Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος πέθανε από πνευμονικό οίδημα στις 3 Φεβρουαρίου 2004.
Είχε γεννηθεί το 1915 στην Αθήνα. Παρακολούθησε μαθήματα στη φιλοσοφική και στη νομική σχολή Αθηνών. Μετά τη λήξη της κατοχής εργάστηκε σαν ανταποκριτής στο BBC στο Λονδίνο απ’ όπου απολύθηκε και απελάθηκε από την Αγγλία διότι κατά την ανάδειξη του Κυπριακού ζητήματος αρνήθηκε να χαρακτηρίσει τρομοκράτες τους κυπρίους αγωνιστές.
Η πορεία του στα νεοελληνικά γράμματα ήταν σπουδαία. Διακρίθηκε κυρίως για την καθαρότητα του λόγου και την Φιλολογική του (Φ κεφαλαίο) επάρκεια, σε καιρούς που τα δύο αυτά στοιχεία της αυθεντικής λογιότητας απουσίαζαν, και απουσιάζουν, κατά κόρον από τις δυνάμεις του χώρου.
Έργα δοκιμιακά μας άφησε αρκετά, τα περισσότερα και επιλεγμένα συγκεντρώθηκαν σε ένα δεμένο δίτομο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δόμος με τίτλο «Μελέτες».
Σχεδόν πάντοτε επιθετικός, μα όχι με την έννοια του καθηλωμένου αντιδραστικού, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ανέδειξε τα λίγα, αλλά και πλέον αναγκαία, στοιχεία της ημεδαπής λογοτεχνίας όσο και αρκετά της αλλοδαπής. Ο Λορεντζάντος ήταν ίσως ο μόνος που αντέκρουσε στην ροή των νεοτερισμών που κινήθηκαν σε πλαίσιο μάλλον συνδικαλιστικό. Κατέθεσε μία αναλυτική όσο και τολμηρή προσέγγιση πάνω στον σύγχρονο ποιητικό λόγο καθώς και στα ανάλογα, ή καλύτερα ομοούσια, της αγγλοσαξωνικής γλώσσας, χρησιμοποιώντας (τι καλύτερο απ’ αυτό) στοιχεία μεταξύ τους εντελώς ετερόκλιτα.
Η οξυδέρκειά του ήταν σπάνια:
«Είναι ορισμένα τα πράγματα που σου επιτρέπουν ο ουρανός, η γη και η θάλασσα στην Ελλάδα ή αλλού. Που σου επιτρέπουν να πιστέψεις, να χτίσεις, να σκιαγραφήσεις, να ζήσεις ή να μιλήσεις. Μια στραβή κίνηση παραμικρή και όλα μπορεί να πέσουν στην άβυσσο (…). Μια τέτοια εποχή φαντάζει και η δική μας στα περισσότερα από τα τωρινά καμώματά της εδώ σήμερα. Παραγνώρισε τα ορισμένα εκείνα πράγματα που σου επιτρέπει το πνεύμα του τόπου – παραγνώρισε το επιτρεπόμενο»…
Αναρωτιέμαι αυτό πώς μπορεί να διαβαστεί. Μόνο με έναν τρόπο: τον άλλον. Χρειάζεται προσοχή. Όχι μόνον η ποίηση πάνω στο χαρτί.
Ο ποιητής Λορεντζάτος μπορεί να μην ήταν χρήσιμος, μα ο δοκιμιογράφος ήταν με το παραπάνω. Ο Λορεντζάτος ήταν καλός γνώστης του Όχι όταν οι άλλοι έτρεχαν πίσω από τα Ναι της άρνησης κάθε διαλόγου και αντιπαράθεσης με την προϋπόθεση να κριθούν ως μουσόληπτοι εκμοντερνισμένοι. Απέμεινε και κανένας τους; Όχι. Κάτι που και σήμερα συμβαίνει.
Ο Λορεντζάτος έπραξε γράφοντας, κι αυτό είναι ό,τι μπορούμε να κρατήσουμε απ’ αυτόν (ακόμη κι αν μία «ελληνοκεντρική» συστολή έπαιξε κάποιες στιγμές στις ιδέες του περιοριστικό ρόλο), δεν «έκανε λόγο» απλώς.
Το πού στόχευσε, όσον αφορά σε εγχώριο πρωτογενές έργο, ήταν κάτι όχι τόσο σημαντικό (εξάλλου δεν υπήρχε περίσσευμα), όσο ο τρόπος με τον οποίο το έκανε.
Καταλαβαίνει όμως κανείς, δίχως ευτελή περιθώρια παρανάγνωσης να διατίθενται, τι ακριβώς μιλούσε (όχι εννοούσε) διαβάζοντας τα λόγια του για το «Χαμένο Κέντρο» και τις γραμμές για την συνάντησή του με τον Έζρα Πάουντ.











Τι απρόσμενη και ευχάριστη έκπληξη!
Υπάρχει κι ένας τρίτος τόμος, από τις ίδιες εκδόσεις, με τον τίτλο “Διόσκουροι” – δυο δοκίμιά του για τον Γιώργο Σαραντάρη και τον Δημήτριο Καπετανάκη.
Καλημέρα.
Καλημέρα σας και προσωπικούς χαιρετισμούς στον Γιάννη Λειβαδά,
Ελπίζω να μην την πέσουν πάλαι οι γνωστοί-άγνωστοι φιλόλογοι και άλλοι αδράχνοντας την ευκαιρία της αναφοράς στον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Προκαταβολικά τους παραπέμπω στο βιβλίο του “Αποσιωπήσεις” απ’ τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης
Αξεπέραστος δοκιμιογράφος . “Από την Πίζα στην Αθήνα ” από τις κορυφές του έργου του.
Εκτός από τους πρώτους δυο τόμους κυκλοφόρησε το 2007 κι ο τρίτος δεμένος με τίτλο “Μελέτες ΙΙΙ” , κι έτσι τώρα υπάρχει όλο το δοκιμιακό του έργο συγκεντρωμένο στον “Δόμο”
http://www.poiein.gr/archives/2151/index.html
Κύριε Λειβαδά, δεν έτυχε ποτέ να διαβάσω ή να γνωρίσω «χρήσιμο» ποιητή. Χρήσιμα εργαλεία, χρήσιμα (καταναλωτικά) αγαθά για την μεγιστοποίηση της τέρψης του βίου, χρήσιμα CV για την βελτίωση της καριέρας, ναι. Μα χρήσιμους ποιητές δεν απάντησα ποτέ κανέναν. Αλλά εσείς ως πιο σοφός κάτι θα ξέρετε περισσότερο από μένα. Ωστόσο αν κρίνω τα ποιήματα του Λορεντζάτου με γνώμονα τα ποιήματα που παίρνουν κρατικά και άλλα περικλεή βραβεία της Ακαδημία Αθηνών, έχω την αίσθηση ότι έχω να κάνω με σπουδαία ποίηση. Ιδιαίτερα το ποιήμα «Λεύκα» νομίζω ότι συμπυκνώνει την πράξη, την σκέψη και την μεταφυσική του Λορεντζάτου.
Οσο για την φράση σας «Το πού στόχευσε, όσον αφορά σε εγχώριο πρωτογενές έργο, ήταν κάτι όχι τόσο σημαντικό (εξάλλου δεν υπήρχε περίσσευμα), όσο ο τρόπος με τον οποίο το έκανε» την βρίσκω εκτός από εξοργιστική, τετριμμένα κουραστική. Εχουμε κουραστεί να ακούμε διαρκώς από την χορεία των ανθρώπων των γραμμάτων τον άναθρο ήχο από το πιπίλισμα της ίδιας καραμέλας την οποία μας έφτυσαν στα μούτρα οι στρουκτουραλιστές της δεκαετίας του ’60 (barthes κλπ) ότι αυτό που μετράει δεν είναι το περιεχόμενο, το «τι» των λόγων του λογοτέχνη, αλλά μονάχα το «πως». Οτι το γράψιμο είναι θέμα μορφής. Νομίζω ότι η πρότασή σας θα εξόργιζε τον Λορεντζάτο, ο οποίος δεν θα μάσαγε τα λόγια του αν αποφάσιζε να σας απαντήσει. Την απάντηση την έχει βέβαια δώσει με εκπληκτικό τρόπο ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο οποίος υπογράμμισε πως το ζήτημα στη λογοτεχνία δεν είναι ποτέ ζήτημα μορφής, αλλά οράματος. Ο Λορεντάτος έγραφε για να πει κάτι και όχι επειδή κυνηγούσε την φρούδα ποιητική αισθητική απόλαυση της γραφής, αλλά για να υπηρετήσει ένα όραμα και μια μεταφυσική αλήθεια. Γι’ αυτό ούτε και ο δοκιμιογράφος ήταν «χρήσιμος», αλλά διαφωτιστικός. Η διαφορά έγγειται μάλλον στο ότι το φως δεν μπορεί ποτέ (όπως κι ο ήλιος) να περιγραφεί με το επίθετο «χρήσιμος».
“Ο ποιητής Λορεντζάτος μπορεί να μην ήταν χρήσιμος, μα ο δοκιμιογράφος ήταν με το παραπάνω.”
Μπορεί να μην ήταν τόσο σημαντικός (με υποκειμενικά πάντα κριτήρια) αλλά δεν θα τον πούμε άχρηστο!
Γράφαμε παράλληλα τα ποστ με τον κύριο Γιανναρά.
Θα μπορούσα να γράψω από κάτω ότι απλώς συμφωνώ.
“Μπορεί να μην ήταν τόσο σημαντικός (με υποκειμενικά πάντα κριτήρια) αλλά δεν θα τον πούμε άχρηστο!”
Εννοώ ως ποιητής, αλλά πρέπει, νομίζω, να τον κρίνουμε ως πνευματικό άνθρωπο! Νομίζω πως αυτό φαίνεται και στο link που ανέβασε ο κύριος Ψαραδάκης
“Ο Παναγιώτης Κονδύλης προτιμούσε να συρρικνώνει την ανθρώπινη και επιστημονική παρουσία του σε μία μόνο λιτή βιογραφική αναφορά: «Συγγραφέας. Ζει στη Χαϊδελβέργη και στην Αθήνα». Και όταν του ζήτησαν μια φωτογραφία για τα Πεπραγμένα του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών στο Βερολίνο, του οποίου υπήρξε εταίρος τη χρονιά 1995-96, τους έστειλε τη σημείωση: «Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια σχέση έχει η εξωτερική εμφάνιση ενός ερευνητή με το αποτέλεσμα των ερευνών του».”
Η άρνηση του Κονδύλη οφειλόταν στην αποστροφή του προς την φετιχοποίηση που μετατρέπει ακόμη και τις πλέον αντισυμβατικές αξίες σε περίβλεπτα και αναλώσιμα σύμβολά του μαζικοδημοκρατικού πολιτισμού. Κατά κάποιο τρόπο ο Κονδύλης διείδε τη μεταθανάτια υποδοχή του έργου του.
Με τα λόγια του Κίρκεγκωρ: “To πείραμα [η ιδανική για τον Κίρκεγκωρ σχέση συγγραφέα-αναγνώστη]
είναι η συνειδητή , κοροϊδευτική ανάκληση της μετάδοσης των συνήθων αφιερωματικών πρακτικών, πράγμα που πάντοτε έχει σπουδαιότητα για έναν υπάρχοντα που γράφει για υπάρχοντες, για να μην αλλάξει η σχέση σ’ έναν παπαγάλο που γράφει για παπαγάλους.”
Κύριοι Γιανναρά, Γελασάκη και Σπύρο: για πολλά από αυτά που καταθέτετε μπορώ να σας παραπέμψω για ταχύτατες αποκρίσεις μόνον στο ΙΚΑ.
Και ευθαρσώς καταθέτω πώς αρνούμαι να κάνω δήθεν διάλογο μαζί σας.
Αναρτήστε το δικό σας πόνημα για τον χρήσιμο ποιητή Λορεντζάτο αν θέλετε(;)…
Είστε ειδικοί στην εργολαβία – αυτό πιστεύω.
Σας έχουν προλάβει μία ντουζίνα από άλλους καλύτερους και χειρότερους γραφιάδες. Πρώτος και καλύτερος ο Λορεντζάτος:
“«Είναι ορισμένα τα πράγματα που σου επιτρέπουν ο ουρανός, η γη και η θάλασσα στην Ελλάδα ή αλλού. Που σου επιτρέπουν να πιστέψεις, να χτίσεις, να σκιαγραφήσεις, να ζήσεις ή να μιλήσεις. Μια στραβή κίνηση παραμικρή και όλα μπορεί να πέσουν στην άβυσσο (…). Μια τέτοια εποχή φαντάζει και η δική μας στα περισσότερα από τα τωρινά καμώματά της εδώ σήμερα. Παραγνώρισε τα ορισμένα εκείνα πράγματα που σου επιτρέπει το πνεύμα του τόπου – παραγνώρισε το επιτρεπόμενο»…”
Άντε τώρα, ρίξτε μια φτηνή παραπομπή ακόμα….
Για να μην το ξεχάσω κύριε Γιανναρά: μην είστε τόσο σίγουρος πως ο μακαρίτης δεν είχε γνώση ορισμένων εκ των κειμένων μου που έχω αναρτήσει στο Ποιείν….
Στων πεθαμένων μπάλα παίζουμε την πλάτη
Μαύρο νερό της θάλασσας τους πήρε για ταξίδι
Πάντα στην ανοιχτή πληγή πονάει το αλάτι
Κι εμείς τους δίνουμε καρφιά, βαρύ σταυρό και ξύδι.
Στων πεθαμένων μπάλα παίζουμε την πλάτη
Τι να σου πω, τι να μου πεις πάλι νεκροί θα είναι
Λευκές σελίδες έρημες είχανε για παλάτι
Γίνε λοιπόν πελάτης τους και στη ζωή τους πίνε.
Στων πεθαμένων μπάλα παίζουμε την πλάτη
Σαν εργολάβοι ποιητές κουτσοί και γερασμένοι
Σαν τις πουτάνες στα στενά που ψάχνουν για πελάτη
Μα ευτυχώς η ποίηση είναι αυτή που μένει.
Κύριε Γελασάκη η αυτοκριτική που κάνετε σας τιμά ιδιαίτερα.
Η βαρύτητά της θεωρώ πως ξεπερνά ακόμη και την ανάρτηση για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο.
Σας ασπάζομαι.
Σπύρο, επίσης Γιώργος Σαραντάρης ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Τόμος Ε Σελίδα 233
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΚΙΡΚΕΓΚΩΡΝΤ
Αξίζει!!!
Στο περιθώριο του ερεθιστικού διαλόγου:
Προτιμώ την εξαιρετική ;eκδοση σε επιμέλεια της σπουδαίας Σοφίας Σκοπετέα (ΕΡΓΑ 2, σ. 492 ). Το απόσπασμα που παρέθεσα ανωτέρω (για λόγους εντυπωσιασμού, εννοείται) από την Επανάληψη.
“Κενότητα των επιδιώξεων, δράματα επί σκηνής,, ποίμνια, αγέλες, κονταροχτυπήματα, ένα κοκαλάκι ριγμένο στα σκυλιά, ψίχουλα ψωμιού στη στέρνα με τα ψάρια, αχθοφόρα μυρμήγκια, τρεχαλητά φοβισμένων ποντικιών, μαριονέτες με κινήσεις σπασμωδικές. Λοιπόν, πρέπει ανάμεσα σ’ όλα τούτα να στέκεσαι πράος και χωρίς αλαζονική αναίδεια [άνω τελεία, για χάρη των γνωστών-αγνώστων φιλολόγων – εντός ή εκτός “”‘] όμως να ‘χεις πάντα στο νου σου, πως ο καθένας αξίζει όσο αξίζουν εκείνα για τα οποία έχει φροντίσει”
ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ, ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ
Κύριε Λειβαδά, είναι μάλλον προφανές ότι δεν καταλάβατε ή δεν θελήσατε να καταλάβετε τι γράφω. Δεν επιθυμω να ανοίξω διάλογο ή να τσακωθώ μαζί σας ανταλλάσοντας ποταπές προοσβολές. Θέλησα να διευκρινήσω απλώς κάτι σχετικά με την αξία του περιεχομένου και της στόχευσης του Λορεντζάτου. Η προσβλητική σας απάντησή απλώς δείχνει ότι κακώς έκανα και μίλησα. Από που συνάγετε το συμπέρασμα ότι εγώ προϋποθέτω ότι ο Λορεντζάτος “δεν είχε γνώση” των κειμένων σας;
Τέκμωρ: στη μικρή παραμόρφωση και στη μικρή αλήθεια (που λέει ο λόγος) σηκώνετε την ουρά…
– όσο και να στήνετε κόμμα το πολύ πολύ να πάρετε και τις εκλογές… μα όλες οι κυβερνήσεις θα πέσουν, αυτή είναι η μοίρα τους.
Κρατήστε την αριστερολαγνεία, τον Μητσιά και σεντόνια της παρθένας για τον εαυτό σας.
Σας φοβήθηκε το νύχι μου….
Τέκμωρ: στη μεγάλη παραμόρφωση και στη μεγάλη αλήθεια (που λέει ο Λόγος) σκορπάτε σαν κοτόπουλα.
Αντί να απαντάτε στο ερώτημα και στον εαυτό σας απαντάτε σε μένα….
Καλά (λα)στιχάκια.
Τελικά η χολή και τα νεύρα έχουν πάντοτε να κάνουν με τον πληγωμένο εγωισμό. Το ζήτημα, απ’ ότι φαίινεται δεν ήταν να μιλήσετε για τον Λορεντζάτο παρουσιάζοντας κάποιες πτυχές του έργου του πνευματικού αυτού ανθρώπου, αλλά να προβληθείτε μέσω της αναφοράς σας σ’ αυτόν. (Με έχει διαβάσει, τον έχω διαβάσει κλπ). Γι’ αυτό και δεν έχετε παρά μόνο υβριστικούς χαρακτηρισμούς για να αντιμετωπίσετε την οποιαδήποτε ένσταση. Απ’ ότι φαίνεται όσοι θέλουν να γράψουν κάποιο πόνημα ή να παραπέμψουν κάπου θα πρέπει προηγουμένως να παίρνουν την έγκρισή σας. Αυτό φίλτατε, ούτε ο Λορεντζάτος δεν το έκανε. Είναι η πρώτη φορά που παρεμβαίνω σε ιστοσελίδα να σχολιάσω κάτι που αφορά στον Λορεντζάτο. Δεν νομίζω ότι μπορώ να θεωρηθω ειδικός στις εργολαβίες. Στο ΙΚΑ έχουν λάβει γνώση των πονημάτων σας;
Αγαπητέ κύριε Γιανναρά: διασκεδάζω την συμμετοχή μου στο Ποιείν όπως πάντοτε. Εάν υποπτέυεστε πως ο σκοπός μου ήταν η αυτοπροβολή…. μάλλον είναι άδικος κόπος να γράψω οτιδήποτε. Αν το επιθυμούσα θα επέλεγα άλλο μέσο και άλλο αντικείμενο.
Σας υπενθυμίζω ολόκληρο το σχόλιό σας:
“Κύριε Λειβαδά, δεν έτυχε ποτέ να διαβάσω ή να γνωρίσω «χρήσιμο» ποιητή. Χρήσιμα εργαλεία, χρήσιμα (καταναλωτικά) αγαθά για την μεγιστοποίηση της τέρψης του βίου, χρήσιμα CV για την βελτίωση της καριέρας, ναι. Μα χρήσιμους ποιητές δεν απάντησα ποτέ κανέναν. Αλλά εσείς ως πιο σοφός κάτι θα ξέρετε περισσότερο από μένα. Ωστόσο αν κρίνω τα ποιήματα του Λορεντζάτου με γνώμονα τα ποιήματα που παίρνουν κρατικά και άλλα περικλεή βραβεία της Ακαδημία Αθηνών, έχω την αίσθηση ότι έχω να κάνω με σπουδαία ποίηση. Ιδιαίτερα το ποιήμα «Λεύκα» νομίζω ότι συμπυκνώνει την πράξη, την σκέψη και την μεταφυσική του Λορεντζάτου.
Οσο για την φράση σας «Το πού στόχευσε, όσον αφορά σε εγχώριο πρωτογενές έργο, ήταν κάτι όχι τόσο σημαντικό (εξάλλου δεν υπήρχε περίσσευμα), όσο ο τρόπος με τον οποίο το έκανε» την βρίσκω εκτός από εξοργιστική, τετριμμένα κουραστική. Εχουμε κουραστεί να ακούμε διαρκώς από την χορεία των ανθρώπων των γραμμάτων τον άναθρο ήχο από το πιπίλισμα της ίδιας καραμέλας την οποία μας έφτυσαν στα μούτρα οι στρουκτουραλιστές της δεκαετίας του ʽ60 (barthes κλπ) ότι αυτό που μετράει δεν είναι το περιεχόμενο, το «τι» των λόγων του λογοτέχνη, αλλά μονάχα το «πως». Οτι το γράψιμο είναι θέμα μορφής. Νομίζω ότι η πρότασή σας θα εξόργιζε τον Λορεντζάτο, ο οποίος δεν θα μάσαγε τα λόγια του αν αποφάσιζε να σας απαντήσει. Την απάντηση την έχει βέβαια δώσει με εκπληκτικό τρόπο ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο οποίος υπογράμμισε πως το ζήτημα στη λογοτεχνία δεν είναι ποτέ ζήτημα μορφής, αλλά οράματος. Ο Λορεντάτος έγραφε για να πει κάτι και όχι επειδή κυνηγούσε την φρούδα ποιητική αισθητική απόλαυση της γραφής, αλλά για να υπηρετήσει ένα όραμα και μια μεταφυσική αλήθεια. Γιʼ αυτό ούτε και ο δοκιμιογράφος ήταν «χρήσιμος», αλλά διαφωτιστικός. Η διαφορά έγγειται μάλλον στο ότι το φως δεν μπορεί ποτέ (όπως κι ο ήλιος) να περιγραφεί με το επίθετο «χρήσιμος».
Τι σας κάνει να πιστεύετε πως στην ποίηση κοπιάζει κανείς για το Φως; Το αντίθετο υπαρασπίζομαι γιατί αυτή είναι η πίστη μου.
Τιμητές προσώπων είναι άλλοι. Και το δείχνει η άμεση αντίδραση στην ανάρτηση αυτού του κειμένου – γιατί; Μα γιατί το όνειρο είτε Αμερικάνικο είτε αριστερίζον είτε “ελληνοχριστιανικό” για να το δει κανείς θα πρέπει πρωτίστως να είναι κοιμισμένος.
Γνωρίζω πως τα λόγια μου ακούγονται σκληρά, brutal, μα ο υποφαινόμενος ξέρετε είναι κάποιος που μπήκε στον κόπο να γράψει δυο αράδες για έναν θαυμάσιο άνθρωπο. Συνεπώς κονταροχτιούνται άλλα πράγματα, όχι τα πρόσωπά μας και οι ιδιότητές μας. Με αντιλαμβάνεστε θαρρώ…
Σας πήρε η μπόρα, δεν λέω, μα δικαίως, εφόσον εσείς απλώς διαφωνείτε με το “χρήσιμος” (που μάλλον του αποδίδετε μόνον φτηνές μαρξιστικές ιδιότητες) ενώ εγώ επιμένω σε αυτό.
Γράψτε λοιπόν για την διαφωνία που έχετε. Και αφήστε το γνωστό speculation για το τι θα μου απαντούσε ο Λορεντζάτος εάν ζούσε….
(Ανέφερα κάτι επ’ αυτού μα αναγνώσατε μόνον ιδιοτέλεια στο σχόλιό μου….)
Ανήκουμε σε άλλον κόσμο και αναζητάμε άλλον κόσμο – αυτή είναι η αλήθεια αγαπητέ μου.
Τα σέβη μου.
Την ισορροπία που θέλετε να κρατήσετε, κύριε Αραβανή, την αντιλαμβάνομαι… Τις προάλλες σβήσατε ένα σχόλιο για μένα, χωρίς να το ζητήσω.
Δεν ξέρω, αν αυτή η πρακτική είναι η καλύτερη, πάντοτε, για την ιστοσελίδά σας….
Αφήστε τους (υποτιθέμενους, πάντοτε) “πνευματικούς” ανθρώπους να “συνδιαλέγονται”, κατά το δοκούν, βεβαίως…
Εκτός κι αν αυτός ο λόγος μας αναιρεί τα πάντα…
Με την αγάπη μου, πάντοτε 🙂
ΥΓ. Ανεπίδεκτος μαθήσεως…
Πιστεύω πως δεν έχει προσεχθεί από τους σχολιαστές η υπέροχη πραγματικότητα. Πάντα, μετά από τη φαινομενική αγονία των προσωπικών διενέξεων, αναβλύζει ο ζέιδωρος λόγος των ποιητών-συνεργατών του Ποιείν (με τον τρόπο του Σοφιανού: AΡΩΜΑ ΝΕΡΑΤΖΙΑΣ). Ας παραμένουμε λοιπόν πράοι αλλά με αλαζονική αναίδεια ωστε να υποδαυλίσουμε το πάθος των ποιητών.
“Προπετή κελαηδήματα αναμειγνύονται με κορναρίσματα ποικίλλων οχημάτων,/
κι απʼ τʼ ανοιχτό παράθυρο εισβάλλει άρωμα νερατζιάς-[…]από τη ζείδωρη ένταση του φωτός που αεροβατεί αχνίζοντας/
στις φρεσκοπλυμένες μαρμαρόπλακες του παλιού Βουλευτηρίου
http://www.poiein.gr/archives/72/index.html
Κύριε Λειβαδά, αν σας πετύχω σε ένα ελληνικό νοσοκομείο ή μια δημόσια υπηρεσία θα νιώσουμε αμέσως ότι ζούμε στον ίδιο κόσμο. Δεν είπα ότι σκοπός κάθε ποίησης είναι το φως. Νομίζω πως είπα ότι αυτό πρέσβευε ο Λορεντζάτος. Δεν είναι θέμα ελληνοχριστιανισμού ή μαρξισμού. Απεχθάνομαι τις ιδεολογίες. Είναι μάλλον θέμα γλώσσας με τον τρόπο που την προσεγγίζει ας πούμε ο Βίτγκενσταϊν. το “χρήσιμη ποίηση” μοιάζει στα δικά μου μάτια οξύμωρο.
Τα σέβη και την καλημέρα μου.
Συγγνώμη αν παρασύρθηκα κι εγώ στους χαρακτηρισμούς.
Υ.Γ. Πιστεύω στους ανθρώπους και πάνω από όλα στην ανθρωπιά. Υπ’ αυτή την έννοια δεν πιστεύω στα στεγανά που χωρίζουν κόσμους και ανθρώπους.
Κύριε Ψαραδάκη,
ανεξαρτήτως διάθεσης που γράψατε το σχόλιο που διέγραψα:
“Ανεπίδεκτος μαθήσεως..Αληταράς”
καταλαβαίνετε οτι δεν μπορούσε να βρίσκεται τουλάχιστον με τη μορφή αυτή, στα σχόλια. Αν θέλετε γράψτε τι εννοούσατε με καλύτερο τρόπο, τον οποίο δεν θα τον υπαγορεύσω βεβαίως εγώ.
Αλλά μην κάνουμε διάλογο ή παράπονα και για τα ευκόλως εννοούμενα…
Είμαι πάνω από όλα φιλικά ορμόμενος προς το πρόσωπό σας κύριε Γιανναρά. Εντάξει, βλέπουμε αλλιώς τα πράγματα – και βεβαίως απαιχθανόμαστε από κοινού, καθώς φαίνεται, τις ιδεολογίες. Είστε απολύτως ευγενής και αυτό είναι χρυσό. Δεχθείτε και την δική μου συγγνώμη για τον (φυσικό μου, στον γραπτό λόγο) Brutalισμό.
Καλή σας μέρα – και ίσως σύντομα από κοντά.
Το κείμενο αυτό που άφησε μια πίκρα και μια θλίψη και τούτο γιατί αισθάνομαι, προϊόντος του χρόνου, όλο και πιο έντονη τη δυσκολία να βρίσκω πράγματα τα οποία «θα μου επιτρέπουν να…»
“Ti αν θέλοι ο σπερμολόγος ούτος λέγειν;”
περιοδικό Εποχές (τχ. Φεβρουαρίου 1965).
Άρθρο του Ζ. Λορεντζάτου για τον ποιητή της Έρημης Χώρας.
Πόσο σημαντικό για την κατανόηση των προσανατολισμών του Ζ.Λ.;
Ποια η συμβολή στη διαμόρφωση της αισθητικής πολλών νέων της εποχής;
Πόσο διαβάστηκε και πώς από τους νεότερους (με συνυπολογισμό των δεδομένων της εποχής);
Υ.Γ. Αλλά δικαιούνται “οι γνωστοί-άγνωστοι φιλόλογοι” μια κάποια συμμετοχή στη συζήτηση και μια απάντηση;
Επειδή το ΠΟΙΕΙΝ δεν είναι έρημο τοπίο, έχει δίκιο ο Γ. Μίχος για τη “βιασύνη” ορισμένων κι ο Σωτήρης Παστάκας να υπενθυμίζει την εξ των έσω οριοθέτηση των σχολίων και των ακκισμών.
Aν η λογοτεχνία είναι πληροφορίες (πόσο σημαντικό, πόσο διαβάστηκε, πόση εντύπωση προκάλεσε, πόση επίδραση άσκησε κ.τλ.) τα ερωτήματά σας είναι σημαντικά m.
Ο αναγνώστης που χρειάζεται την εισαγγελική επικύρωση της στατιστικής για να δει αν μια άποψη ζωής είναι αληθινή, δεν βλέπει τίποτε, φαντάζεται πως βλέπει απλώς. Αν η γνώση αποφασίζει τα πράγματα, φτάνει να πληροφορηθεί κανείς το αληθινό, οσο συντομότερα και γρηγορότερα τόσο το καλύτερο (το δίκτυο μας απαλλάσσει απο “περιττούς” κόπους), και βρήκε την Αλήθεια του και μαζί την αναγνώριση απο την πλειοψηφική (=λαϊκισμός) ή την μειοψηφική (=ελιτισμός) μεγαλειότητα του αναγνωστικού κοινού. Το κοινό (αυτό το κοινό που χρειάζεται να δει τον συγγραφέα του να τρελαίνεται δημόσια ή να αυτοκτονεί ωστέ να τον καταχωρίσει στους “αυθεντικούς”, “καταραμένους” κ.λπ.) θα δικαιωθεί, αυτό είναι βέβαιο.
Ως προς το δεύτερο μέρος του σχολίου σου, φίλε Σπύρο, δε διαφωνούμε -ίσως η διατύπωση της σκέψης μου δε βοήθησε.
Στο δε πρώτο μέρος αναφέρομαι στην αναζήτηση του ίδιου του Ζ.Λ., αλλά και στο γεγονός ότι μέσω της δικής του ανάγνωσης του Τ.Ε. επέδρασε στη διαμόρφωση αισθητικών προτιμήσεων σε νέους της εποχής του ΄60 μα και μετέπειτα [ ήταν ένα από τα πρώτα κείμενα που διαβάστηκε από νέους και στη δεκαετία του ’70]. Προέχει βεβαίως η λογοτεχνική ζέουσα ύλη, αλλά και η γραμματολογική πληροφορία δεν μπορεί να κλειστεί απ’ έξω.
Στο Υ.Γ. υπενθύμιζα σε προηγούμενο σχόλιο την ανάγκη αρμονικής “συμπαρουσίας”, ει δυνατόν.
Παιδιά διαβάστε την αλληλογραφία Λορεντζάτου – Σεφέρη και δε χρειάζεται τίποτα άλλο. Ποίηση δεν είναι τα ποιήματα. Είναι η ανάπτυξη, όποια ανάπτυξη, ενός επιφωνήματος. Και χρήσιμος, ξεχρήσιμος, ο Λορεντζάτος ΤΟΧΕ! Γιατί μερικά πράγματα ή ΤΑΧΕΙΣ ή δεν ΤΑΧΕΙΣ. Και ο νοών νοείτω.
Σωστά, Έφη.
Συμφωνώ εφ’ όλου του σχολίου σου, με μια μικρή προσαύξηση στην δεύτερή του φράση: “Ποίηση δεν είναι ΜΟΝΟΝ τα ποιήματα”.
Ελλείψει ποιημάτων του Λορεντζάτου (η “Σύρτις” είναι “λίγη” από κάθε άποψη) κι έχοντας διαβάσει και ξαναδιαβάσει τα δοκίμιά του, συμπλέω μαζί σου ως προς τη φρεσκάδα και το ενδιαφέρον, ακόμη και ποιητικό, της αλληλογραφίας του.