Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Αφίξεις, Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλης Ζηλάκος, «Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα-Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου», εκδ. Οδός Πανός 2012 [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]

 

 

 

Το δεύτερο βιβλίο του Βασίλη Ζηλάκου (γεν.1980) παίρνει τη σκυτάλη από το προ διετίας «Η κούπα του τσαγιού» (εκδ. Οδός Πανός, 2011), παρθενικό του βήμα στο μαραθώνιο της έκφρασης. Στα «Αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη» όπως ήταν ο υπότιτλος της πρώτης εκείνης συλλογής, έρχονται να προστεθούν τα «Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου»- η υποσημείωση του νέου του βιβλίου, «Ξύλο ξανθό π΄αφράτεψε στο στόμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ίδιες εκδόσεις. Ευρηματικές οι δυο υποσημειώσεις λειτουργούν ως ο υπόγειος σύνδεσμος των ποιημάτων των δύο βιβλίων, ακόμα και όταν φαινομενικά ο αναγνώστης δεν μπορεί να ερμηνεύσει την (υφολογική κυρίως) συνοχή των ποιημάτων. Ο «Ερημίτης» του πρώτου βιβλίου, αυτο-εξόριστος, θα λέγαμε, κατ’ επιλογήν, γίνεται «Εξόριστος» στο δεύτερο βιβλίο κάτι που νοηματικά παραπέμπει σε μη εθελουσία έξοδο, ωστόσο τα ποιήματα δείχνουν πως η απόφαση είναι προσωπική. Και οι δύο πάντως «ήρωες» των βιβλίων είναι οδοιπόροι όχι εν στάσει προσκυνητές. Είναι διαλογιζόμενοι εν προόδω και όχι εκφραστές μιας εμπειρίας. Ξεφλουδίζουν, δηλαδή, τα δέντρα των δρόμων τους αναζητώντας τις απαντήσεις μέσα από μονολόγους και διαλόγους άλλοτε με το εσωτερικό άπειρο και άλλοτε με τη σοφή φύση: «ἔ! Θάλασσα,/ γιατί ἔβαλες φωτιὰ στὶς λέξεις µου/ κι ἁλάτι στὶς πληγές µου; (σελ. 47)- «Συχνά, όταν βραδιάζει/ μιας ελιάς το κλάμα ακούω για τον πετεινό που δεν λαλει» (σελ.11).

Ο Ζηλάκος ωστόσο σε σχέση με το πρώτο του βιβλίο, παρουσιάζεται πιο «λυτός» στη γλώσσα, αλλά με την ίδια διακειμενικότητα – από τη φιλοσοφία και τη θεολογία -και όχι θρησκειολογία- και από τον λυρισμό του Σολωμού και τον κρυπτογραφισμό του Έλιοτ, μέχρι τον παραβολικό λόγο του Γκιμπράν και τον φυσιολατρικό αναστοχασμό του Ουίτμαν [εκλεκτή η συγγένειά του με «Το τραγούδι του εαυτού μου»] Αυτή όμως η γλώσσα του είναι βαθύτατα ελληνική, προικισμένη, είτε ως σημαίνον είτε ως σημαινόμενο, εν αντιθέσει με πολλούς σύγχρονούς του ηλικιακά ποιητές οι οποίοι δεν καταφέρνουν να σωματοποιήσουν την γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ουσιαστικά λειτουργούν στην ποίησή τους ως κακέκτυπες μεταφράσεις.

Το ζητούμενο, λοιπόν,της ποιητικής του Ζηλάκου δεν είναι συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη ούτε η προσωπική του αποφόρτιση. Μέσα από μια αφηγηματική ποιητική, που τείνει στην ουδετερότητα και όχι την παθητικοποίηση, προσφέρει έναν φιλοσοφικό λυρισμό και όχι μια συναισθηματική λυρική εκτόνωση, και με βάση αυτό το χαρακτηριστικό θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ως προς το ύφος, τέλος, σαν μουσική παρτιτούρα προσφέρει εκείνες τις διακυμάνσεις -άλλοτε πεζά κείμενα, άλλοτε σε ποιητική φόρμα, μεγαλύτερα ή ολιγόστιχα- που εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας και ταυτόχρονα τα ίδια τα κείμενα αυτά λειτουργούν αυτόνομα. Και ακόμα περισσότερο οι ιδιοι οι στίχοι αναγιγνώσκονται μεμονωμένα, γεγονός κατά τη γνώμη μου υψίστης σημασίας σε ένα ποιητικό βιβλίο.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη περιδιάβαση στην ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου με τους δικούς του στίχους, πηδάλιο για τις αγριότερες μέρες που έρχονται:

 

«Όχι, λοιπόν, δεν πρέπει Αγάπη να σημαίνει

σβήσιμο του τρόμου, αλλά αναγωγή της θλίψης

αναγωγή της κίνησης, στην επιθυμία μας

να επιφέρουμε τη γαλήνη στον τρομαγμένο» (σελ.56)

 

Ακολουθεί μια μικρή Ανθολογία ποιημάτων από το βιβλίο του:

Διαβάστε περισσότερα

Η Κρίση της Ποίησης

Καίτη Βασιλάκου, «Αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου…», εκδ. Μανδραγόρας [κρίνει ο Κώστας Τσιαχρής]

 

 

«Αγαπώ σε λόγο υποθετικό του απραγματοποίητου…»

 
Γνωρίσαμε την Καίτη Βασιλάκου ως μία ευφάνταστη διηγηματογράφο που κατορθώνει με το έργο της να αναποδογυρίσει την πραγματικότητα και να προτείνει μιαν αναπάντεχη εκδοχή του αληθινού . Με τη συλλογή «αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου…» δοκιμάζει να εισέλθει με πολύ προσεκτικά και μελετημένα βήματα στο ναρκοπέδιο της ποίησης ,γνωρίζοντας πολύ καλά με τη λογοτεχνική της πείρα πώς να αποφεύγει τις νάρκες της εκζήτησης και του εντυπωσιασμού . Επιλέγει συνειδητά μια πορεία λιτής αποτύπωσης των εσωτερικών της συγκρούσεων και προσγειώνει την ποίηση σε μικρά καθημερινά εδάφη .Από κει αρπάζει βιαστικά τα πιο ευτελή υλικά κι απογειώνεται ύστερα στο ύψος μιας οδυνηρής προσωπικής εμπειρίας ,που κατορθώνει ωστόσο να υπερβαίνει το ατομικό και να εγγράφεται στο μυαλό του αναγνώστη ως κάτι το καθολικό και διαχρονικό . Συχνά μάλιστα η ποιήτρια χειρίζεται την εκφραστική λιτότητα ως ένα εργαλείο ειρωνείας , ως ένα ξόρκι που της επιτρέπει να κρύψει μέσα στις απλούστερες λέξεις τις πιο βασανιστικές εμμονές . [Προσοχή /εδώ είναι ναρκοπέδιο / όχι πως δεν θέλω / να γίνω κομμάτια μπροστά σου /Αλλά το αφήνω αυτό γι’ αργότερα ].

 
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα , θαρρείς εξομολογήσεις που διακόπτονται από επίμονες ενοχές , σύνολα στίχων που αγωνίζονται να βρουν τη θέση τους μέσα σε μιαν ολοκληρωμένη εμπειρία , αλλά παντού υπάρχει κάτι το εύθραυστο , κάτι που απειλεί ν’ ανοίξει και να φανερώσει ένα κομματιασμένο σύμπαν [ Σου μιλώ /Όλα είναι ήσυχα και σοβαρά στο χώρο / Επιστημονικά /Ψύχραιμα /Προσεχτικά /Με περισσή φροντίδα /Μη σπάσουν ξαφνικά τα ράμματα / κι ανοίξουν οι ρωγμές].

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων», Σαιξπηρικόν, 2012 (κρίνει ο Γεράσιμος Δενδρινός)

 

Φρονούμε ότι η ποίηση οφείλει να είναι θαμπή και δύσκαμπτη επειδή το συναίσθημα, όταν αποτυπώνεται στο χαρτί, είναι κι αυτό της ίδιας έντασης, γιʼ αυτό και η πληθώρα της ποιητικής παραγωγής, δικαιολογημένα ακολουθεί αυτήν την ατραπό, με νικητές αυτούς που έχουν την ικανότητα να διεισδύουν βαθιά και αμετάκλητα στη γλώσσα, με αποτέλεσμα να γεννιέται στην ψυχή του αναγνώστη η ίδια ένταση, σημάδι πως το ποίημα λειτουργεί και ανασαίνει και πληροί θαυμάσια τον σκοπό του. Για πολλούς όμως ποιητές αυτή η καταφυγή στη σκοτοδίνη του συναισθήματος, που το επικαλούνται για να καταθέσουν σωρεία ποιημάτων κάθε έτος, είναι ελάχιστα πετυχημένη γιατί η κατάκτηση της γλώσσας και το ίδιο το θέμα δεν επιτρέπει άλματα. Η ποίηση αυτού του είδους συχνά καλύπτει αδυναμίες και σκοπεύει να θαμπώσει ανεπαρκείς κριτικούς και κοινό, οι οποίοι, επειδή δεν κατανοούν τη λειτουργία της, καταπιάνονται μαζί της με διθυραμβικά σχόλια καμιά φορά, μιλώντας, για ποίηση πρωτογενή τάχα και πολλά υποσχόμενη.
Οι ποιητικές κατακτήσεις από αρχαιοτάτων ετών, όπως τα πολύσημα ποιήματα των Αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων, τα σημειώματα των στρατιωτών του 3ου αιώνα π. Χ., φρουρών του Σινικού Τείχους, τα ψυχικά σπαράγματα της Κινέζικης και Ιαπωνικής Ποίησης, η παραγωγή της Αναγέννησης και ιδίως της Ευρώπης και της Αμερικής με την επανάσταση στη στιχουργική και στη θεματική του 19ου και 20ου αιώνα, μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια αισθητική, σχετικά με το τι είναι αυτό που λέμε «καλή ποίηση» ανεξαρτήτως εποχής, η οποία πρωτίστως απαιτεί βαθιά κατάκτηση από τον τεχνίτη του λόγου, για να την αμφισβητήσει στη συνέχεια και να προχωρήσει παραπέρα, αποκτώντας κι αυτός την προσωπική του φωνή.
Υπάρχει όμως και ενός άλλου είδους ποίηση που μιλάει καθαρά και ξάστερα, αποτυπώνοντας συναισθήματα και συμπεριφορές με τρόπο ιδιότυπο και με μια γλώσσα κατακτημένη, που δεν προσποιείται μήτε ναρκισσεύεται. Αυτού του είδους η ποίηση απαιτεί γερά κότσια για να την κατακτήσεις, γιατί οποιοδήποτε ατόπημα γλωσσικό ή θεματικό διακρίνεται αμέσως. Είναι ποίηση που ρισκάρει να μιλήσει απλά, συγκεκριμένα και άμεσα, για πράγματα που λίγο πολύ οι περισσότεροι τα προσπερνάμε ως αυτονόητα, αλλά ελάχιστοι μπορούν να σταθούν σʼ αυτά, και να τα σχολιάσουν ποιητικά. Αυτού του είδους η ποίηση είναι μια ποίηση που μένει στην ψυχή και στο νου του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπερδεύεται έχοντας «μια λέξη αβέβαιη στου μυαλού τʼ αυλάκια», όπως λέει και ο Ποιητής, μήτε αμφιβάλλει για την ποιότητά της.
Αυτήν την ποίηση αντιπροσωπεύει εδώ και καιρό η ποιήτρια της Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ήδη από το 1984 με την ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΡΑΜΜΗ μέχρι και πρόσφατα, με τη συλλογή της ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, 2012. Πιστή μαθήτρια των λογοτεχνικών επιταγών της Σχολής Διαγωνίου της συμπρωτεύουσας ακολουθεί πάντα τη νομοτέλεια του λαγαρού ρεαλισμού της Σχολής, οδηγώντας την από συλλογή σε συλλογή σε μία δική της αυτοτέλεια και δυναμική αισθητική. Η φωνή της ξεχωρίζει αμέσως γιʼ αυτό και την καθιστά ποιήτρια της πόλης της, που γράφει σε αυτό το ύφος.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Τα Καλύτερα [από τα σταλθέντα] ποιητικά βιβλία του 2012 (κρίνει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Διατηρώ τη στήλη αυτή προς αναζωογόνηση του στίγματος της κριτικής που έχει εκπνεύσει: εκφράζω τις επιλογές μου στη βάση (και μόνο) της αισθητικής μου αντίληψης, αναφερόμενος σε ένα σαφώς ορισμένο πεδίο ορισμού. Το πεδίο ορισμού μου για φέτος-τα βιβλία που οι ποιήτριες και οι ποιητές, δηλαδή, είχαν την καλοσύνη να μου αποστείλουν-είναι:

1. Χρόνης Β. Καραχάλιος, Γόνιμη Αμηχανία, Καπόν
2. Τάκης Πιερράκος, Η Σκιερή Πλευρά Των Πραγμάτων, Οδός Πανός
3. Έλενα Πολυγένη, Η Θλίψη Μου Είναι Μια Γυναίκα, (.poema..)
4. Άννα Γρίβα, Οι Μέρες Που Ήμασταν Άγριοι, Γαβριηλίδης
5. Απόστολος Θηβαίος, 17, Εκάτη
6. Χάρης Μελιτάς, Παράσταση Ήττας, Μανδραγόρας
7.Δημήτρης Κάσσαρης, Αλλιώς, Γαβριηλίδης
8. Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Ανεκπλήρωτοι Φόβοι, Πολύτροπον
9. Καλλιόπη Έξαρχου, Βιβλιάριο Καταθέσεων, Γιαλός
10. Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Το Δέρμα Του Χρόνου, Γαβριηλίδης
11. Γιώργος Σαράτσης, Θα Φύγεις Νύχτα, Φαρφουλάς
12. Φλώρα Ορφανουδάκη, Τα Θαύματα Το Καλοκαίρι, Γαβριηλίδης
13. Γιώργος Κοζίας, 41ος Παράλληλος, Στιγμή
14. Άρης Τσιάκαλος, Σκληρόδερμα, Γαβριηλίδης
15. Γεωργία Τρούλη, Ακρογωνιαία Πορεία Στο Και, Σαιξπηρικόν
16. Ζαχαρίας Στουφής, Ονειροπληξία, Φαρφουλάς
17. Άγγελος Κούρος, Δρόμος Για Το Καλοκαίρι, Ηριδανός
18. Νίκος Σκούτας, Σολίστ, Κέδρος
19. Αθηνά Ανδρουλάκη, Αντηχείο, Γαβριηλίδης
20. Γλυκερία Μπασδέκη, Σύρε Καλέ Την Άλυσον, Ενδυμίων

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ποιείν Αλμανάκ: τα 4+1 ποιητικά βιβλία του 2012 (γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)

1) Γλυκερία Μπασδέκη, σύρε καλέ την άλυσον…, Ενδυμίων

Η έκπληξη της χρονιάς μας έρχεται από τη Ξάνθη. Είκοσι έξι μόλις ολιγόστιχα ποιήματα, από έναν τόπο αλλού. Πέραν του ορίζοντα αναμονής και εκτός των αναγνωστικών μας συνηθειών. Το “βιβλιαράκι” της κ. Μπασδέκη έχει την πρώτιστη αρετή της ποίησης: να στοιχηματίζει κορώνα-γράμματα επί του τελικού αποτελέσματος. Το έχουμε πει κι άλλες φορές από δω, στον ετήσιο απολογισμό του ανεξάρτητου παρατηρητηρίου του “πΟΙΕΙΝ”, πως το κριτήριο που μας καθοδηγεί, είναι το ρίσκο που αναλαμβάνει ο ποιητής να εκτεθεί ακέραιος, ενάντια σε αυτό που αναμένουν οι εθισμένοι στην αποδοχή της δημοσιότητας. Πριμοδοτούμε τον αντίξοο λόγο, αυτόν που έχει την δύναμη να υπερβεί τα εσκαμμένα του παραδεκτού, τον λόγο που ενοχλεί. Η κ. Μπασδέκη με ξεβόλεψε. Μόνο γι αυτό απονέμω στα ποιήματά της τον τίτλο του καλύτερου βιβλίου της χρονιάς.

Διαβάστε περισσότερα