Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μίμης Κωστήρης, Ποιήματα (Ανθολόγηση:Γιάννης Βούλτος)

.!.

ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απʼ τις ταράτσες

Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακρυά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη

Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο

Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί …

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
όλη τη μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα

Ήθελε να το χαρίσει στη μάνα του
Νʼ ανοίξει η ψυχούλα της

Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Σε μπαλκόνια σε ήθελα
πύρινος, της ανατροπής ο λόγος
να καίει το στόμα σου

Σε μαρμαρένια αλώνια
άκαμπτος ο δείκτης
να σημαδεύει τους ένοχους
Σε πεδία μαχών
έφιππος να μάχεσαι
τη συννεφιά του Κόσμου

Αρχάγγελο σε ήθελα – όχι γραφιά
Ρομφαία να κρατάς – όχι μολυβάκια

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Νίκος Καζαντζάκης, Τερτσίνες (επίμετρο: Σοφία Κολοτούρου)

.!.

Δάντης, στίχοι 1-45

Τραχιές ψυχές, που νιώθετε από αγάπη
και ρόδο, ανθάτε τη φωτιά στα φρένα,
τον αρχηγό αγναντέψτε μες τη ράπη

τη λιοφρυμένη να περνάει σκυμμένα,
με τη ζεστή χινοπωριάτα στάλα,
κι οκνός, χλωμός να μπαίνει στη Ραβέννα.

Περνούσαν τʼ αρχοντόπουλα καβάλα
με το σγουρό γεράκι απά στο γρόθο▪
διαλάλουν οι καμπάνες στα μεγάλα

καμπαναριά της προσευκής τον πόθο▪
κι αυτός, πικρό δαφνόφυλλο στα χείλη
δαγκώντας, μίλαε στην ψυχή του: “Νιώθω

τούτο, ψυχή, τʼ ολόστερνό σου δείλι!”
Δυο ρούσα χερουβίμ, δεξιά-ζερβά του
το ναι και τʼ όχι, στάθηκαν σαν σκύλοι

βουβοί, του κυνηγάτορα θανάτου.
Τα σπλάχνα του ανοικτήκανε σαν τάφοι
κι ασκώθηκε φωνή βραχνή βαθιά του:

Να μην πεθάνω, Θε μου, πρι στο θειάφι
να ρίξω τους οχτρούς μου και στην πίσσα▪
τα γράφει ο νους, Θεός δεν τα ξεγράφει!

Αχτι, κατάρα, γδίκηση και λύσσα
σακούλα κάμπιες η καρδιά κουνούσε
και σαν οχιά η λιγνή ψυχή του εφύσα.

Ένα τον ένα εχτρό του σφεντονούσε
μες τους εννιά του νου κατραμοχύτες
κι όλο το μαύρο σπλάχνο του αλυχτούσε-

κιοτήδες, ψεύτες, κάλπηδες, κοπρίτες
τσιγκούνοι, κτηνοβάτες και ρουφιάνοι
και γαύροι καλογέροι αρσενοκοίτες!

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Κώστας Στεργιόπουλος, Τα τοπία του Ήλιου (1971)

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974 (Επίμετρο) Σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”
Γη του Πυρός

Εδώ θα πεθάνουμε,

σκάβοντας για νερό

κάτω απʼ αυτό το σκληρό φως,

σε τούτη την άνυδρη γη

που φλέγεται.

Μας τριγυρίζουν ίσκιοι από γεράκια,

όρνια αρπακτικά,

δηλητηριώδεις σαύρες,

ο κόσμος των ερπετών.

Σωθήκαμε προσωρινά

σε καλύβια και τσαντήρια.

Χρόνια τώρα σωνόμαστε προσωρινά,

σέρνοντας τον καιρό,

ζώντας με φτηνά δολώματα.

Πέρα, τα μακρινά νησιά,

πετούν μεσούρανες φωτιές από τη μνήμη.

(Πως τα ʽξερε, πόσο καλά τα ξέρει

όλα αυτά η ψυχή μας!)

Θα πεθάνουμε εδώ,

αγναντεύοντας το πέλαγος,

γατζωμένοι σε τούτα τα βράχια.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Νότης Γέροντας, ποιήματα (επιλογή-επίμετρο:Σωτήρης Παστάκας)

CAMEL μαλακά ή η φαρμακευτρική επισκέπτρια

Ως πότε θα καπνίζεις Camel?
Ως πότε θα γυρνάς τους δρόμους της Αθήνας
Παρέα μια καμήλα με φόντο
Φοινικόδεντρα και πυραμίδες
Πισσωμένους Φαραώ τσαλακώνεις
Και τους πετάς στη Βουκουρεστίου

Με μια καμήλα στα εθνικά φρενοκομεία
Και οι τρελοί σε καμαρώνουν
Γέμισαν οι Σαχάρες τους γόπες
Που τις καπνίζουν για την υστερία

Ν.Γ

Με αφορμή

Πρέπει να θυμηθώ εκείνο το πακέτο Camel
Την καμήλα που αποτελεί γι απόψε εγγύηση
Της διαπιστωμένης μου ανασφάλειας

The Love Guru hd

Μαρία Κυρτζάκη Η γυναίκα με το κοπάδι

Ακόμη αυτά καπνίζεις? Πάρε Κάμελ

Όχι πως διαφημίζω νέα πίσσα………..

Δέξου λοιπόν τις νουθεσίες της ταπείνωσης
Κι ανέβα στην καμπούρα ευκαιρία της καμήλας
Πού σου προσφέρει ετούτη η διερχόμενη
Φελλάχα νικοτίνη.

Από το ποίημα ΚΑΡΤΟΥΝ της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ

ΣΕΛ.582 A CENTURY OF GREEK POETRY

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Έλλη Νεζερίτη, 2 ποιήματα (επιλογή-σχόλιο: Γιώργος Πρίμπας)

Ecco, cani di mare tutti.
(από το «Cani di mare tutti»)

Ποιανού παράδεισου
οι πύλες
ν’ άνοιξαν
κι άφησαν να ξεφύγουν
αυτές οι οργισμένες ορδές της νιότης
με τα σφαλάγγια στα μαλλιά
τις αράχνες στα ματόκλαδα
και στην ψυχή
την άρνηση;
Σε ποια σύνορα εξωγήινα
σπρώχνει τα παιδιά της Γης
η πλήξη κι η αμφιβολία;

Γιατί
να πάρουνε το δρόμο
με τις ανθρώπινες καρκάσσες
για φανάρια;…
Τι να είδαν άραγε
κείνο το παγερό ξημέρωμα
που πρωτοπεταλούδισαν τα βλέφαρά τους
ανοίγοντας τα μάτια τους στη ζωή…

Τι να ‘ναι κείνο
που τα έκανε να νιώσουν
μια τέτοια αποστροφή;

Γίνεται
στο παρθενικό τους κιόλας κύτταγμα
να πήρε το αητήσιο μάτι τους
μόνον
αυτή τη ξεμαλλιασμένη
μέγαιρα
που λέγεται
σ υ μ β α τ ι κ ό τ η ς
μ’ όλην εκείνη
την τερατόμορφη ανήθικη ακολουθία της
και να μην πήρε
και τους άλλους;…

Τα ‘πιασε φρίκη δηλαδή
στο αντίκρισμα αυτηνής
και δεν τα ‘πιασε δέος
μπρος στα παραμορφωμένα
εκτρώματα της μανίας της
που είναι όλοι οι άλλοι
που κατάφεραν να επιζήσουν
παλεύοντας να δαύτην.

Διαβάστε περισσότερα