Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Κεντρωτής, «Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος: εναντίον του γλωσσικού θετικισμού»

 

 

Πολύπτυχη έκπληξη νιώθει ακόμα και στις μέρες μας ο αναγνώστης που πρωτοέρχεται σε επαφή με το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου. Μία πτυχή της, ίσως δε η ισχυρότερη, που είναι επίσης πολύπτυχη, αφορά τη γλωσσική δομή των ποιημάτων τους, τόσο στο μορφολογικό όσο και στο σημασιακό επίπεδο. Οι λέξεις και οι συνάψεις των λέξεων λειτουργούν μέσα στα ποιήματά τους τόσο «περίεργα», τόσο «παράδοξα» και με τρόπο τόσο «θαυμαστό» και τόσο «αντικειμενικά τυχαίο» (1), αλλά και με τόση ποσότητα σημασιακού πλεονάσματος –γι’ αυτό, άλλωστε, και η μόνιμη και ολοένα δεινότερη έκπληξη–, ώστε φθάνουν στο σημείο, όπου οι διατασσόμενες στον ποιητικό τους λόγο γλωσσικές μονάδες, όσο μάλιστα εξαπλώνονται στο εύρος του πλέγματος των συνυφαινομένων, σημειώνουν στον μεν συνταγματικό άξονα σχέσεις εν απουσία, στον δε παραδειγματικό άξονα σχέσεις εν παρουσία. Κατάσταση άνω ποταμών, με άλλα λόγια! Κατάσταση, θα λέγαμε, αληθώς υπερρεαλιστική για τους εις το διηνεκές αφοσιωμένους οπαδούς του υπερρεαλιστικού κινήματος· κατάσταση αυτόχρημα «σουρεαλιστική» για τους ανεπιγνώστως μοχθούντες πολεμίους του που επιμένουν να θεωρούν τον υπερρεαλισμό και σήμερα ακόμα «μπουρδολογία» (2).

 

Αφού, έστω και εκ περισσού (και με τη θρησκευτική έννοια του όρου), ομολογήσουμε ότι ανήκουμε παιδιόθεν στους πρώτους, διατελούμε δε οσημέραι αμετανόητοι και ολονέν φανατικότεροι θιασώτες του κινήματος, θα προσθέσουμε πως συνυπονοείται, βέβαια, ότι στο γλωσσικό παίγνιο, που δια βραχυτάτων σημειώσαμε και που καθορίζεται από την αντιστροφή των γλωσσολογικών όρων, επιστρατεύονται για να συμμετάσχουν, και μάλιστα με αναπτυγμένη τη δύναμη και την αλκή τους, όλα τα σχήματα λόγου και διανοίας, και δη, αφού κατ’ ανάγκην αρθρωθούν στο εγγενές ρητορικό τους επίπεδο, να επιδιώξουν να αναχθούν συνειρμικώς και εντελώς από του αυτομάτου στον φαντασιακό ορίζοντα της προσδοκίας του αναγνώστη, όπου και θα πρέπει να λειτουργήσουν αμέσως ποιητικά. Για να κατορθωθεί, επομένως, η ποιητική υποστύλωση του γλωσσικού υλικού των ποιημάτων του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, συνεργάζεται η γλωσσολογία με τη ρητορική, και μάλιστα σε τόσο εντατικά εναλλασσόμενους ρυθμούς, που πολλές φορές δεν ξέρεις όχι μόνο ποιά υπερτερεί ποιάς, αλλά και εν τέλει πόση «γλωσσολογία» απομένει μέσα στη «γλωσσολογία» και πόση «ρητορική» μέσα στη «ρητορική», ύστερα από την υπερρεαλιστική ώσμωσή τους σε ποιήματα όπως, φέρ’ ειπείν, Τα σπιρούνια των κοριτσιών και η ταχύτης των υδάτων του Εμπειρίκου (3) και Το σκυροκονίαμα των ηρωικών παρθένων του Εγγονόπουλου (4).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αναστασία Μιχελάκη, “Στη «Ραψάνη» του Σωτήρη Παστάκα”

Φωτογραφίες ΚΑΤΩ ΟΛΥΜΠΟΣ - ΡΑΨΑΝΗ ΝΤΟΥΡΟΥΤΗ ΜΗΤΣΟΛΑΚΚΑΣ ΠΑΤΩΜΕΝΗ ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΗ

 

Στη «Ραψάνη» του Σωτήρη Παστάκα
Όπου και να ταξιδέψω η μαμά (Ελλάδα) με πληγώνει…

Το ποίημα «Ραψάνη» του Σωτήρη Παστάκα συνιστά μία επιστροφή στην έννοια της μητέρας. Η μητέρα ανάγεται (βαθμηδόν) σε σύμβολο. Η επιστροφή στην έννοια της μητέρας κατορθώνεται:
α. με την αφιέρωση στο πρόσωπό της,
β. με την επιστράτευση της μνήμης (με την ανάκληση εικόνων, οσμών, γεύσεων).
Επιστροφή στη γενέθλια μητέρα γη (επιστροφή στην «Ραψάνη» της Λάρισας). Επιστροφή στη γεννήτορα, τη μητέρα του ποιητικού υποκειμένου. Επιστροφή στη γενέθλια μητέρα χώρα (επιστροφή στη μητέρα Ελλάδα):

«Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου
σήμερα που η μαμά χαροπαλεύει»
(97-98).

Ολόκληρο το ποίημα στηρίζεται σε δίπολα και αξιοποιεί με αριστοτεχνικό τρόπο το σχήμα της αντίθεσης. Καταιγισμός εικόνων, καταιγισμός αισθήσεων. Γλώσσα αιχμηρή, γλώσσα εξαιρετικά τολμηρή.
Τα αντιθετικά ζεύγη, που εντοπίζονται στο ποίημα, θα μπορούσαν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
1. Φύση/ παρά φύση,
2. ζωή/ θάνατος,
3. θάνατος/ αθανασία,
4. αριστερά/ δεξιά,
5. έξω/ μέσα,
6. ημέρα/ νύχτα,
7. χθες- τότε / σήμερα- τώρα,
8. ακινησία/ κίνηση,
9. «φαίνεσθε»/ «είσθε».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Βασίλης Λαλιώτης, “Τουιττέρια για τον Σπύρο Αραβανή”

Δεν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που στοχεύει στην ποίηση στις μέρες μας και να μη ξέρει πως στο κέντρο της αναμονής κυβερνάει η αίσθηση της περιττότητας. Και από τη στιγμή που δεν γράφει από ξεχείλισμα, αλλά από πρόθεση αναφοράς σε μιαν αγορά, δεν έχει άλλο τρόπο παίρνοντας το λόγο, από το δρόμο της αυτολογοκρισίας.

Ο Σπύρος Αραβανής ζει ως νομάδας σε κάθε ζήτηση γραφής των ημερών. Με προσεκτικές μετακινήσεις στο παγιδευμένο από κάθε είδους απειλές της εξουσία τοπίο, συλλέκτης του ήθους προσώπων που έζησαν της παρουσία και την ήττα τους ίσως στην επιφάνεια του παρόντος της πολιτιστικής δημοσιογραφίας, ζητάει έργω νομίζω τον «ευσυγκίνητο άνθρωπο» που έβαζε σαν πρόταγμα ο Χειμωνάς.
Η έργω άποψη της ποίησης που καταθέτει είναι η ανάληψη μιας παράδοσης όπου η ποίηση είναι η μνήμη ενός ηθικού αιτήματος στο αυτί της πολιτικής. Κάτι το αναχρονιστικό σε μιαν εποχή εξευτελισμού του ρόλου του ποιητή. Την παροντοποίηση του ηθικού αυτού αιτήματος την παράγει με έναν διάλογο, ο οποίος βλέπει πλάγια και προς το έργο όσων διαλέγεται , αλλά και στον έλεγχο της υπό άλλους όρους παρουσίας του στο παρόν.
Ο ορίζοντας αυτού που θεωρεί αγορά της ποίησης, περιέχει όλους τους τόπους του ενεργού λόγου. Τόσο την γραμμένη στα παραδοσιακά πλαίσια της φιλολογίας, όσο και την τραγουδισμένη, στην ιδιαίτερη εκείνη μορφή που μας παραδόθηκε ιστορικά, όταν η γραπτή ποίηση μέσα από την τραγουδισμένη είχε τη μεγαλύτερη κοινωνική της επίδραση.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ζήσης Αϊναλής, «Η Σιωπή της Σίβας» [κρίνει ο Κώστας Τσιαχρής]

 

Δημιουργός που βιώνει απόλυτα τον παλμό της εποχής του , ο Ζήσης Αϊναλής ακολουθεί έναν καινούργιο δρόμο ,όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, στη δημοσίευση της ποιητικής δημιουργίας , παρακάμπτοντας τους εκδοτικούς οίκους και τους άλλους διαμεσολαβητές ,και προσφέροντας ο ίδιος τη δουλειά του μέσω του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΒΑΚΧΙΚΟΝ . Αν και έχουν προηγηθεί κι άλλες παρόμοιες προσπάθειες , η συγκεκριμένη ηλεκτρονική έκδοση , γέννημα ενός από τους καλύτερους νέους Έλληνες ποιητές και κριτικούς της λογοτεχνίας , καταγγέλλει συνειδητά και μεγαλόφωνα τη χειραγώγηση και την οικονομική εκμετάλλευση της τέχνης από τους διαθέτοντες τα μέσα για τη δημοσιοποίηση και την προώθησή της , και προτείνει ως διέξοδο την απευθείας επαφή του δημιουργού με το κοινό μέσα από την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων πληροφόρησης , χωρίς φυσικά να παραγνωρίζει και τις αρνητικές όψεις του εγχειρήματος [απουσία μηχανισμών προβολής , δωρεάν διάθεση του έργου ,αναγνωστικό κοινό που αντιμετωπίζει ακόμη με δυσπιστία εγχειρήματα αυτού του είδους ]. Παρά τις δυσκολίες αυτές ο Ζήσης Αϊναλής , όντας αντισυμβατική καλλιτεχνική φιγούρα , τολμά , και η δουλειά του είναι από εκείνες που επιβεβαιώνουν το φανέρωμα μιας νέας ποιητικής γενιάς , της οποίας χαρακτηριστικά είναι η εσωτερικότητα , η αναζήτηση ενός προσανατολισμού μέσα σε μία απόλυτη ιδεολογική σύγχυση , η αγωνία για την εύρεση μιας διεξόδου , η αναγωγή του καθημερινού βιώματος σε αισθητικό γεγονός , η απενοχοποίηση του χυδαίου ,η πλήρης απελευθέρωση των εκφραστικών τρόπων ή και η αναδιάταξη εκείνων της παραδοσιακής στιχουργίας ώστε να ανταποκρίνονται στις αλλαγές των καιρών , οι επιδράσεις από ποικίλα λογοτεχνικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν , και η δημιουργική συγχώνευσή τους .Το μυστικό ωστόσο που κάνει την ποίηση του Αϊναλή ιδιαίτερη , είναι ότι παρακολουθεί την άνδρωση αυτής της γενιάς κατά κάποιο τρόπο απ’ έξω ,χαράσσοντας με τους δικούς του όρους το λογοτεχνικό του στίγμα και δημιουργώντας μία ποίηση εγκεφαλική , απαιτητική και την ίδια στιγμή χειμαρρώδη , κατάστικτη από υπαρξιακές , μεταφυσικές και πολιτικές αναφορές . Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει χαρακτηριστικά : «Κάθε καλλιτεχνικό έργο , μόνο και μόνο εξαιτίας της δημοσιοποίησής του , της κάθετης παρέμβασής του στο χωροχρονικό γίγνεσθαι , αποτελεί μια πράξη πολιτική».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Λεύκιος Ζαφειρίου, Μια μικρή κατάδυση στην ποιητική του» [γράφει ο Κώστας Τσιαχρής]

 

Με την Κύπρο με συνδέει ένα παράξενο βαθύ σώμα που η ανόρθωσή του μέσα μου ξεκίνησε στα χρόνια της εφηβείας , όταν ανακάλυπτα την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη , τον Οθέλλο του Σαίξπηρ , τα κυπριακά λυρικά ποιήματα της Ενετοκρατίας , τους Κύπριους συμφοιτητές μου και τα βιώματά τους . Παρόλο που ποτέ δεν ταξίδεψα στο νησί και δεν ξέρω αν θα έχω την ευκαιρία ποτέ να το πράξω , υπήρχε πάντοτε αυτό το σώμα που όταν το άγγιζα , αισθανόμουν πως αυτό που φαίνομαι είναι μια φρεναπάτη και πως ανήκω σε άλλα σχήματα και σε άλλα αίματα . Περιπλανώμενος μάλιστα στα λογοτεχνικά επιτεύγματα της μετά την ανεξαρτησία εποχής για το νησί , συναντούσα εξαιρετικούς δημιουργούς των οποίων το έργο , όπως ήταν λογικό, κουβαλούσε κάτι από το πεπρωμένο αυτής της μικρής πράσινης πινελιάς στον θαλασσινό καμβά της Μεσογείου . Ένας από αυτούς , ίσως ο σημαντικότερος κατά την κρίση μου , ήταν ο Λεύκιος Ζαφειρίου .
Η πρώτη μου «συνάντηση» μαζί του πραγματοποιήθηκε στις σελίδες μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση , την οποία προλόγιζε ο ίδιος .Έτσι , μου δόθηκε το έναυσμα να αφουγκραστώ βήμα με βήμα τον τόνο μιας γνήσια ποιητικής φωνής , η οποία για σχεδόν πενήντα χρόνια αγωνίζεται να καθαρίσει τις λέξεις από την καθημερινή τους σκόνη . Με αφορμή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λεύκιου Ζαφειρίου από τον εκδοτικό οίκο «Γαβριηλίδης» , θα επιχειρήσω να εισβάλω στις αρτηρίες της ποιητικής του , με την ελπίδα πως θα μπορέσω να υφαρπάξω λίγο από το οξυγόνο που ήδη μεταφέρουν ως ακριβή κληρονομιά στις επόμενες γενιές .

 
Μια πρώτη παρατήρηση αφορά το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Ζαφειρίου .  Από την άποψη αυτή δεν αποκλίνει από τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς της εισβολής». Το δράμα της Κύπρου , διαποτίζει άλλοτε άμεσα [ κι η Κύπρος /ασύνορη μνήμη φονικού /στην άκρη της Μεσόγειος ] κι άλλοτε έμμεσα τα ποιήματα [ Είσαι μέσα μου / χωραφάκι που /τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ /το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ-] , περισσότερο ως επώδυνη μνήμη , ως υπενθύμιση μιας άρρωστης εποχής που συνεχίζει να μολύνει το παρόν [Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα / στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους ,/τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα / στους κροτάφους στη μνήμη / βαθιά ως το μέλλον ]. Συχνά μάλιστα ο ποιητής καταφεύγει σ’ έναν ωμό τρόπο, εγκλωβίζει το συναίσθημα μέσα σε σκληρές λέξεις , για να δώσει στο φως βαθύτερες τις πληγές του λαού του [Οι νεκροί βρομούσαν από’να / μίλι μακριά , ήταν ανελέητο / το τελευταίο καλοκαίρι -/τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων / τις στέγες των σπιτιών ]. 

Διαβάστε περισσότερα