ΣΤΑΥΡΟΙ
Κεραίες υψώνονταν πάνω απʼ τις ταράτσες
Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακρυά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη
Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο
Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί …
ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ
Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
όλη τη μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα
Ήθελε να το χαρίσει στη μάνα του
Νʼ ανοίξει η ψυχούλα της
Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά
ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Σε μπαλκόνια σε ήθελα
πύρινος, της ανατροπής ο λόγος
να καίει το στόμα σου
Σε μαρμαρένια αλώνια
άκαμπτος ο δείκτης
να σημαδεύει τους ένοχους
Σε πεδία μαχών
έφιππος να μάχεσαι
τη συννεφιά του Κόσμου
Αρχάγγελο σε ήθελα – όχι γραφιά
Ρομφαία να κρατάς – όχι μολυβάκια
Τώρα ρίψασπις
παίζοντας της ιδιοκτησίας τα κλειδιά
περιφέρεις την αστική σου συνείδηση
στους υποταγμένους δρόμους
Αχ! Αλλιώς σου έπρεπε
κιοτή μου να ζήσεις
Κάλλιο να είχες νικηθεί·
χιλιάδες οι νικημένοι
Εσύ όμως παραδόθηκες!
ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥΝΤΑΙ
Απʼ το στόμα των αποθαμένων
ένα κόκκινο γαρύφαλλο βγαίνει
Το παίρνουν οι θεοί
για να σταλάξουν ελπίδα
στην πληγή μας
Οι Άγγελοι φυλάνε τα μνήματα
ανάβουν τα καντήλια
χαϊδεύουν με τις φτερούγες τους
τις εντάφιες πλάκες
Δεν παύουν νʼ ανθίζουν οι ασφόδελοι
Τα φύλλα της καρδιάς δεν πεθαίνουν
Μόνο ταξιδεύουν
Ταξιδεύουν βουβά στον αέρα
μʼ ένα χαμόγελο αισιοδοξίας
στα ανύπαρκτα χείλη
ΑΚΟΜΑ
Τελευταία το ίδιο όνειρο βλέπω
Ο πατέρας να με καλεί
απʼ τον ανοικτό τάφο
«Έλα άργησες…
Πρέπει να κλείσω…»
Κι η μητέρα πάντα πονόψυχη
να τον μαλώνει
«Άφησε το παιδί έξω να παίξει…»
Από τη συλλογή «Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ
Ανθισμένη κερασιά
στρίβει στη γωνία
Φουριόζα
πέφτει πάνω μου
Εγκαταλείπομαι
ανθοβολημένος
στην αύρα της
Πώς να τα βάλεις
με την άνοιξη
ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΩΡΕΣ
Απορεί η νύχτα
Ο χρόνος
αμήχανος στέκει
Το κόκκινο νέρωσε
Τι χρώμα να δώσουμε
στα φτερά μας
Oι ωραίοι νεκροί
μας αποστρέφονται
Ούτε που έρχονται
στα όνειρά μας
Οι πλατείες
γέμισαν άδειους ήχους
Οι δρόμοι
χωρίς βάγια και κλάδους
Χωρίς ωσαννά
Στο σκοτάδι
όλη τη νύχτα έγραφα
έγραφα …
Το πρωί τίποτα δεν είχε μείνει
Λευκό το χαρτί με κοιτούσε
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Το χάος του ασήμαντου
νυχτωμένους μας βρήκε
και μας πέρασε τις χειροπέδες
Τώρα άμετρος λόγος ηγεμονεύει
Κουβέντες κούφιες
άναρθρες κραυγές
Οι καθαρές φωνές
λιώνουν στην απομόνωση
Κι εσύ στην παρανομία περνάς
Τις νύχτες βγαίνεις κρυφά
και στιχάκια γράφεις στους τοίχους
ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ
Αναπαυμένο το σώμα
αγκαλιάζεται
με το γενέθλιο χώμα
Η ψυχή όμως γυμνή
πώς να βιώσει
τόση περιπλάνηση
ΑΝΑΣΚΑΦΗ
Δεν περνά πια
από εκείνον τον δρόμο
Κουράστηκε κάθε φορά
να ανακαλεί στην μνήμη
σπίτια κιʼ αυλές
φωνές αγαπημένες
και εξαίσια
του γιασεμιού αρώματα
Μα πιο πολύ κουράστηκε
να σκάβει άσφαλτο και πεζοδρόμια
ψάχνοντας απεγνωσμένα για ʼκείνα
των παλαιών βημάτων του τʼ αχνάρια …
Από τη συλλογή «Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009
Βιογραφικό
Ο Μίμης Κωστήρης γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939, όπου και διαμένει. Διατηρούσε μέχρι το 2000 τεχνικό γραφείο ως τεχνολόγος μηχανικός. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Διατηρεί διαδικτυακή ποιητική ιστοσελίδα στη διεύθυνση: http://kostiris.blogspot.com
Βιβλία του:
«Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007
«Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009











Καλησπέρα
Με ενδιαφέρει το βιβλίο ”Η μνηστή της Κορίνθου”
Tο έχω βρει στο google με συγγραφέα Βασίλη Λαλιώτη,
Γιώργο Μίχο και χωρίς όνομα συγγραφέα!
Σε βιβλιοπωλείο που ρώτησα σήμερα δεν έβγαινε η αναζήτηση στον υπολογιστή ούτε σαν τίτλος βιβλίου ούτε με τους δύο συγγραφείς.
Όποια βοήθεια θα ήταν χρήσιμη.
Ευχαριστώ
Ποιήματα λιτά, σχεδόν επιγράμματα. Χωρίς περιττές λέξεις, ζυγίζονται μικρά πουλάκια σε σχοινί, χωρίς να χάνουν την ισορροπία τους.
Με τη συγκίνηση να ελέγχει τα όριά της, με έναν πλούτο που δεν τον συναντάς εύκολα. Οι τελευταίοι στίχοι έκπληξη, όπως σε όλα τα καλά ποιήματα. Εύχομαι καλή συνέχεια.
Hoy-day, what a sweep of vanity comes this way!
They dance! they are mad women.
Like madness is the glory of this life.
As this pomp shows to a little oil and root.
We make ourselves fools, to disport ourselves;
And spend our flatteries, to drink those men
Upon whose age we void it up again,
With poisonous spite and envy.
Timon of Athens
Κύριε Βούλτο,
εξαιρετικά εμπνευσμένο το τέταρτο σχόλιό σας, προιόν, υποθέτω, της μάλλον ασχολίαστης έως χθες το βράδυ αναρτήσεως, της οποίας και φέρεστε “ηθικός αυτουργός”. Σίγουρα δεν αποτελεί ορθή πρακτική ο σχολιασμός των σχολίων, ενώ περνούν στο “ντούκου”, πολλές φορές, τα κείμενα αυτά καθ’ εαυτά, (δυστυχώς, φαίνεται ότι είναι η πεπατημένη, αυτή), δεν μπορεί, όμως, κανείς να περάσει έτσι, χωρίς έναν καλό λόγο, χωρίς να εκφράσει τον θαυμασμό του, εάν θέλετε, γι’ αυτήν την πρωινή σαιξπηρική πνοή δροσιάς.