Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γιάννης Γκούμας, «Ανθολογία 1985-2012», Σειρά Ποιείν 03, εκδ. Μετρονόμος 2012 [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]

 (Πίνακας εξωφύλλου: Δημήτρης Λαλέτας, 1964-2011)

 

Δεν ξέρω αν είμαι ο πιο κατάλληλος να μιλήσω για το βιβλίο του Γιάννη Γκούμα αν και «χρεώνομαι» την επιλογή των ποιημάτων και την επιμέλειά του. Κι αυτό γιατί η σχέση μας ξεπερνά κατά πολύ τις λέξεις, είναι, πλέον, ένας βιωμένος χρόνος. Και ως γνωστόν τον βιωμένο χρόνο τον ζεις, δεν τον περιγράφεις. Είναι πάνω από τους στίχους, και πέρα από τη φιλολογική ματιά. Συνεπώς όσο και αν προσπαθήσω και μάλιστα ενώπιον ακροατηρίου να καταθέσω τι εστί για μένα Γιάννης Γκούμας -και η ποιήσή του ως μια πλευρά του- πάντα κάτι θα υπολείπεται ως έκφραση πάντα κάτι θα περισσεύει ως συναίσθημα.

Θα πω μόνο οτι όσοι τον έχουν γνωρίσει έστω και λίγο από κοντά είμαι απόλυτα βέβαιος οτι τους εκφράζει ο στίχος του Σεφέρη: «Τα πεύκα κρατούν το σχήμα του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε», με άλλα λόγια η παρουσία του εντυπώνεται μέσα σου από την πρώτη στιγμή γνωριμίας. Αισθάνεσαι την ατμόσφαιρα μιας αλλοτινής επόχής, την αύρα ενός δανδή. Άπό τις κινήσεις των δακτύλων του μέχρι το ιδιοφυές χιούμορ και την ιδιόχρωμη φωνή του. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ήρωας στα ύστερα ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη εκεί που το μυστηριακό συνδιαλέγεται με το ρεαλιστικό, εκει που τα αντικείμενα συμβολίζουν εποχές και οι εποχές καθρεπτίζουν τα αντικείμενα. Εκεί, δηλαδη, που ένα καπέλο ή μια ομπρέλα στήνουν έναν ολόκληρο κόσμο αθώο, ρομαντικό και συνάμα πληγωμένο. Αυτή ακριβώς είναι και η ποίηση του Γιάννη Γκούμα ένα focus σε μικρά αντικείμενα που αρκούν για να ξετυλίξουν την ιστορία της ζωής του.

 

Γράφει ο ίδιος:

 

«γόπα στην άκρη του πεζοδρομίου, το νοημα της ξοφλημένο σε κίτρινο φίλτρο. Άψυχη μα τόσο τυχερή που είχε την αίσθηση ενός στοματος».

 
Ή αλλού:
 

«και καθώς τοποθετώ τις παντόφλες μου πλάι στο κρεβατι για ένα αύριο, αντιλαμβάνομαι οτι όλη μου η ζωή ήταν μια προσπάθεια να βάλω σιγαστήρα στη σιωπή μου».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλης Λαλιώτης, «Έργω Ανάγνωση του Λόρκα»

 

 

Για νʼ αρχίσω λορκιάνα, το Φεγγάρι, ο Λόρκα, και το όνομα Μαρία, φαίνεται πως δεν θα τελειώσουν ποτέ στην ποίηση. Γιατί είναι πάντα εξαντλημένα και πάντα ανεξάντλητα. Και αντιστρέφοντας τη γνωστή ρήση θα μπορούσαμε να πούμε ότι ποίηση είναι ότι κερδίζεται στη μετάφραση. Με την έννοια ότι η γραφή κάθε ποιήματος και η κατάθεση κάθε έργου περιέχει και τη δύναμη των μεταφράσεών του, που κάνουν δυνατή την παρουσία του μετά το τραύμα της Βαβέλ στον κόσμο, μετά τη σύγχυση των γλωσσών. Μπορούμε να φανταστούμε τα μεταφράσματα σαν μια διπλή τάση εκπόρευσης από και απεύθυνσης στο πρωτότυπο που διευρύνει την παρουσία του. Από αυτή την άποψη όλες οι μεταφράσεις που γίνονται για το ίδιο έργο σε μιαν άλλη γλώσσα, δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές, φωτίζοντας με διαφορετικό τρόπο το αεί απροσπέλαστο πρωτότυπο. Προορισμένες να γεράσουν, ενώ το πρωτότυπο μένει χλωρό, προορισμένες να εμπνεύσουν πρωτότυπα ποιήματα απαντήσεις στη γλώσσα που ανήκει το μετάφρασμα, προορισμένες να κρατήσουν τα πρακτικά μιας συνομιλίας πού πίσω από το γράμμα του ποιήματος πιάνει κάποτε νεύματα του βίου του ποιητή.
Το λέω εξ αρχής. Ο Γιάννης Σουλιώτης με το μετάφρασμά του μπαίνει άξια στον εσμό των μεταφραστών του Λόρκα. Και από αυτή την άποψη μπορούμε να περιοριστούμε λέγοντας ότι η μετάφραση μεταφέρει σε ζωντανά ελληνικά ότι επέλεξε να μεταφράσει. Αυτό σημαίνει ότι υπηρετεί έργω τις προκείμενες που έθεσε ως τεχνική μετάφρασης με τρόπο ακριβή και κυρίως αγαπητικό. Ο ίδιος μιλάει πρωτίστως για την Ωδή στη Θεία Ευχαριστία, μετάφρασμα που με την παρουσία του για πρώτη φορά ολόκληρο απ’ όσο ξέρω στα ελληνικά, περιέχει ξεκάθαρα την προσωπική του κατάθεση του μεταφράζειν Λόρκα. Μπορεί κάποιος να αρχίσει την ανάγνωση του βιβλίου από εκεί.
Το κριτήριο της επιλογής του βιβλίου μπορεί να μην περιέχει την τάξη που θέλουν οι ακαδημαϊκοί και να μοιάζει με συμπίλημα, αλλά περιέχει την τάξη, αν μου επιτρέπετε του παθιασμένου αναγνώστη ενός έργου . Η καλύτερα στη μετάφραση προκειμένων για το τελικό ποίημα του ίδιου του Σουλιώτη, που μοιάζει με τελικό αποτέλεσμα αλλά και πρώτο σχόλιο στην ίδια τη μετάφραση. Στο κεκορεσμένο μεταφραστικά έργο του Λόρκα, αυτή η επιλογή, όχι μόνο είναι νόμιμη, αλλά είναι και απελευθερωτική και αναζωογονητική του έργου του Λόρκα. Ο Σουλιώτης μάς παραδίδει ένα βιβλίο αναγνώστη εν δράσει με την υποδόρια πρόθεση να φωτίσει αγαπημένες διαστάσεις του λορκιανού πρίσματος.
Για αυτό θα τοποθετήσω το βιβλίο του στις συντεταγμένες της πρόσληψης που βρίσκεται ο Λόρκα στην Ελλάδα στις μέρες μας. Ο Λόρκα ο λαϊκός, ο σχετικός με τις ρίζες, ο νομιμοποιός του ιδεολογήματος ενός υπερεαλισμού που τρέφεται από την παράδοση, μάλλον είναι σε άμπωτη. Καθώς η ίδια οι κοινωνία μας αλλάζει εμφανίζεται σιγά σιγά το δεύτερο πρόσωπο του Λόρκα, το πλέον έγκυρο και στην ίδια την ισπανόφωνη γλωσσική κοινότητα. Ο Λόρκα ο λόγιος, που έχει αφομοιώσει όλη την ποιητική παράδοση της εποχής του, ο τολμηρός συνομιλητής της Αμερικής με Θεό, που είναι η Νότια Αμερική, απέναντι στην Αμερική χωρίς Θεό που είναι η Βόρεια. Ο παιγνιώδης στην αποκάλυψη των ερωτικών του προτιμήσεων, ο κακοαγαπημένος του Νταλί, ο άτυχος στον έρωτα, αλλά και ο πείσμων στην κατάθεση της πιο προωθημένης έκφρασης τόσο στη θεματολογία όσο και στο λεκτικό.
Απέναντι σʼ αυτή την εν πολλοίς ελάχιστη και σχηματική αναφορά αυτού του δεύτερου Λόρκα το βιβλίο του Γιάννη Σουλιώτη αποτελεί μια αξιόλογη περιδιάβαση. Αναγνωρίζω στην μεταφραστική παρέμβαση του Γιάννη Σουλιώτη, μια ακόμα βολή προς την αλλαγή, η καλύτερα την επέκταση της προσπάθειας να απεγκλωβίσουμε το Λόρκα από την ακαδημαϊκή και αργόσυρτη βαρύτητα των αναγνώσεων που υπήρξαν χρήσιμα προσαρτήματα του ιδεολογήματος της Ελληνικότητας, και να τον ανοίξουμε στην ευρύτητα των αναγνώσεων που επιδέχεται μια ποίηση άξια να έχει μέλλον για λόγους σύγχρονης αισθητικής και όχι για νομιμοποίηση εντοπίων προσπαθειών.

Η αίσθησή μου ως τώρα όσον αφορά την πρόσληψη του Λόρκα στην Ελλάδα είναι ότι κάθε ποιητής που γράφει ελληνικά γεννιέται κατά κάποιον τρόπο χρεωμένος ένα ποίημα για το Λόρκα. Και είναι θέμα συγκυριών να επιχειρήσει τη γραφή του. Ελπίζω αυτό να συνεχίσει και στο μέλλον, αξιοποιώντας και την δεύτερη εκδοχή του Λόρκα που σας περιέγραψα.
Για να γυρίσω στα αρχαιοελληνικά, θα ήθελα να επισημάνω πως μετρώντας τις χρονολογίες και τις νύξεις του μέλλοντος στα τελευταία γραπτά του Λόρκα, βρισκόμαστε κάποτε να ονειροπολούμε, με τον ίδιο τρόπο που ονειροπολούμε συμπληρώνοντας φανταστικά τα κομμένα χέρια της Νίκης της Σαμοθράκης, τι θα μπορούσε να είναι το έργο του Λόρκα αν στη συνάντησή του με την τραγική Ιστορία της χώρας του, είχε βγει ζωντανός.
Μ΄ αυτή την ονειροπόληση, που μοιάζει κιόλας με τον τρόπο που ο Λόρκα ονειροπολεί σε κάποια απʼ τα νεανικά του ποιήματα, θέλω να σας παρακινήσω για μιαν ανάγνωση του βιβλίου του Γιάννη Σουλιώτη. Το έργο του Λόρκα, όπως και κάθε έργο ενός μεγάλου ποιητή είναι νύξη αθανασίας, ακόμα και σε ένα κόσμο που έχει αναλάβει την Ύβρη ο Θεός να είναι νεκρός.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλη Δασκαλάκη, «Διαδικασία αναβολής» (κρίνει η Φωτεινή Κεραμάρη)

 

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Βασίλη Δασκαλάκη, Διαδικασία αναβολής, (εκδ. \”Ενδυμίων\”2011) εμφανίζει αξιοπρόσεκτες αρετές τόσο ως προς τα θεματικά της κέντρα, όσο και ως προς τον τρόπο γραφής.
Ο Δασκαλάκης με αφετηρία το χώρο της μυθολογίας επιχειρεί να επαναφέρει στο παρόν του ποιητικού υποκειμένου συγκεκριμένα μυθικά πρόσωπα για να υπογραμμίσει τη διερεύνηση του ψυχικού κόσμου, τη διάψευση ή τη μη πραγματοποίηση των στόχων. Η ανάκληση ονομάτων του μύθου (Αριάδνη, Ιδομενέας, Μινώταυρος) αλλά και η αναφορά σε \”μυθικές νύχτες\”, \”μυθικούς νόμους\” ή \”άχρονο χρόνο\” αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη στάση απέναντι σε θέματα που απασχόλησαν τον άνθρωπο πριν από χιλιάδες χρόνια, σε απώτατες εποχές.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει ο Δασκαλάκης τα επίπεδα του χώρου. Οι τόποι, όπως προβάλλονται στη συλλογή του, φωτίζονται από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ανάλογα με τις ψυχικές διαθέσεις του ποιητικού υποκειμένου. Η στέρηση του γενέθλιου χώρου και της ανοιχτής θάλασσας αποδίδεται με λέξεις που κλείνουν μέσα τους χρωματικό περιεχόμενο (\”στη γλώσσα μου η αγάπη έχει χρώμα μπλε\” σ. 14) ή παραπέμπει σε στοιχεία ενός θαλασσινού πλαισίου (είμαι βαρκούλα στο γιαλό \”είμαι σκαρί ναυαγισμένο\”). Ακόμα και η έκφραση του ερωτικού συναισθήματος αποδίδεται από ανάλογες εκφράσεις (\”ωκεανός τα εσώρουχά σου/ χελιδόνια\” σ. 11).

 
Άλλοτε οι τόποι συμπλέκονται για να δηλώσουν την έννοια της απόστασης ή για να συνενώσουν οντότητες του αστικού πλαισίου: \”Πολιτεία αγέρωχη. / Τα λυτά σου μαλλιά / φτάνουν στις εκβολές του Ευφράτη\” (\”Μυθολογία\”, σ. 12)
κι άλλοτε για να υπογραμμίσουν αντιθέσεις που αποκαλύπτουν τις επιλογές των προσώπων.
Έτσι η στάση αναμονής στην \”εύφορη κοιλάδα\” ή στο ακρωτήρι που αντικρίζει το πέλαγος της Λιβυκής αντιπαρατίθενται με τις μαύρες λίμνες του Ευρωπαϊκού Βορρά σε μια σκηνή αποχαιρετισμού.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρίστος Αγγελακόπουλος, «Ερανίσματα», Ιδίοις Αναλώμασι, 2012

Στον Ιωάννη Τσίρκα

there is an inner
anterior image
of divinity
beckoning me out
to pilgrimage.

O future, unimaginable God.
Allen Ginsberg

Κάποιος που ξέρω (και ας μη συνάντησα ποτέ) λέει ότι ο ποιητής «γυμνάζει το λόγο σε απογύμνωση». Σάμπως το μαύρο, δηλαδή, να εξαντλείται στις υπώρειες του λευκού ή σάμπως η νύχτα να συστρέφεται αντανακλώντας ξεκομμένους θυσάνους στα ασημικά που χτύπαγαν σχεδόν από μόνα τους πλάι στο ποτάμι. Τότε. Και ίσως, λέω τώρα, εκεί να λανθάνει ό,τι κατήργησε το χρόνο, χάσματα ναρκοθετημένα στις αιθρίες της μνήμης, που τα αποσόβησε ο καιρός, που τα γεφύρωσαν τα φώτα, εκμηδενίζοντας της όραση σε έναν κόκκο χώμα. Αυτόν που σου προσφέρεται για να τον διαφυλάξεις.
Και όταν σκέφτομαι την αντίπερα όχθη, όχι προσιτή, όχι φανερωμένη, είναι ως να επιχειρώ να μεταποιήσω τις όποιες μετέπειτα προσλαμβάνουσες εικόνες σε σιωπή, εκεί που λέγανε από παλιά ενδέχεται να μπαίνει η τελεία. Πριν ή μετά το τέλος εξαρτάται από το μήκος της πρότασης, ή από το μήκος της ζωής, θα προσθέσει ο Ποιητής, που, πέρα απʼ τις γραμμές, γραπώνει το στίχο, τον φέρνει αντίκρυ θανάτου, τον αναβαπτίζει και κηλιδώνει με τη δυσώδη του ακατανοησία ό,τι λευκό (λευκό, ας πούμε λευκό) χρήζει συμπληρώματος. Απαρασάλευτο και αμείλικτο (όμως το χιόνι πάντα μένει, λέει ένας άλλος που μάλλον ήξερα επίσης), σχεδόν αιμομικτικό. Ναι, αιμομικτικό. Φέρει το αίμα των διαλαθόντων δευτερολέπτων.
Ό,τι υπολείπεται, ταγμένη βορά στο γυρολόγο καιρό που, τυλώδης, πνιγηρά υποτυπώδης, συνεχίζει να κατέρχεται, όπως εκείνη η μουσική των παιδικών χρόνων, τότε που το τοπίο κύκλωναν αποσαθρωμένα φύλλα σαν απογοητευμένος χαρταετός και οι κορμοί των παρακείμενων δέντρων, μία στάχτη να σπιλώνει το γέρμα, να καυτηριάζει τα μάτια, να αναδιπλώνει εκείνο το εξωραϊστικό πέρασμα του Οκτώβρη (έστω κάποιας εποχής ανυπολόγιστης) σάμπως να έγραφε κάποιος άλλος, εγώ ή άλλος, ο άλλος εγώ το μυθι-στόρημα που μας χρωστούσε —όχι ότι έπαψε ποτέ— ο αποχωρισμός. Και ξέρω ότι ήδη από τότε, ανήλιαγα εκκλησάκια στους αμμόλοφους μίας ηλικίας χορτασμένα ανεπαρκούς ή ασταθούς (ή, επειδή θαρρώ πρέπει πάντοτε να αποφεύγει κανείς τις αθεμελίωτες δομές της θλίψης —πού αλλού θα στηθεί το τέμπλο της οδύνης;— ας πω, τέλος πάντων διαλλακτικά, ναΐσκοι απόγνωσης σε ξύλινα πατώματα τριγμών αλλοτινών μακροθυμιών) στήνονταν για να στεγάσουν την άπορη ύπαρξη ενός ανθρώπου που άλλο δεν έχει, παρά δυο χέρια για να καλύπτει το πρόσωπο όταν ευκαιρεί, ή για να τα κρύβει στις τσέπες γυρεύοντας να σχηματίσει αυτό που μέσα του αθέατο διακλαδώνει τον αναστεναγμό και, άπιαστο εντούτοις, επιμένει. Και επίσης, προδίδοντας το μυστικό, το χέρι στο πρόσωπο, δεν επέτρεπε στα μάτια να δουν τι παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών και του ξύλινου πατώματος. Κάποτε, το ίδιο είχε πάθει κι εκείνος ο ανάλγητα τρυφερός κι ονειροπόλος νέος πάνω στη βάρκα που παρασύρθηκε στις καλαμιές μαζί της κι εκείνη δεν τον έβλεπε, δεν έβλεπε, και έπρεπε με την παλάμη να κάνει αντηλιά προτού δοθεί σε ό,τι (ίσως και σε όποιον) στεκότανε μπροστά της, έτοιμο να το οικειοποιηθεί. Αλλά αυτά συνέβησαν παλιά.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Η θέση σου ʽναι εκεί με το θύτη. Διάτρητος ο ουρανός σαν μια υπόγεια σήραγγα. Η «Ανατομία» (1971) του Γιάννη Δάλλα», (γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης)

 

Ο Πέτρος Γκολίτσης συνομιλεί σήμερα στον ΙΑΝΟ με το Γιάννη Δάλλα

 

Πρέπει και πάλι να πιάσω τη σμίλη. Να σμιλεύσω τη μορφή του. Προτού να πάψει οριστικά, η εγκόσμια του εκδοχή. Σε λίγο παύει. «Γιατί ήρθε «ο μήνας ο σκληρός» -ο Απρίλης δίχως λάμψη- ξαφνικά κι η νύχτα η ατέρμονη που αντί για όνειρα γεννοβολούσε τέρατα» . Το κεφάλι γέρνει προς τα πάνω, ελαφρά. Το πιγούνι με τέχνη, αιχμηρό, προτεταμένο, να στρέφεται αριστερά. Το βλέμμα αυστηρό, αριστερά και κάτω, το κέντρο του είναι μέσα, σε βάθος απροσμέτρητο, εκεί επικεντρωμένο, μα και σε διαρκή εγρήγορση σαρώνει αδιάκοπα και εμπρός του τις όποιες προβολές ορθώνονται στον έξω κόσμο, σʼ αυτό που έτσι ονομάσαμε και που επιτρέπει στις συνθέσεις να συμβαίνουν και να αλλάζουν. «Και ξαφνικά μια βίαιη ριπή, που σάρωσε αποπάνω του σαν φύλλα φθινοπωρινά τόσες στοιβάδες γεωλογική ζωής, μου το αποκάλυψε. Μάτι της γης που κοίταζε και πέρα απʼ τη ζωή προς το διάστημα» .
Είναι καιρός να τον συναντήσω, να περάσω στη σμιλευμένη του μορφή όσα συμβαίνουν στον εγκέφαλο μου. Το έργο του ανάκλαση του πραγματικού που το αναπλάθει με τις περιπλοκές του, σαν τα φίδια του Λαοκόωντα στην ελληνιστική εκδοχή του αγάλματος, μας ζώνει. Απʼ την άλλη η ζωγραφική εκδοχή του ίδιου έργου στον El Greco, όρθιοι στην άκρη του πίνακα περιμένουμε τη σειρά μας. Στο βάθος τα σύννεφα πάνω απʼ την πόλη, πάνω απʼ τον χρόνο τον ιστορικό, προμηνύουν το αυτονόητο που τελικά συμβαίνει.
Πρέπει να περάσουν όλα αυτά στο γλυπτό μου. Μέσω των νευροδιαβιβαστών, μέσα απʼ το χέρι σμιλεύω τη μορφή του, στέκεται ζωντανή και πάλλουσα, τον συναντώ. Δεν ξεχωρίζουν πια ο ίδιος απʼ το έργο του, έγινε ο τρόπος του, η «ψυχή» του, το σώμα του το ίδιο έργο τέχνης. Οι ιδέες του, χωνεμένες δένουν μαζί σε σύνολα πρωτόγνωρα: «Οι ιδέες μου φωσφορισμοί του σώματος / κι άλλες που μοιάζουν τεθλασμένες αστραπής / βλέπει το σώμα μου και νυχτοπερπατεί / Μην τις χωρίζετε απʼ το σώμα μου, αδερφοί» («Οι ιδέες μου») .

Διαβάστε περισσότερα