ΤΟ ΤΑΓΚΟ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ, 25-3-1934

1

Μες στης ζωής τα τωρινά, που είνʼ όλα ψεύτικα,
φτωχά κι εφήμερα,
γιομάτα χίμαιρα,
τα περασμένα πώς ξυπνούσαν ονειρεύτηκα,
κι ας είνʼ αγύριστα παντοτινά.

Μάτια που σβήσατε γρήγορα,
μάτια μου μόνο παρήγορα,
σας βλέπω πάλι μπροστά μου
με θαμπωμένη καρδιά…

Refrain

Μάτια χαμένα, λησμονημένα, γυρίστε πάλι πίσω,
δίχως το φως σας, σκλάβος δικός σας, δεν μπορώ πια να ζήσω.
Με σας δεμένη νιώθω να μένει, με πάθος, η τρελή καρδιά μου,
πρώτη παρηγοριά μου κι ελπίδα μου στερνή.

2

Και πιο πολύ δυο μάτια πλάνα που περάσανε
κι αμέσως φύγανε,
με τʼ άστρα πήγανε,
λες και γλυκό σκοπό για πάντα με κεράσανε,
κι άμα τα σκέβουμαι ξαναμεθώ…

Μάτια που σβήσατε γρήγορα,
μάτια μου μόνα παρήγορα,
σας βλέπω πάλι μπροστά μου
με θαμπωμένη καρδιά…

Μάτια χαμένα, λησμονημένα, γυρίστε πάλι πίσω,
δίχως το φως σας, σκλάβος δικός σας, δεν μπορώ πια να ζήσω.
Με σας δεμένη νιώθω να μένει, με πάθος, η τρελή καρδιά μου,
πρώτη παρηγοριά μου κι ελπίδα μου στερνή.

[ΑΤΙΤΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ], 30-3-1936

Φωνές, τραγούδια, πρόσωπα κοινά,
χρώματα, φώτα, το βιολί που παίζει,
– και δυο μεγάλα μάτια φωτεινά,
που κάθονται βουβά σʼ ένα τραπέζι.

Τα βρίσκω μʼ ένα κοίταγμα γοργό,
την ίδια ώρα και στην ίδια θέση
κι όσο τα βλέπω, δεν μπορώ κι εγώ
να κάνω βήμα, σα να μʼ έχουν δέσει.

Refrain

Τι κρύβουνε, ποια πράματα γλυκά,
δεν τόλμησα ποτέ να τα ρωτήσω.
Το βράδυ μου τα φέρνει ταχτικά
και πάλι την αυγή τα παίρνει πίσω.

Κι όλοι με λένε χάχα και κουτό.
Μα τι με νοιάζει τι μου σέρνουν πίσω;
Μου φτάνει μοναχά να τα κοιτώ,
κι ούτε ποτέ, ποτέ θα τα ρωτήσω.

Επίμετρο Hardwired film

Το «Ταγκό της Νοσταλγίας» είναι οι πρώτοι γνωστοί, μέχρι σήμερα, μελοποιημένοι προπολεμικά στίχοι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη• ανέκδοτοι, με την έννοια ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του τόμου των ποιημάτων του, είτε στην παλιά του 1964 από τις εκδόσεις “Φέξη”, με την επιμέλεια του Άρη Δικταίου – φιλολογικό ψευδώνυμο του εξ Ηρακλείου Κρήτης ορμώμενου λογοτέχνη Κωνσταντίνου Κωνσταντουράκη (1917–1983), είτε στη νεότερη διπλή (1997, 2001) έκδοση από τον “Ζήτρο”, η οποία –κακά τα ψέματα– αναπαραγάγει την προγενέστερη (εξαιρέσει της εισαγωγής, των σημειώσεων και των κακόβουλων σχολίων), χωρίς να έχει να προσθέσει, δυστυχώς, κανένα νέο στοιχείο. Πάλι καλά, όμως, που υπάρχει επικοινωνώντας όλους εμάς με το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου.
Οι στίχοι στο «Ταγκό της Νοσταλγίας» γράφτηκαν στις 25-3-1934, κατά την 113η επέτειο της εθνικής Ανεξαρτησίας της 25ης Μαρτίου 1821 – ένα ταγκό αντί θούριος! Και μελοποιήθηκαν τότε περίπου, στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Θέτω ως όριο το 1935, ως όριο και όχι ως αρχή, μιας και διόλου απίθανο να υπάρχουν και προγενέστερα μελοποιημένοι στίχοι του ποιητή. Άλλος ένας τομέας τής έρευνας αυτός, η προπολεμική περίοδος (μιας και η μεταπολεμική έχει εξακριβωθεί πολλαπλά όσον αφορά τη μουσική), εξίσου παρθένος και δελεαστικός, πιο δύσκολος στην έρευνα – γιʼ αυτό και πιο επιθυμητός. Ας επανέλθουμε στο προπολεμικό ταγκό. Τη μουσική έγραψε ο Μήτσος Μέρτικας, όπως σημειώνει ο ποιητής στο χειρόγραφό του, που βρίσκεται στα κατάλοιπα του αρχείου του Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ. Άγνωστη η φωνή που το τραγούδησε, η ερμηνεία, αντρική ή γυναικεία. Μακάρι να βρεθεί σύντομα αυτό το λικνιστικό προπολεμικό και ονειροπόλο ταγκό.
Εδώ και πολλά χρόνια έχω θίξει την εμμονή του Λαπαθιώτη όχι απλώς στο πρόσωπο, αλλά κυρίως στα μάτια του Άλλου. Τη σημασία που διαδραματίζει η μια από τις δύο κύριες αισθήσεις, εκείνη της όρασης – η εντελώς άμεση, η καίρια, αντίληψη τού ωραίου, στην ερωτική ποίησή του• η άλλη είναι η αφή. Έγραψε αρκετά και πολύ ωραία ποιήματα για τα μάτια: «Μεθύσι», «Ο επαναπαυόμενος αθλητής», «Εμένα την καρδιά μου δεν τη θόλωσαν…», «Μάτια», «Επεισόδιο», «Νάρκισσος», το οποίο έχει μελοποιηθεί. Στις 30-3-1936, ο Λαπαθιώτης γράφει κάποιους άλλους πολύ ωραίους στίχους του, δίχως τίτλο, οι οποίοι επικεντρώνονται κι αυτοί στα μάτια ενός προσώπου. Άγνωστο αν έχουν μελοποιηθεί – ο ποιητής δεν σημειώνει όνομα συνθέτη στο χειρόγραφό του. Ευκαιρία λοιπόν να γίνει τούτο το ποίημά του το επόμενο τραγούδι σε στίχους Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.