Δάντης, στίχοι 1-45
Τραχιές ψυχές, που νιώθετε από αγάπη
και ρόδο, ανθάτε τη φωτιά στα φρένα,
τον αρχηγό αγναντέψτε μες τη ράπη
τη λιοφρυμένη να περνάει σκυμμένα,
με τη ζεστή χινοπωριάτα στάλα,
κι οκνός, χλωμός να μπαίνει στη Ραβέννα.
Περνούσαν τʼ αρχοντόπουλα καβάλα
με το σγουρό γεράκι απά στο γρόθο▪
διαλάλουν οι καμπάνες στα μεγάλα
καμπαναριά της προσευκής τον πόθο▪
κι αυτός, πικρό δαφνόφυλλο στα χείλη
δαγκώντας, μίλαε στην ψυχή του: “Νιώθω
τούτο, ψυχή, τʼ ολόστερνό σου δείλι!”
Δυο ρούσα χερουβίμ, δεξιά-ζερβά του
το ναι και τʼ όχι, στάθηκαν σαν σκύλοι
βουβοί, του κυνηγάτορα θανάτου.
Τα σπλάχνα του ανοικτήκανε σαν τάφοι
κι ασκώθηκε φωνή βραχνή βαθιά του:
Να μην πεθάνω, Θε μου, πρι στο θειάφι
να ρίξω τους οχτρούς μου και στην πίσσα▪
τα γράφει ο νους, Θεός δεν τα ξεγράφει!
Αχτι, κατάρα, γδίκηση και λύσσα
σακούλα κάμπιες η καρδιά κουνούσε
και σαν οχιά η λιγνή ψυχή του εφύσα.
Ένα τον ένα εχτρό του σφεντονούσε
μες τους εννιά του νου κατραμοχύτες
κι όλο το μαύρο σπλάχνο του αλυχτούσε-
κιοτήδες, ψεύτες, κάλπηδες, κοπρίτες
τσιγκούνοι, κτηνοβάτες και ρουφιάνοι
και γαύροι καλογέροι αρσενοκοίτες!
Σκυφτός, βουβός, στο λαύρο φλογομάνι
τους γύρναε, τους σιγόψηνε ως καβούρια,
τʼ αρθούνια αχνίζαν λιμαρά, ντουμάνι
και κόλαση έκλωθε, να βρει καινούρια.
Πολλά φτενή, δροσάτη η χιλιοπήχω
του εφάνη η πίσσα που χοχλάκαε κι ούρια,
κι ακούμπησε φρουμάζοντας στον τοίχο,
ψακογελάει, σηκώνει το καμάκι
και τους βουτά, ανακέφαλα, στο στίχο.
Το μίσος, κιτρινόμαυρο γεράκι,
αρχάγελλος της αρετής προστάτης,
γαντζώθη ορθό, σταλάζοντας φαρμάκι,
στις φρένες τʼ αρχηγού μας, κι οδηγά τις.
Οσο ο Θεός βαστάει, βαστάει το μίσος,
στην πόρτα της Παράδεισος, περάτης. […]
Στίχοι 145-181 (τέλος)
Φύσηξε αγέρι δροσερό της χάρης
και σαν μαγνάδι ξομπλιαστό σηκώθη
και μετεωρίστη ο νους ο καβαλλάρης:
Θρόνο σμαράγδι και ζαφείρι νιώθει
να κατεβαίνει από τον ήλιο λάβρος,
να τον τραβούν οι πιο βαθιοί μας πόθοι-
λιοντάρι, αιτός, αρχάγγελος και ταύρος.
Στου νου το μυστικό το ρόδο ανοίγει,
λάμπει όλο φως ο θάνατος ο μαύρος,
φωνή απαλή τα σπλάχνα του τυλίγει,
και με αναγάλλιαση κρυφή και φρίκη
θωράει τα ιερά θεριά με φως μαστίγι
βαρώντας τα, σαν πονεμένη νίκη,
μεγαλομάτα, αγέλαστη, όλο βέλη
να κατεβαίνει απάνου του η Βεατρίκη.
Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι
τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,
της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.
Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,
το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα
φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,
που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,
κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:
“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!”
Γοργά τις φούχτες του έβαλεν αντήλιο,
χαμογελάει στην αγαπώ, και βρύση
τα κλάματά του τρέχουν, κι αντιστύλιο
μοχτάει στης γης τα χέρια νʼ ακουμπήσει
και λόγια τρυφερά να βρει στα σπλάχνα,
γλυκά πολύ, να την καλωσορίσει.
Μα τʼ άγια μάτια της καλής του αδράχνα,
σα δίχτυα γαληνά σε ονειροφάντη
βυθό, κορμί και νου του δίχως άχνα.
Ανοίγει η νύχτα αγάλια το αστρομάντι,
σμίξαν σταυρό του άγριου αθλητή τα χέρια▪
κι οι παζαρίτες βρήκαν πια το Ντάντη
νεκρό, τα πρώτα ως πρόβαλλαν αστέρια.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η συλλογή “Τερτσίνες” του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι και τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό, γιʼ αυτό θεώρησα ότι έχει θέση μια νέα παρουσίασή της σήμερα στο Ποιείν.
Ο Καζαντζάκης το 1932 ολοκλήρωσε την έμμετρη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Την ίδια χρονιά, προφανώς επηρεασμένος από τα δαντικά μέτρα έγραψε το πρώτο ποίημα της συλλογής Τερτσίνες με τον τίτλο “Δάντης”, που αποτελείται από 181 στίχους, μεγάλο μέρος το οποίου παρουσιάζουμε παρακάτω.
Σημειώνω εδώ τον ορισμό και την περιγραφή της της τερτσίνας: ποιητική στροφή από τρεις ενδεκασύλλαβους στίχους, από τους οποίους ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο, και ο δεύτερος με τον πρώτο και τον τρίτο της επόμενης στροφής.
Λυρικότερα, ο ορισμός της τερσίνας μας δίνεται και από τον ίδιο τον Καζαντζάκη στους στίχους 127-132 του ιδίου ποιήματος (Δάντης):
Ρίμες πλεχτές, σκληρό ακλουθώντας νόμο,
τρεις τρεις, σφιχτά σοφίλιαζαν σαν πέτρες▪
κι οι στοχασμοί, στου νου τον οικοδόμο
πιστοί, κολόνες σκώνουνταν ουδέτρες▪
κι αρμονικές φωνές μες το σκοτάδι
τη λειτουργιά κυβέρνουν νομοθέτρες.
Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 21 τέτοια ποιήματα, αρκετά μεγάλης έκτασης, αφιερωμένα τα περισσότερα σε γνωστά ιστορικά ή λογοτεχνικά πρόσωπα (ενδεικτικοί τίτλοι: Λένιν, Ψυχάρης, Μουχαμέτης, Νίτσε, Βούδας, Γκρέκο, Τσιγκισχάνος, Μωυσής, Χριστός, Σαιξπήρος, Μέγας Αλέξαντρος), τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1960 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καζαντζάκη. Η έκδοση έγινε με τη βοήθεια και την επιμέλεια του Ε.Χ. Κάσδαγλη, που επιμελήθηκε τα χειρόγραφα που άφησε ο Καζαντζάκης μετά το θάνατό του το 1957.
Όπως μας πληροφορεί ο Κάσδαγλης στο σύντομο επιλογικό του σημείωμα (από όπου αντλήσαμε και τις πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε το βιβλίο αυτό), ο Καζαντζάκης αναφέρει τα 21 ποιήματα της συλλογής ως “Kάντα”, σε αλληλογραφία που είχε με τον Π. Πρεβελάκη.
Ποιους όμως ενδιαφέρει η τερτσίνα σήμερα; Αναμφίβολα, λόγω της δυσκολίας της, αλλά και της έκτασης κάθε ποιήματος, το κοινό που έχει διαβάσει και που θα διαβάσει στο μέλλον αυτό το βιβλίο είναι περιορισμένο.
Ακριβώς λόγω αυτής της έκτασης προτίμησα να παρουσιάσω σήμερα την αρχή και το τέλος από το Κάντο “Δάντης”, με τη δέσμευση να γράψω και το ενδιάμεσο αν υπάρξει ανταπόκριση από τους φίλους του Ποιείν. (Σημειώνω εδώ ότι η διαίρεση σε τρίστιχα είναι δική μου επιλογή, καθώς στο τυπωμένο βιβλίο το κείμενο εμφανίζεται ενιαίο. Θεωρώ ωστόσο πως είναι αδύνατον να διαβαστεί σήμερα (ειδικά απʼ ευθείας μέσω της οθόνης) ένα τόσο μακροσκελές και αδιαίρετο κείμενο, γιʼ αυτό ελπίζω να μου επιτρέψετε αυτόν τον κάπως αυθαίρετο διαχωρισμό).
Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην εισαγωγή του, σχετικά με τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται:
Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα▪ οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο “Αόρατος Μονάρχης” που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα.
Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν▪ δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε τα κατάφερνα. Η μοναξιά μʼ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.











Τερτσίνες, σονέτα, πάντουμ κλπ… «ποίηση» ή μήπως «ποίηση + άσκηση λογικής»;
Πιθανόν βέβαια αν είχα ως μητρική γλώσσα τα Ιταλικά ή τα Μαλαισιανά για παράδειγμα να μου ήταν, γλωσσικά, πηγαίοι και αυτονόητοι αυτοί οι τρόποι γραφής.
ΥΓ. Στα σονέτα, για παράδειγμα, που μου αρέσουν όσο κανένα άλλο είδος γραφής ποίησης, η αυθεντική ρίμα είναι: 1-4-5-8, 2-3-6-7, 9-10, 12-13, 11-14 με κάθε στίχο να είναι 11σύλλαβος και σε ιαμβικό μέτρο. Προσωπικά δεν ξέρω αν κάποιος, στην Ελλάδα, κατάφερε να τα ταιριάξει όλα μαζί. Γι’ αυτό λοιπόν να μην ξεχάσω, το βράδυ, να ανάψω μια μεγάλη λαμπάδα στο Νερούδα! (όχι δεν ήταν ο πρώτος αλλά ήταν ο πρώτος που έγραψε τόσο υπέροχα «ελεύθερα ρίμας» σονέτα)
‘Σφήκες και μυίγαις άγριαις σκληρά τους εκεντούσαν,
και τους εβασανίζανε, και τους ατουραγνούσαν.
Έτρεχαν οχ το πρόσωπο τα αίματα σμιμμένα
με δάκρυα, και εστάζανε ως κάτω στα ποδάρια,
και μες’ στο αίμα σχαντερά εβόσκανε σκουλήκια.
Και πάλι εματακύτταξα, και βλέπω ψυχολόϊ,
που σε μιαν όχθην ποταμιού μεγάλην μηρμυγκιάζει.
Και τότες λέω Δάσκαλε▪ ν’ ακούσω επιθυμούσα
ποιαις είναι εκείναις η σκιαίς, ποιος νόμος ταις στενεύει,…’
Κόλαση, Τρίτο Άσμα, στ. 71-79, μτφρ. Π. Βεργωτή
Δυο μεταφράσεις: μία κακή και μία καλή. Και ο μικροεπαρχιωτισμός που στην βιασύνη του να ανακαλύψει απαρατήρητα αριστουργήματα ή poètes maudits δεν θηρεύει έργα αλλά θετική ή αρνητική δημοσιότητα.
Ο Καζαντζάκης επιβίωσε στη λογοτεχνία μας ως πεζογράφος, χάρη στα ταξιδιωτικά κείμενά του (τα οποία είναι θαυμάσια) και στα μυθιστορήματά του (τα οποία, προσωπικά, θεωρώ ως μια εξελιγμένη ηθογραφία).
Ούτε ως φιλόσοφος επιβίωσε (ας όψεται ο ιδεολογικός κυκεώνας που δημιούργησε) ούτε, προπάντων, ως ποιητής (η μεγαλεπήβολη
“Οδύσσειά” του πιστεύω πως είναι ό,τι πιο απαίσιο και διεστραμμένο έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα).
Η μεγαλομανία βλάπτει σοβαρά την υγεία!
Όσον αφορά τα περί της απήχησής του εις την αλλοδαπή επικράτεια, ας μην ξεχνάμε και τα περί της μασονίας του.
Να συμπληρώσω, επίσης, ότι ο μύθος περί Καζαντζάκη είναι ισχυρότερος από το έργο που άφησε – ιδιαιτέρως στην Κρήτη.
Από την Ασκητική του Καζαντζάκη:
Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν΄ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν΄ ανοιχτεί δεν υπάρχει.
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.
Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:
ΠΙΣΤΕΥΩ Σ΄ ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ΄ ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.
ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ΄ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.
ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ· ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.
ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.
“ΒΟΗΘΕΙΑ!” ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. “ΒΟΗΘΕΙΑ!” ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.
ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: “ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ.”
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: “ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ.”
ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:
ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!
πηγή: http://www.diaplous.org/library/askitiki.php
“Όσον αφορά τα περί της απήχησής του εις την αλλοδαπή επικράτεια, ας μην ξεχνάμε και τα περί της μασονίας του”
και
“Για δοκιμάστε κάτι πιο επιτυχές να πάρετε την υπεραξία της δημοσιότητας που τόσο δείχνει να σας απασχολεί…:)”
“Tότε δε αφού η πρόσφατος αιτία εις τη συνήθη οργή υπεχώρησε, δια πλήρων φλεβών ο φάρυγξ εξωγκώθη, και λευκός αφρος περί το λοιμοφόρον έρρεε χάσμα, και η γή σαρουμένη υπο των φολίδων ηχεί, και η μέλαινα Χολή, η οποία εκ του Στυγίου στοματος εξέρχεται, μολυνομένας τα βοτάνας λυμαίνεται.”
Απο τις Μεταμορφώσεις, Βιβλίον Τρίτον, στ. 114-118, μτφρ. Παπαγεωργίου Ανδρέας και
Παπαφωτίου Γεώργιος
“Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι
τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,
της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.
Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,
το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα
φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,
που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,
κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:
“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!” ”
Δεν ξέρω αν το μύθο ενός ονόματος μπορεί να τον δημιουργήσει μια στοά μα σίγουρα δεν μπορούν να τον καταστρέψουν οι αρουραίοι των υπονομων…
…Δέομαι ποιητού αξίου. / Οι μεν γαρ ουκέτ’ εισίν, οι δ’ όντες κακοί.
Αριστοφάνης
Ει ταις αληθείαισιν οι τεθνηκότες
αίσθησιν είχον, άνδρες, ως φασίν τινες,
απηγξάμην αν, ωστ’ ιδειν Ευριπίδην.
Ποιητής Φιλήμων (4ος – 3ος αι. π.χ) υπ’ αριθ. 450 επιδεικτικό επίγραμμα (9ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας)
τρίστιχο, σε ιαμβικό τρίμετρο
Ο Καζαντζάκης μετέφρασε στα ελληνικά το πιστοποιητικό θανάτου του μεγαλύτερου από όλους τους μύθους, ξέροντας ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτή τη μοίρα. Μα δεν είναι δα και τόσο θλιβερό να παύουν να σε θεωρούν μύθο αφού πεθάνεις. Πιο θλιβερό είναι να αρνούνται πεισματικά – παρά τις φιλότιμες προσπάθειές σου – να σε κάνουν μύθο όσο ζεις.
Ο νεκρός την κριτική δεν τη φοβάται.
Κι ας μην αδικούμε τους αρουραίους και τις κατσαρίδες των υπονόμων – αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη, όταν θα έχουν γκρεμιστεί θεοί, μύθοι και είδωλα.
Ο κάθε στίχος ειναι δωδεκασυλλαβος ,δεν πειράζει,εγω κατάλαβα από τα εξής αναφερόμενα :
Λυρικότερα, ο ορισμός της τερσίνας μας δίνεται και από τον ίδιο τον Καζαντζάκη στους στίχους 127-132 του ιδίου ποιήματος (Δάντης)
Ο μέσος όρος προκειπτει από τα πιθανόν παραλειπόμενα κομματια .
Πάλι διαβάζεις λάθος. Ο ορισμός της τερτσίνας δεν είναι του Καζαντζάκη, υπήρχε πολύ πριν από αυτόν. Δεν υπάρχουν πιθανά παραλειπόμενα κομμάτια, απλά στην ανάρτηση δεν αναφέρονται όλα. Η μετρική στην ποίηση δεν είναι κάτι εύκολο, που προκύπτει από μια ανάγνωση και μόνο. Αλλά τα ορθογραφικά σου λάθη είναι άραγε επιτηδευμένα;
Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται…
Αγαπητέ κύριε Ψαραδάκη, θα σας ήμουν ευγνώμων εάν διαθέτατε λίγο χρόνο να εξηγήσετε σε ποιον/τι αναφέρεστε με το σχόλιό σας.
Ίσως, πάλι, να ήταν καλύτερα να μην εξηγήσετε τίποτε – υπάρχει κίνδυνος να μαθευτεί ποιος έχει τη μύγα 🙂
@Σοφία Κολοτούρου:
Μήπως στον στίχο 130 εκείνο το ‘ουδέτρες’ είναι ‘συδέτρες’;
@Β. Ψαραδάκης:
Δεν θα διαφωνήσω για την εκτίμησή σας ως προς την πεζογραφία, και δεν πίνω νερό στο όνομα του Καζαντζάκη, δεν είμαι δα και Κρητικός, αλλά την Οδύσσεια την αδικείτε θαρρώ. Μακάρι, στίχοι σαν κι αυτούς να ήταν ό,τι πιο απαίσιο έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα:
Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τʼ αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα.
Νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα,
κι από τα μαύρα νέφαλα χυνόταν
βαριά νεροποντή κι ολούθε ο μέγας
μας τυραγνούσε κεραυνός του Δία.
Στο φως μιας αστραπής, βιγλίζω απάντεχα
τον Οδυσσέα στη μέση του πελάγου,
γαλήνιο να κρατά το δοιάκι,
κατάματα στηλώνοντας τη μπόρα!
«Δυσσέα του κράζω, πας για την πατρίδα;
Πια μες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;»
Μ΄ αυτός, με το τιμόνι στην παλάμη
και τʼ αρμυρά δαγκώνοντας μουστάκια,
τήραε μακριά σκυφτός και δεν έστράφη!
Σημειώστε επίσης ότι αυτό που είχα γράψει εδώ:
http://sarantakos.wordpress.com/2009/04/01/farsakaza/
ότι την παρωδία της Οδύσσειας μπορεί να την έκανε ο Λαπαθιώτης δεν είναι και τόσο πιθανό, αφού αργότερα βρήκα ότι κατονομάζεται δημιουργός της ο λευκαδίτης λογοτέχνης Γεράσιμος Γρηγόρης, τότε φοιτητής.
Καλημέρα κύριε Σαραντάκο.
Aπομονώνοντας κάποιους στίχους από ένα εκτενέστατο ποιητικό έργο επικεντρωνόμαστε στο μέρος και όχι στο σύνολο.
Χρησιμοποιώντας μια τετριμμένη φράση: βλέπουμε το δέντρο και όχι το δάσος.
Υπενθυμίζω ότι η Οδύσσεια εκτείνεται σε 33.333 στίχους.
Επισημαίνω, επίσης (και ας δεχθώ πυρά από επώνυμους ή ψευδώνυμους σχολιαστές) ότι δεν κομίζω γλαύκα εκφράζοντας τη γνώμη μου.
Όποιος παρακολούθησε τα αφιερώματα στον Καζαντζάκη προ διετίας, στα 50 χρόνια από τον θάνατό του, γνωρίζει καλά ότι εκφράστηκαν πολύ πιο ακραίες θέσεις.
Εάν μάλιστα είχε πρόσβαση και στον κρητικό τύπο, θα διαπίστωνε ότι οι νέοι δεν διαβάζουν σήμερα Καζαντζάκη.
Αν και Κρητικός, έχω μάθει να στέκομαι κριτικά απέναντι στα πράγματα.
Ο Καμύ προς τη χήρα Ελένη Ν. Καζαντζάκη:
«…Ετρεφα πάντα μεγάλο θαυμασμό και, αν το επιτρέπετε, ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας. Είχα τη χαρά να μπορέσω να εκδηλώσω και δημοσία στην Αθήνα αυτό το θαυμασμό, σε μια εποχή που η επίσημη Ελλάδα έκανε “μούτρα” στον πιο μεγάλο της συγγραφέα. Ο τρόπος, που δέχτηκε το φοιτητικό μου ακροατήριο αυτή τη μαρτυρία του θαυμασμού μου, αποτελούσε την πιο ωραία αναγνώριση που μπορούσε να λάβει το έργο και η δράση του συζύγου σας.
Και ακόμα δεν ξεχνώ ποτέ πως τη μέρα που λυπόμουν να δεχθώ μια διάκριση, που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, επήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο από όλα τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το μεγάλο κενό που άφησε».
Μα στ’ αλήθεια,ποιος ήταν ο Καμύ;…Πιθανόν κι αυτός ένας μασόνος.Και δεν περιμένω φυσικά να χαίρει της εκτίμησης των εδώ εμβριθών σχολιογράφων…
Οι παρατιθέμενοι διάλογοι είναι κυρίως απογοητευτικοί και νομίζω κατώτεροι των προσδοκιών, όσων απο μας διαβάζουμε για να διαμορφώσουμε μια ολοκληρωμένη άποψη για τούς λογοτέχνες και το έργο τους. Και υποψιάζομαι ότι, πιθανώς , να είναι κατώτεροι και των πνευματικών αναστημάτων όσων είδαμε, μέχρις εδώ, την γραφίδα τους να αστράφτει γεμάτη πίσμα και το γνωστό ελληνικό “εγώ”!.. Το πνευματικό έργο πρέπει να εξατάζεται ξέχωρα απο την δημιουργό προσωπικότητα και σε σχέση με την εποχή του. Βρίσκω πνευματικά πολύ φτωχή μια κριτική, που επιδιώκει να στηριχθεί στο Εβραίος, τούς ομοφυλόφιλος ή τους Μασόνους!…. Η ελληνική κοινωνία τρέφει μεγαλλίτερες προσδοκίες απο τους πνευματικούς ανθρώπους της. Σας ευχαριστώ και γειά σας.
Λησμόνησα να σας πώ ότι διάβασα τη ΘΕΙΑ ΚΟΜΩΔΙΑ πολύ αργά στο διάβα της ζωής μου και συνταράχτηκα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την εκπληκτική μετάφραση του Ν.Καζαντζάκη, αυτή την μαγεία μιας μουσικής που είναι “δική” του και την δύναμη μιάς γλώσσας που πρώτη φορά ανακάλυπτα και βυθιζόμουνα μαζί της στον ωκεάνειο φώς της , μαζί με τα ασυγκράτητα δακρυά μου. Την ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ την έχω διαβάσει και σε άλλες μεταφράσεις καμιά όμως δεν με μάγεψε και δεν με συγκίνησε τόσο βαθιά!.
Να πω ακόμη κάτι και τελειώνω εδώ.
Παραφράζοντας τον “Μπολιβάρ” του Εγγονόπουλου:
Τι γυρεύει ένας βόρειος (και σκοτεινός) υπεράνθρωπος στο (ηλιόλουστο) μεσογειακό τοπίο;
@ Νίκος Σαραντάκος: Καλημέρα. Μόλις το κοίταξα και έχεις δίκιο, έχει γίνει λάθος κατά την πληκτρολόγηση και το σωστό είναι συδέτρες.
το ποίημα που παρέθεσε ο κύριος Σαραντάκος δεν είναι απόσπασμα της οδύσσειας. Είναι αυτόνομο ποίημα του Καζαντζάκη με τον τίτλο “Οδυσσέας’.
http://www.sarantakos.com/fistiki/kaz-poiht.html
Γράφει στο τέλος, πριν την παράθεση του ίδιου ποιήματος:”Όσον αφορά τώρα το ποιητικό έργο του Καζαντζάκη και ειδικότερα την «Οδύσσεια» προσωπικά εξομολογούμαι πως έχω διαβάσει ένα πολύ μικρό κομμάτι της και ακόμη μικρότερο από τον «Χριστό». Δεν πιστεύω δε να υπάρχει Έλληνας που να ισχυρίζεται πως έχει διαβάσει ολόκληρο το ποίημα των 33 χιλιάδων στίχων. Προσωπικά όσα διάβασα νου άρεσαν πολύ. Θα μου επιτρέψετε να σας απαγγείλω ένα πολύ μικρό απόσπασμα της «Οδύσσειας»” κάνοντας το ίδιο λάθος.Άλλωστε η οδύσσεια είναι γραμμένη σε 17συλλαβο.
Δίκιο απόλυτο έχει ο κ. Καλογήρου, το απόσπασμα που παρέθεσα εδώ και που υπάρχει και στον παλιό μου ιστότοπο δεν είναι από την Οδύσσεια, η οποία, όπως σωστά λέει, είναι σε 17σύλλαβο.
Μια διευκρίνιση ωστόσο: το απόσπασμα που παραθέτει ο ίδιος στο αμέσως προηγούμενο σχόλιο (“Όσον αφορά…”) είναι γραμμένο από τον πατέρα μου, τον αξέχαστο Δημ. Σαραντάκο.
Ενα μικρο δειγμα αγγλικης μεταφρασης της νουβελας ‘Ο καπεταν Μιχαλης’ ”Freedom and Death”ειναι ο τιτλος στα αγγλικα.
English Translation By Jonathan Griffin
. . . .. . . .. . . . . .. . . . .. . . . . . .. . . . .. . . . .. . .
”Then hear me! I am a hundred years old.You all of you know my life.I’ve no need to make a written paper of it for you.That I’ve fought and worked,that I’ve had joy and sorrow,that I’ve done my duty as a man,you can all bear witness.Now my hour has come.The earth is opening,she wants,it seems,to swallow me.Let her swallow me,let her revenge!But she’s not swallowing all of me!Look what I’m leaving behind!”
He pointed to his daughters,grandsons,grand-daughters,and great-grandchildren.”A whole people!So I’m not worried about death.I’ve beaten him.The Devil’s got the best of him.Different anxieties are devouring me…”
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . .. ..
He went down to the fountain and took down the brass up from its hook.He drank.There was an inscription in Turkish lettering round the rim of that cup,in which their blood had once been mingled.That evening Nuri Bey had translated it”Raise thy head,O traveller,and drink.Even the hen raises her head when she drinks,and thanks God!”_
Μπορειτε να κατεβασετε τον Σαιξπηρο η να μου το στειλετε με εμαιλ. κανω μια εργασια για τον Kαζαντζακη και θα μο μου ηταν χρησιμο
Eυχαριστω πολυ!
Θεανω
Αυτό το ποίημα είναι με δώδεκα συλλαβές . Δεν είναι ενδεκασυλαβο.
Λάθος ανάγνωση. Ποιητική στροφή με ενδεκασύλλαβους στίχους. Στροφή στη μετρική σημαίνει ο τελευταίος στίχος. Μετράς πάντα τον μέσο όρο συλλαβών σε ολόκληρο το ποίημα. Δεν είναι τόσο απλό.