
Ανοίξετε τον Κλήδονα, στ’ Άη Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια ’ναι καλορίζικη, να ’ρθει να τόνε πάρει!
Α
Χύνετε μάθια δάκρυα, μα η καρδιά τα βγάζει,
πάθη που δεν τα μολογάς, το χώμα τα σκεπάζει.
*
Είδα τα πάλι σήμερο τα μάθια που με κρίνου,
απού μου παίρνουνε το νου και δεν μου τον αφήνου.
*
Σαν δεν κατέχεις ν’ αγαπάς, καρδιές μην αγκυλώνεις,
σαν την αρχίζεις τη δουλειά, να την ξετελειώνεις.
*
Απού φοβάται τη φωθιά, να μην έρθει κοντά μου,
γιατί θα τόνε κάψουνε τ’ αναστενάματά μου.
*
Ιντά ’χω κι όντε κι α σε δω, τρέμει η καρδιά μου, τρέμει,
ωσάν το φυλλοκάλαμο, όντε το σουν οι ανέμοι.
*
Ποιος είδε τέθοιο πόλεμο, να πολεμούν τα μάθια,
δίχως μαχαίρια και σπαθιά να γίνουνται κομμάθια.
*
Σαν είν’ εσέ τα πάθη σου μεγάλα και περίσσα,
έλα να τα μοιράσομε, να τα ’χομε ίσα ίσα.
*
Όντε μιλείς πέφτουν αθοί κι όντε γελάσεις ρόδα,
φως μου, το ζαριφλίκι σου σ’ άλλη κιαμιά δεν το ’δα.
*
Η αγάπη θέλει φρόνεψη, θέλει ταπεινοσύνη,
θέλει λαγού πορπατηξιά, πουλιού γληγοροσύνη.
*
Άχι και να σε φίλουνα εις το λαιμό από κάτω,
εκειά που παίζει και χτυπά τ’ αγιοκωνσταντινάτο.
*
Άχι κρασάκι όμορφο κι αρνίσια κεφαλάκια…
Και παντρεμένης μάγουλα και κοπελιάς βυζάκια!
*
Άχι και ν’ ανταμώναμε σ’ ένα πιτήδειο τόπο,
όπου να μη μάσε θωρούν τα μάθια των αθρώπω.
*
Άχι θα κάμω να καείς κι άχι να βερεμιάσεις,
το γιατρικό σου να μη βρεις, παρά να μ’ αγκαλιάσεις.
*
Άσπρη λαμπάδα και χυτό κερί τω Χριστουγέννω,
νερατζανθέ τσ’ Ανάστασης, και δε σ’ αποχορταίνω!
*
Για τα γλυκιά τα μάθια σου, για το γλυκό σου νάζι,
μαχαίρι έχω στην καρδιά δίκοπο και με σφάζει.
*
Δεν το ’λπιζα, δεν το ’λεγα, μούδε στο νου μου το ’χα,
το ρόδο που καμάρωνα, να βγει βρωμομολόχα!
*
Η κουζουλή μου κεφαλή σπάσιμο θέλει πάλι,
αν στον περυσινό μπελά ξανοίγει να με βάλει.
*
Δυο καναρίνια κάθουνται στη βορεινή λοτζέτα…
Σε ξένα χέρια θα με δεις, τα μάθια σου άνοιξέ τα!
*
Μελαχρινό μου πρόσωπο κι αρχοντικό μου πάσο,
τη νιότη μου δεν τη ψηφώ για σένα να τη χάσω.
*
Έλα, που να σε φέρουνε νύφη στην κάμερά μου
και να σε ξεστολίσουνε τα χέρια τα δικά μου…
*
Δεν μ’ έκαψες με τη φωθιά, ν’ ανάψω και να σβήσω,
μα μ’ έκαψες με το σεβντά και πώς θα νταγιαντήσω.
*
Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά κι αν χαμηλώσει ο κλώνος,
θε να σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.
Διαβάστε περισσότερα