Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γιάννης Λειβαδάς: Για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος πέθανε από πνευμονικό οίδημα στις 3 Φεβρουαρίου 2004.

Είχε γεννηθεί το 1915 στην Αθήνα. Παρακολούθησε μαθήματα στη φιλοσοφική και στη νομική σχολή Αθηνών. Μετά τη λήξη της κατοχής εργάστηκε σαν ανταποκριτής στο BBC στο Λονδίνο απ’ όπου απολύθηκε και απελάθηκε από την Αγγλία διότι κατά την ανάδειξη του Κυπριακού ζητήματος αρνήθηκε να χαρακτηρίσει τρομοκράτες τους κυπρίους αγωνιστές.

Η πορεία του στα νεοελληνικά γράμματα ήταν σπουδαία. Διακρίθηκε κυρίως για την καθαρότητα του λόγου και την Φιλολογική του (Φ κεφαλαίο) επάρκεια, σε καιρούς που τα δύο αυτά στοιχεία της αυθεντικής λογιότητας απουσίαζαν, και απουσιάζουν, κατά κόρον από τις δυνάμεις του χώρου.

Έργα δοκιμιακά μας άφησε αρκετά, τα περισσότερα και επιλεγμένα συγκεντρώθηκαν σε ένα δεμένο δίτομο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δόμος με τίτλο «Μελέτες».

Σχεδόν πάντοτε επιθετικός, μα όχι με την έννοια του καθηλωμένου αντιδραστικού, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ανέδειξε τα λίγα, αλλά και πλέον αναγκαία, στοιχεία της ημεδαπής λογοτεχνίας όσο και αρκετά της αλλοδαπής. Ο Λορεντζάντος ήταν ίσως ο μόνος που αντέκρουσε στην ροή των νεοτερισμών που κινήθηκαν σε πλαίσιο μάλλον συνδικαλιστικό. Κατέθεσε μία αναλυτική όσο και τολμηρή προσέγγιση πάνω στον σύγχρονο ποιητικό λόγο καθώς και στα ανάλογα, ή καλύτερα ομοούσια, της αγγλοσαξωνικής γλώσσας, χρησιμοποιώντας (τι καλύτερο απ’ αυτό) στοιχεία μεταξύ τους εντελώς ετερόκλιτα.

Η οξυδέρκειά του ήταν σπάνια:

«Είναι ορισμένα τα πράγματα που σου επιτρέπουν ο ουρανός, η γη και η θάλασσα στην Ελλάδα ή αλλού. Που σου επιτρέπουν να πιστέψεις, να χτίσεις, να σκιαγραφήσεις, να ζήσεις ή να μιλήσεις. Μια στραβή κίνηση παραμικρή και όλα μπορεί να πέσουν στην άβυσσο (…). Μια τέτοια εποχή φαντάζει και η δική μας στα περισσότερα από τα τωρινά καμώματά της εδώ σήμερα. Παραγνώρισε τα ορισμένα εκείνα πράγματα που σου επιτρέπει το πνεύμα του τόπου – παραγνώρισε το επιτρεπόμενο»…

Αναρωτιέμαι αυτό πώς μπορεί να διαβαστεί. Μόνο με έναν τρόπο: τον άλλον. Χρειάζεται προσοχή. Όχι μόνον η ποίηση πάνω στο χαρτί.

Ο ποιητής Λορεντζάτος μπορεί να μην ήταν χρήσιμος, μα ο δοκιμιογράφος ήταν με το παραπάνω. Ο Λορεντζάτος ήταν καλός γνώστης του Όχι όταν οι άλλοι έτρεχαν πίσω από τα Ναι της άρνησης κάθε διαλόγου και αντιπαράθεσης με την προϋπόθεση να κριθούν ως μουσόληπτοι εκμοντερνισμένοι. Απέμεινε και κανένας τους; Όχι. Κάτι που και σήμερα συμβαίνει.

Ο Λορεντζάτος έπραξε γράφοντας, κι αυτό είναι ό,τι μπορούμε να κρατήσουμε απ’ αυτόν (ακόμη κι αν μία «ελληνοκεντρική» συστολή έπαιξε κάποιες στιγμές στις ιδέες του περιοριστικό ρόλο), δεν «έκανε λόγο» απλώς.

Το πού στόχευσε, όσον αφορά σε εγχώριο πρωτογενές έργο, ήταν κάτι όχι τόσο σημαντικό (εξάλλου δεν υπήρχε περίσσευμα), όσο ο τρόπος με τον οποίο το έκανε.

Καταλαβαίνει όμως κανείς, δίχως ευτελή περιθώρια παρανάγνωσης να διατίθενται, τι ακριβώς μιλούσε (όχι εννοούσε) διαβάζοντας τα λόγια του για το «Χαμένο Κέντρο» και τις γραμμές για την συνάντησή του με τον Έζρα Πάουντ.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ναπολέων Λαπαθιώτης (31-10-1888 / 8-1-1944), 2 ανέκδοτοι στίχοι – 65 χρόνια από τον θάνατό του (επίμετρο: Βαγγέλης Ψαραδάκης)

ΤΟ ΤΑΓΚΟ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ, 25-3-1934

1

Μες στης ζωής τα τωρινά, που είνʼ όλα ψεύτικα,
φτωχά κι εφήμερα,
γιομάτα χίμαιρα,
τα περασμένα πώς ξυπνούσαν ονειρεύτηκα,
κι ας είνʼ αγύριστα παντοτινά.

Μάτια που σβήσατε γρήγορα,
μάτια μου μόνο παρήγορα,
σας βλέπω πάλι μπροστά μου
με θαμπωμένη καρδιά…

Refrain

Μάτια χαμένα, λησμονημένα, γυρίστε πάλι πίσω,
δίχως το φως σας, σκλάβος δικός σας, δεν μπορώ πια να ζήσω.
Με σας δεμένη νιώθω να μένει, με πάθος, η τρελή καρδιά μου,
πρώτη παρηγοριά μου κι ελπίδα μου στερνή.

2

Και πιο πολύ δυο μάτια πλάνα που περάσανε
κι αμέσως φύγανε,
με τʼ άστρα πήγανε,
λες και γλυκό σκοπό για πάντα με κεράσανε,
κι άμα τα σκέβουμαι ξαναμεθώ…

Μάτια που σβήσατε γρήγορα,
μάτια μου μόνα παρήγορα,
σας βλέπω πάλι μπροστά μου
με θαμπωμένη καρδιά…

Μάτια χαμένα, λησμονημένα, γυρίστε πάλι πίσω,
δίχως το φως σας, σκλάβος δικός σας, δεν μπορώ πια να ζήσω.
Με σας δεμένη νιώθω να μένει, με πάθος, η τρελή καρδιά μου,
πρώτη παρηγοριά μου κι ελπίδα μου στερνή.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλης Παπάς, Ντοκυμανταίρ, 1995 (κρίνει ο Γιώργος Μίχος)

Φωτογραφία από το Στάλκερ του Ταρκόβσκι

47

Έδωσε μια στην πόρτα και προσχώρησε στη μνήμη. Έξω καράβια, το λιμάνι, οι γερανοί βουλιάζαν στα θολά νερά.
Πού πήγαμε, τι κάναμε. Απʼ τις χρονολογίες έχουνε πια τα γεγονότα δραπετεύσει. Λίγο νωρίτερα, λίγο αργότερα. Το διάστημα, μπαούλο που δεν βολεύει να το κουβαλήσεις. Κι αυτά τα γράμματα μονάχα, όπου φυσάει μέσα τους ακόμα ένας ξερός αέρας και σκάνε στα πλευρά τους, κάτι αφρισμένα κύματα.

Ο ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Επιστρέφω στον τόπο του ποιήματος, ως ιχνευτής στα ίδια μου τα χνάρια. Ο ήλιος πρωινός χαρταετός, φρεσκοχυμένη άσφαλτος και η μέρα ξεκλειδώνει τα τοπία.
Βαδίζω σαν τον Παύλο προς τη Δαμασκό, μα πάω απλώς στους Λύκους, που απόμειναν κρυμμένοι πιο ψηλά κι όπως το απόβροχο ξεραίνονται στη γούβα.
Το δάσος από χρόνια δε μιλά, έχει τραβήξει τις εικόνες σα σφουγγάρι, τα πρόσωπα όσων κάποτε περάσαν από δω, δώσανε μάχες με ληστές, σταβλίσανε σε χάνια, κατηφορίσαν μέρα σαν κι αυτή, φέραν το αίμα τους στην πόλη.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Θάνος Κανδύλας, «ΠΕΡΙ ΑΓΓΕΛΩΝ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ» καί ὄχι μόνο, τοῦ Ἀργύρη Χιόνη. Ἐκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

Ὁ Χιόνης γράφει πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια Ποίηση. Γράφει ποιήματα ποὺ ἔχουνε μία πυκνὴ ἀφήγηση, διατηροῦνε ἕναν ἰδιαίτερο ρυθμό, μὲ τὸ φανταστικὸ καὶ τὸ παράδοξο νὰ κυριαρχεῖ. Εἶναι οἱ περισσότερες συλλογὲς του αὐτὸ ποὺ συνηθίσαμε νὰ λέμε «πεζὰ ποιήματα».
Τὸ πέρασμά του στὴν πρόζα, στὴν πιὸ ἐκτενῆ καὶ χαλαρὴ ἀφήγηση, ἦταν μία φυσικὴ ἐξέλιξη, μιὰ σχεδὸν ἀναμενόμενη ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ἔκφρασής του, ὅπου ὅμως πάντα ρέει ἕνας ἀφανέρωτος ρυθμός. Μὲ λίγα λόγια συνεχίζει νὰ γράφει ποιήματα μόνο ποὺ τώρα θὰ τὰ χαρακτηρίζαμε «ποιητικὰ πεζά».
Οἱ διαχωρισμοὶ εἶναι λεπτοί, ἀλλὰ εἶναι σαφὲς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν μιὰ μορφὴ στὴν ἄλλη. Δυὸ πράγματα παραμένουν ἴδια: ἡ μουσική σάν ὑπόγειος ρυθμὸς καί… τὸ παραμύθι.
Γιατί πρῶτα- πρῶτα ὁ Χιόνης εἶναι ἕνας ἀθεράπευτος παραμυθάς. Ἕνας δεξιοτέχνης τοῦ εἴδους ποὺ σκηνοθετεῖ παραστατικὰ καὶ συνδέει τὶς αὐτόνομες ἀφηγήσεις του, ὥστε νὰ ὁλοκληρώσουν ἕναν κύκλο ποὺ ἀκουμπᾶ στήν ἀρχε- τυπική Φύση (ὡς ἕνα γήινο κι ουράνιο σύμπαν) ποὺ ἐμπεριέχει καὶ τὴ Ζωὴ καὶ τὴ Φθορά καὶ τό Θάνατο.
Ταξιδεύει μὲ τὴ φαντασία του καὶ μὲ τὰ «λεκτικὰ του τοπία» δημιουργεῖ μία νέα πραγματικότητα ποὺ στέκει ἀπέναντι σʼ αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὀνομάζουμε πραγματικότητα γιὰ νὰ τὴν καγχάσει δαιμονικά.
Ἕνας παραμυθὰς ποὺ βγάζει περιπαιχτικὰ τὴ γλώσσα του στὴν σοβαρο-φάνειά μας, στὸν ἐπαρχιωτισμό μας, στὴν ξενομανία μας. Μὰ πιὸ πολὺ τολμάει νὰ βγάλει τὴν γλώσσα του κοροϊδευτικὰ στὸν Χρόνο, στὸν Θάνατο. Παίζει μαζί του, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ χάσει, σʼ αὐτὸ τὸ σημαδεμένο παιχνίδι, ὅμως τὸν προκαλεῖ μὲ εἰρωνεία καὶ σαρκασμὸ σὲ μία διαπάλη πού μας καλεῖ ἔμμεσα κι ἐμᾶς νὰ συμμετάσχουμε. Ἀντιμέτωποι μὲ ὅλον τὸν τρόμο, τὴν φρίκη, τὸν πανικὸ τοῦ ἐπελαύνοντος κενοῦ.

***

Ἡ μουσικὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ γραφτὰ τοῦ Ἀργύρη Χιόνη ἔχει ἕναν σύγχρονο ρυθμό, μιὰ μουσικὴ ποὺ ἀκούγεται δεμένη μὲ τὴν ἀφήγηση ὅπως ἡ ὑπόκρουση (τὸ soundtrack) στὸν κινηματογράφο.
Τὸ λυρικὸ στοιχεῖο στὴν ποίησή του παραμένει ἀλλὰ μὲ ἄλλον ρυθμό, μὲ ἄλλες νότες, μὲ ἄλλες τοῦ πάθους ὀκτάβες. Στὸν Χιόνη ἴσως αὐτὸ τὸ στοιχεῖο νὰ κάνει τὴν διαφορά, ὄχι μόνο τὰ νοήματα, τὰ νοούμενα καὶ ὑπονοούμενα. Περισ- σότερο ἡ ὑπερβατική μουσική ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργοῦν. Μιὰ μουσικὴ ποὺ μένει μέσα μας, πού συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ καὶ μετὰ τὸ κλείσιμο τοῦ βιβλίου.
Αὐτὴν τὴν μουσικότητα στὸ ἔργο τοῦ Χιόνη – καὶ τὸ ποιητικὸ καὶ τὸ πεζὸ – τὴν βρίσκω πολὺ ἐνδιαφέρουσα, ἀποτελεῖ μία ἰδιαιτερότητα ποὺ σίγουρα χρίζει περαιτέρω διερεύνησης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βαγγέλης Ψαραδάκης, Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (31-10-1888 / 8-1-1944) και οι Τέχνες (1927–2008) – 120 χρόνια από τη γέννησή του

1

Είναι περισσότερο από ασφαλές το συμπέρασμα, γεγονός βέβαιο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ότι ο τόμος με τα περισσότερα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τις εκδόσεις Ζήτρος (α΄ 1997, β΄ 2001), έκανε πλατύτερα γνωστό τον λησμονημένο και βαθύτατα παρεξηγημένο νεορομαντικό, χαρισματικό και πολυτάλαντο δημιουργό του Μεσοπολέμου.
Ο «παρακμίας» (decadent) και «καταραμένος» (maudit) περιπλανώμενος (flaneur) ποιητής, όπως έχει καταγραφεί πολλαπλώς στη φιλολογία, όπου «στην ιστορία [της λογοτεχνίας μας] λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται» γιʼ αυτόν, σχεδόν ασήμαντες, μπορεί να μην έγινε δημοφιλής, όπως ήταν τα πρώτα 30-35 χρόνια του 20ου αιώνα – “πρίγκιπα των ποιητών” τον αποκαλούσαν, ωστόσο κατόρθωσε να γίνει οικείος και πολύ αγαπητός στις νεότερες γενιές αναγνωστών – η απήχησή του είναι μεγάλη.
Έγινε συμπαθής, όχι υπό την τετριμμένη έννοια της λέξης: απλώς αρεστός – με λίγα λόγια, σχεδόν αδιάφορος• αλλά με τη βαθύτερη ετυμολογική σημασία της: ως συμπάσχων. Τούτο δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης εκφράζει, με τον πιο απλό και βαθύ τρόπο, τις μύχιες συγκινήσεις, υπαρξιακές αγωνίες και ανησυχίες του ανθρώπου. Συμπαθής, οικείος, αγαπητός, όχι μονάχα ως ποιητής (μιας και το πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο του δεν είναι και τόσο γνωστό), αλλά και ως πηγή έμπνευσης για διάφορες μορφές τέχνης και καλλιτέχνες.
Εκτός από τους ποιητές και πεζογράφους που, κατά καιρούς (εδώ και 81 χρόνια), έχει εμπνεύσει η περίπτωσή του – η ζωή και το έργο του ή, όπως ορθά το έθεσε ο Τέλλος Άγρας, το «έμψυχο ποίημά» του, ενδεικτικά θα αναφέρω και κάποιες άλλες μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας και έκφρασης, πλην της Λογοτεχνίας. Αντιπαρέρχομαι το πλήθος των μεμονωμένων δοκιμίων που έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί, σε πλήθος εφημερίδων και περιοδικών, για τον Λαπαθιώτη, που ξεπερνούν τα 100, τις μελέτες που έχουν κυκλοφορήσει σε βιβλία, κι επικεντρώνομαι στην “καθαυτή” λογοτεχνία, πεζογραφία και ποίηση.
Πρώτος ο Γιώργος Τσουκαλάς, το 1927, γράφει τη νουβέλα «Κουρασμένος απʼ τον έρωτα», όπου οι δύο κεντρικοί ήρωές του είναι ο Λαπαθιώτης και ο συγγραφέας. Μπορεί ο Κώστας Ταχτσής, το 1962, να κάνει μιαν απλή αναφορά στην αυτοκτονία του ποιητή στο «Τρίτο στεφάνι», ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ωστόσο, στην τριλογία του «Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας», στον δεύτερο τόμο που διαδραματίζεται στα χρόνια της Κατοχής: «Λαβύρινθος», το 2002, αναφέρεται αρκετά στον Λαπαθιώτη. Τρεις λοιπόν πεζογράφοι, το επιμέρους σύνολο, απʼ όσο γνωρίζω μέχρι σήμερα.

Διαβάστε περισσότερα