Ὁ Χιόνης γράφει πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια Ποίηση. Γράφει ποιήματα ποὺ ἔχουνε μία πυκνὴ ἀφήγηση, διατηροῦνε ἕναν ἰδιαίτερο ρυθμό, μὲ τὸ φανταστικὸ καὶ τὸ παράδοξο νὰ κυριαρχεῖ. Εἶναι οἱ περισσότερες συλλογὲς του αὐτὸ ποὺ συνηθίσαμε νὰ λέμε «πεζὰ ποιήματα».
Τὸ πέρασμά του στὴν πρόζα, στὴν πιὸ ἐκτενῆ καὶ χαλαρὴ ἀφήγηση, ἦταν μία φυσικὴ ἐξέλιξη, μιὰ σχεδὸν ἀναμενόμενη ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ἔκφρασής του, ὅπου ὅμως πάντα ρέει ἕνας ἀφανέρωτος ρυθμός. Μὲ λίγα λόγια συνεχίζει νὰ γράφει ποιήματα μόνο ποὺ τώρα θὰ τὰ χαρακτηρίζαμε «ποιητικὰ πεζά».
Οἱ διαχωρισμοὶ εἶναι λεπτοί, ἀλλὰ εἶναι σαφὲς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν μιὰ μορφὴ στὴν ἄλλη. Δυὸ πράγματα παραμένουν ἴδια: ἡ μουσική σάν ὑπόγειος ρυθμὸς καί… τὸ παραμύθι.
Γιατί πρῶτα- πρῶτα ὁ Χιόνης εἶναι ἕνας ἀθεράπευτος παραμυθάς. Ἕνας δεξιοτέχνης τοῦ εἴδους ποὺ σκηνοθετεῖ παραστατικὰ καὶ συνδέει τὶς αὐτόνομες ἀφηγήσεις του, ὥστε νὰ ὁλοκληρώσουν ἕναν κύκλο ποὺ ἀκουμπᾶ στήν ἀρχε- τυπική Φύση (ὡς ἕνα γήινο κι ουράνιο σύμπαν) ποὺ ἐμπεριέχει καὶ τὴ Ζωὴ καὶ τὴ Φθορά καὶ τό Θάνατο.
Ταξιδεύει μὲ τὴ φαντασία του καὶ μὲ τὰ «λεκτικὰ του τοπία» δημιουργεῖ μία νέα πραγματικότητα ποὺ στέκει ἀπέναντι σʼ αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὀνομάζουμε πραγματικότητα γιὰ νὰ τὴν καγχάσει δαιμονικά.
Ἕνας παραμυθὰς ποὺ βγάζει περιπαιχτικὰ τὴ γλώσσα του στὴν σοβαρο-φάνειά μας, στὸν ἐπαρχιωτισμό μας, στὴν ξενομανία μας. Μὰ πιὸ πολὺ τολμάει νὰ βγάλει τὴν γλώσσα του κοροϊδευτικὰ στὸν Χρόνο, στὸν Θάνατο. Παίζει μαζί του, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ χάσει, σʼ αὐτὸ τὸ σημαδεμένο παιχνίδι, ὅμως τὸν προκαλεῖ μὲ εἰρωνεία καὶ σαρκασμὸ σὲ μία διαπάλη πού μας καλεῖ ἔμμεσα κι ἐμᾶς νὰ συμμετάσχουμε. Ἀντιμέτωποι μὲ ὅλον τὸν τρόμο, τὴν φρίκη, τὸν πανικὸ τοῦ ἐπελαύνοντος κενοῦ.

***

Ἡ μουσικὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ γραφτὰ τοῦ Ἀργύρη Χιόνη ἔχει ἕναν σύγχρονο ρυθμό, μιὰ μουσικὴ ποὺ ἀκούγεται δεμένη μὲ τὴν ἀφήγηση ὅπως ἡ ὑπόκρουση (τὸ soundtrack) στὸν κινηματογράφο.
Τὸ λυρικὸ στοιχεῖο στὴν ποίησή του παραμένει ἀλλὰ μὲ ἄλλον ρυθμό, μὲ ἄλλες νότες, μὲ ἄλλες τοῦ πάθους ὀκτάβες. Στὸν Χιόνη ἴσως αὐτὸ τὸ στοιχεῖο νὰ κάνει τὴν διαφορά, ὄχι μόνο τὰ νοήματα, τὰ νοούμενα καὶ ὑπονοούμενα. Περισ- σότερο ἡ ὑπερβατική μουσική ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργοῦν. Μιὰ μουσικὴ ποὺ μένει μέσα μας, πού συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ καὶ μετὰ τὸ κλείσιμο τοῦ βιβλίου.
Αὐτὴν τὴν μουσικότητα στὸ ἔργο τοῦ Χιόνη – καὶ τὸ ποιητικὸ καὶ τὸ πεζὸ – τὴν βρίσκω πολὺ ἐνδιαφέρουσα, ἀποτελεῖ μία ἰδιαιτερότητα ποὺ σίγουρα χρίζει περαιτέρω διερεύνησης.

***

Ἡ γλώσσα τοῦ Χιόνη ἔχει ἀσκηθεῖ σὲ ἕναν τραχύ, χοϊκὸ λόγο ποὺ ὑπα- κούει σʼ ἕνα ἔνστικτο μʼ ὅλες τὶς ἀποχρώσεις τοῦ γαιώδους. Μιὰ γλώσσα ἁπλὴ μὰ κοφτερή, ποὺ τσακίζει ὅταν χρειάζεται κατεστημένες ἀντιλήψεις.
Γιατί ἕλκει τὴν καταγωγή του ἀπὸ πολὺ παλιά. Ἀπʼ τὸν παπποὺ Ἠρά-κλειτο μὰ ταυτόχρονα εἶναι ἀπόγονος τοῦ Λάο Τσέ, τῶν κυνικῶν φιλοσόφων, τοῦ καυστικοῦ Λουκιανοῦ, τοῦ Λατίνου παραμυθὰ Ὀβίδιου, τῶν παραμυθάδων τῆς Ἀνατολῆς, τοῦ σαρκαστικοῦ Βωδαιλαίρου, τοῦ δαιμονικοῦ Δοστογιέφσκι, τοῦ ἀειθαλοῦς Σκαρίμπα, τοῦ εὐφυοῦς Ἐγγονόπουλου, τοῦ Γιώργου Μπόρχες, τοῦ Σάμιουελ Μπέκετ, τοῦ Καλβίνο, τῶν δημιουργῶν κόμικ…
Τώρα θὰ ἀπορεῖτε πώς σᾶς ἀραδιάζω τόσους ἑτερόκλητους πνευματικοὺς ἀνθρώπους, τόσα ἑτερόκλητα εἴδη ἔκφρασης. Κι ὅμως στὸν Ἀργύρη Χιόνη ἀνα- σαίνουν, ἐγὼ προσωπικὰ ἔτσι τὸ νοιώθω, ὅλοι οἱ παραπάνω συνυπάρχουν μέσα στὸ ἀφανὲς ἐργαστήρι του, συνομιλοῦν μαζί του, διαπληκτίζονται, τσακώνονται κυριολεκτικὰ ποιὸς θαʼ ναι ὁ δάσκαλός του. Κανένας, γιατί ὁ μαθητὴς ἔχει τὸ δικό του «ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο φῶς», αὐτὸ τὸν καθοδηγεῖ γιὰ νὰ φτιάξει τὰ χειρο- ποίητα παραμύθια του.
Τὰ κόμικ, τὸν ἔχουνε βοηθήσει νὰ δημιουργεῖ μὲ δυὸ λεκτικὲς πινελιὲς τύπους ξεχωριστούς. Μὲ ἄλλες δυό-τρεῖς πινελιὲς σιάζει τὸ κοινωνικὸ καὶ ψυχολογικὸ ὑπόστρωμα. Ἡ πλοκὴ μπορεῖ πλέον νὰ λειτουργεῖ εἴτε ἐξωτερικά, εἴτε ἐσωτερικὰ πάνω σʼ αὐτὸν τὸν καμβά, ἀρκετὲς φορὲς σὰν φιγοῦρες πάνω στὸ φωτισμένο πανί.
Δὲν εἶναι τόσο ἡ ἐξωτερικὴ πλοκὴ ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει, αὐτὴ εἶναι μόνο ἕνα ὄχημα, γιὰ νὰ κινηθοῦν, νὰ πάρουν μπρός, τὰ ἐσωτερικὰ ρεύματα. Μετά, αὐτὰ τὰ ρεύματα, κινήματα τῆς ψυχῆς, τʼ ἀνεστραμμένα τῆς λογικῆς φαινόμενα -πὲς πα- ράδοξα ἢ φανταστικά- αὐτονομοῦνται γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς δικούς τους νόμους, τὴν δική τους νομοτέλεια, γιὰ νὰ δημιουργήσουν ἕναν κόσμο ποὺ λειτου- ργεῖ παράλληλα ἢ σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε πραγματικὸ κόσμο.
Αὐτὴ ἡ ἀντίθεση ἢ ὁ παραλληλισμός, παρόλο ποὺ φαίνεται σὰν ἕνα ἁπλὸ παιχνίδι συμπτώσεων, πετυχαίνει μία ρωγμὴ στὴν συνείδηση τοῦ ἀναγνώστη. Ἀπʼ τὴν ρωγμὴ αὐτὴ θὰ ξεπηδήσουν ἐρωτήματα, σκέψεις, ἀπορίες, θὰ βάλουνε σὲ κίνηση μύχιους μηχανισμοὺς γιὰ νὰ ἀνατρέψουνε παραδεδεγμένα. Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι βάζει σὲ κίνηση. Ὅτι ἐνεργοποιεῖ ψυχικὲς καὶ νοητικὲς λειτουργίες, ξυπνᾶ τὰ ναρκωμένα ἀνακλαστικά μας.
Αὐτὸ γίνεται, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς στὴν κόψη τῆς ἔκπληξης. Σὰν ἐπί- γραμμα, ποὺ ἀπὸ ἕνα εὐτελὲς καθημερινὸ συμβάν, ἕνα γεγονὸς ἴσως ἀσήμαντο τοῦ μικρόκοσμου, μεγεθυνόμενο μέ τὸν ἐσωτερικὸ φακὸ τοῦ δημιουργοῦ, λαβαί- νει διαστάσεις κοσμικές, συμπαντικές. Δημιουργεῖται αὐτόματα ἕνα γενικὸ νόη- μα ποὺ καρφώνεται ἀκαριαία στὴ συνείδηση.

***

Αὐτὰ τὰ ἐντελῶς ὑποκειμενικά (ἑρμηνευτικά – παρερμηνευτικά) γιὰ τὸ γενικότερο πνεῦμα τοῦ Χιόνη. Ἂς πᾶμε τώρα στὸ βιβλίο γιὰ νὰ τὸ δοῦμε μὲ μία ματιά.
Ἂν διαβάσεις τά ἀφηγήματα, μὲ τὴ σειρὰ καὶ προσεκτικὰ, θὰ διαπιστώ- σεις ὅτι δημιουργοῦν μίαν ἑνότητα. Ἕνα σπονδυλωτό ἔργο.
Στὸ πρῶτο, εἰσαγωγικό ἀφήγημα, τὸ «Θαλουρανὴλ καὶ Νεφοσκοτία», ξεδι- πλώνει τό θέμα ποὺ θὰ μᾶς ἀναπτύξει. Δημιουργεῖ μίαν ἀτμόσφαιρα ποὺ μοιάζει μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα τῶν κόμικ. Γιὰ νὰ μᾶς μπάσει στὸν κόσμο τοῦ παραμυθιοῦ, νὰ μᾶς δείξει τὸ «ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο φῶς» ποὺ θὰ καλύψει τοὺς ἥρωές του.
Ὁ πρῶτος ἥρωάς του, ὁ Κυριάκος Παναγιωτόπουλος, εἶναι ἕνας ἄγγελος, ἕνας ἄνθρωπος πάσχων, ὅπως κάθε πραγματικὸς δημιουργὸς (ἐμένα ἡ μορφὴ του μοῦ θύμισε τὸν γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά). Σʼ αὐτὸ τὸ ἀφήγημα περνᾶνε ὁ Ἔλευθέριος Βενιζέλος, ἡ οἰκονόμος τοῦ Προύστ, ὁ Στρατὴς Ἐλευθεριάδης-Teriade. Ξεδιπλώνεται ἡ ἀφήγηση, ἐπικεντρωμένη στὸν ἥρωα, ὅπου ἡ μανικὴ τρέλα τοῦ δημιουργοῦ συναντᾶ τὸ φιλοσοφικὸ αἰτούμενο τοῦ νοήματος τῆς τέχνης. Μιὰ μικρὴ ἀνατρεπτικὴ πραγματεία περὶ θείου, δημιουργοῦ καὶ τέχνης.
Οἱ ἄγγελοι ἐναλλάσσονται μὲ τοὺς δαίμονες ἀπὸ ἀφήγημα σὲ ἀφήγημα, κι ἄς ἔχουν πολλὲς φορὲς καὶ τὰ δυὸ χαρακτηριστικὰ (δαιμονικὸ κι ἀγγελικό).
Στὸ «πατήρ, υἱὸς καὶ ἄφθονο αἷμα» ἔχουμε ξεκάθαρα τρεῖς δαίμονες ποὺ ταλανίσανε τὴν ἀνθρωπότητα, μέ τήν στυγνὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας τους.
Παρακάτω ἕνας ἄγγελος, ἁπλὸς ἄνθρωπος τῆς Κρήτης, ὀνόματι Ἄγγελος. Ἡ φυσικὴ δύναμη καὶ παλικαριά σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν προηγηθεῖσα δύναμη τῆς ἐξουσίας.
Στό «Κυδίππη καί Διαγόρας» ἀπό τήν φυσική δύναμη περνᾶμε σʼ ἕνα «αἱρετικό» σχόλιο σχετικὰ μὲ τὴν παρέμβαση ἢ μὴ τῶν θεῶν στὶς τύχες τῶν ἀνθρώπων.
Σχετικὸ μὲ τὴν τύχη τῶν αἱρετικῶν («καθένας πού ʼχει γνώμη κόντρα στοῦ δυνατότερου τὴ βούληση») εἶναι τὸ ἑπόμενο ἀφήγημα: «Στοῦ κύκλου τὰ γυρίσμα- τα». Μὲ πολὺ ὡραῖο βηματισμό, δηλαδὴ ρυθμό, ἕνα πικρὸ-μελαγχολικὸ ποίημα.
Ἀκολούθως περνᾶμε σὲ μία ἐκτενέστερη ἱστορία τοῦ «Ἀμπού Μουράχ», γιὰ νὰ ἐξεταστεῖ τὸ θέμα τῆς πίστης καὶ τῆς πάλης ἐνάντια στὸ κακό, σὲ σχέση μὲ τὸν μυστικισμό, τό μεταφυσικό – ὑπερφυσικὸ καὶ τὸ παράλογο. Τό πιό πυκνό σέ νοήματα κι ἀνατροπές ἀφήγημα, μέ τό διακριτό Χιόνιο ὕφος καί τόν ποιητικό ρυθμό νά πάλλει.
Στὰ ἑπόμενα τέσσερα ἀφηγήματα πραγματεύονται μέ συμβολικό καί ἀλληγορικό μανδύα τὰ θέματα: τῆς φαντασίας, τοῦ ἐφιάλτη, τοῦ φόβου, τῆς ἁγιό- τητας, τῆς ἐνόρασης, τῆς ἐπιθυμίας, τῆς δαιμονικῆς δύναμης τοῦ ὀνείρου.
Ἀκολουθοῦν δυὸ ἀγγελοδαίμονες, ἕνας πρωτοξάδελφος τοῦ συγγραφέα καὶ ἕνας θειός, ἀπὸ τὴν Ἴο κι οἱ δυὸ – τόπο καταγωγῆς ἀπὸ μεριᾶς πατέρα τοῦ συγγραφέα – μὲ διαφορετικὲς ἱστορίες ὁ καθένας.
Στὴ συνέχεια ἔχουμε ἕναν πολὺ δυνατὸ αὐτοβιογραφικὸ μύθο, τὴν Χίμαι- ρα τοῦ Ποιητῆ, ἕνα ἄσχημο ζῶο, ποὺ τὸν ἀπομονώνει ἀπὸ τὸν περίγυρό του. Ἕνα αὐτοσαρκαστικὸ ἀφήγημα.
Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι οἱ σημειώσεις στὸ τέλος τοῦ βιβλίου, ἐκτὸς ἀπὸ κατατο-πιστικές, ἀποτελοῦνε ἕνα ξεχωριστὸ ἀφήγημα ποὺ μπορεῖ νὰ διαβαστεῖ κι αὐτο- τελῶς. Ξεπερνᾶνε πολλὲς φορὲς τὸν σαρκασμὸ καὶ τὴν εἰρωνεία ἀκόμη καὶ τῶν ἴδιων τῶν ἀφηγημάτων ποὺ ἐπεξηγοῦνε.
Στὸν «Γιαννάκη τὸν Ἀτρόμητο», τὸ προτελευταῖο ἀφήγημα, ἔχουμε μία παραλλαγὴ ἐνὸς παραμυθιοῦ, μεταγραμμένου ἀπὸ τὸν Ἴταλο Καλβίνο. Μιὰ ἔξυ- πνη μεταγραφὴ τῆς μεταγραφῆς μέ Ἀργυροxιόνιο ἐπιμύθιο κι ὁλάκερο μὲ ποιη- τικὸ ρυθμό.
Γιὰ νὰ περάσουμε στὸ τελευταῖο ἀφήγημα, ὅπου ἐκεῖ ποὺ νομίζουμε ὅτι θὰ μᾶς πεῖ τὸ συνηθισμένο «περάσανε αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα», μᾶς φέ- ρνει μπροστὰ στὸ φάσμα τῆς ἐρημιᾶς μὲ ἕνα δημοτικὸ λάχνισμα.
Μὲ τὰ παιχνίδια ποὺ παίζαμε παιδιά, ποὺ δίχως νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε μᾶς ἐξοικειώνανε μέ τήν σκληράδα τῆς ζωῆς μά πιό πολύ μὲ τό ἀπόλυτο τοῦ θανά- του.
Ἡ ἀναζήτηση τῆς «Θαλουρανήλ» εἶναι μᾶλλον μάταιη, οἱ δρόμοι εἶναι παγιδευμένοι, κάθε παιχνίδι κρύβει μέσα του μίαν ἀντίστροφη κίνηση, μιά ἄλλη κατάσταση, ἕνα σκληρό τίμημα. Τὸ τίμημα τοῦ κενοῦ καὶ τῆς ἐρημιᾶς.

***

Διατρέχουν τʼ ἀφηγήματα τοῦ Χιόνη, τὸ ἐφήμερο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρ-ξης, τὰ χθόνια πάθη, ἡ μαγνητικὴ βαρύτητα πού μᾶς ἕλκει στὴ γῆ, πού μᾶς πρόσ- γειώνει. Μόνο ἡ ἀγκαλιὰ τῆς Φύσης παραμένει λυτρωτική. Αὐτὴ ποὺ θὰ μᾶς δεχθεῖ, ἡ μεγάλη ἱερὴ μητέρα, σὲ χῶμα γόνιμο γιὰ νὰ μᾶς μετατρέψει.
Οἱ ἄγγελοι του δὲν ἔχουνε φτερά, δὲν ὑπερίπτανται σὲ γαλανοὺς αἰθέρες – μόνο ἕνας χαρταετὸς καταφέρνει αὐτὴ τὴ φυγὴ πρὸς τούς οὐράνιους λειμῶνες- κινούνται μαζί μας στὴ γῆ, φουμέρνουν τσιγάρα, πίνουν, ἐρωτεύονται, ἀγαποῦν ἢ μισοῦν, κουβαλᾶνε ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Ἀργύρης Χιόνης μὲ μία ἰδιαίτερη ματιὰ διερευνᾶ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, τὶς δαιμονικὲς κι ἀγγελικές, φυγόκεντρες ἢ ἔκκεντρες δυνάμεις ποὺ καθορίζουν τὶς μοῖρες ὅλων τῶν «ὄντων καὶ μὴ ὄντων».
Ἀφουγκράζεται τὸν ταραγμένο βυθὸ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ μᾶς ἱστορήσει μὲ μία γενικευμένη εἰρωνεία, ἕναν κυνικὸ ἀπολογισμὸ τῶν φαινομέ- νων, την ματαιότητα τοῦ κόσμου, τὸ παιχνίδι τῆς ζωῆς ποὺ μεταμορφώνεται σὲ παιχνίδι τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.

Θάνος Κανδύλας
Νοέμβρης 2007