρμα.
Και όπως του χιτώνα της έπαιρνε ο αέρας
ως τη στεριά την άκρη του, χαστούκιζε το τέρας.
Είκοσι μάτια ήθελε να ‘χει, να μη χορταίνει
να βλέπει την πεντάμορφη πώς απ’ το κύμα βγαίνει…
Στα δάση άνθη έκοβε συχνά η νύμφη μόνη,
μ’ αυτά, για ύπνο ευωδιαστό, την κλίνη της να στρώνει.
Μια μέρα την ξαδέρφη της τη Θόωσα ρωτάει
του αγρού λουλούδια σπάνια για να ‘βρει, πού να πάει.
«Ο γιος μου ο Πολύφημος»,της λέει εκείνη «ξέρει
πούθε φυτρώνουνε αυτά στης Σικελίας τα μέρη.»

Διαβάστε περισσότερα