Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Πέτρος Σκυθιώτης, «Συνθήκη Ισορροπίας», εκδ. Θράκα, 2014

1.

Ψοφάω να δω τʼ όνομά μου
σε μπουκάλι μπύρας
πακέτο τσιγάρων
εξώφυλλο βιβλίου
σε κάτι χειροπιαστό τέλος πάντων
να μʼ αγαπούν και να με πληρώνουν
χωρίς να με λένε πουτάνα

8.

Μετά από δεκαεφτά πλύσεις εγκέφαλου
κρεμάστηκε στα σύρματα του τρίτου ορόφου
δίπλα στη μπουγάδα της γυναίκας του
μόλις στέγνωσε
καθαρός πια απʼ όλα τα μικρόβια
επέστρεψε στο μπαλκόνι να διαβάσει την
ατσαλάκωτη εφημερίδα
η γυναίκα αμίλητη και χωρίς πολλά πολλά
σιδέρωσε κι ετοίμασε τα δυο σκοτωμένα
παιδιά
για το δείπνο

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Isabella di Morra (1520-1546), «Μέσα από δρόμους έρημους» (εισαγωγή-μετφρ.: Άννα Γρίβα/ επίμετρο: Μάρκος Ν. Δενδρινός), εκδ. Κουκούτσι, 2014

`

Ι

I fieri assalti di crudel Fortuna
scrivo, piangendo la mia verde etate,
me che ‘n sí vili ed orride contrate
spendo il mio tempo senza loda alcuna.

Degno il sepolcro, se fu vil la cuna,
vo procacciando con le Muse amate,
e spero ritrovar qualche pietate
malgrado de la cieca aspra importuna;

e, col favor de le sacrate Dive,
se non col corpo, almen con l’alma sciolta,
esser in pregio a più felici rive.

Questa spoglia, dove or mi trovo involta,
forse tale alto re nel mondo vive,
che ‘n saldi marmi la terrà sepolta.

*
I

Γράφω, θρηνώντας για τʼ άγουρα χρόνια μου
και για της άσπλαχνης Τύχης τις άγριες επιθέσεις,
εγώ που σʼ έναν τόπο τόσο φρικτό κι επώδυνο
δίχως κανείς να μʼ επαινεί ξοδεύω τη ζωή μου.

Κι αν είχα λίκνο ταπεινό, ζητώ έναν άξιο τάφο,
κρατώντας τα εφόδια των λατρεμένων μου Μουσών,
με την ελπίδα πως θα βρω και πάλι κάποιο έλεος
κι ας μη το θέλει η τυφλή πικρή Θεά που βασανίζει.

Κι αν οι θεότητες οι άγιες θέλουν να με συντρέξουν,
σʼ ακρογιαλιές τερπνότερες θα αξιωθώ να ζω
αν όχι με το σώμα μου, όμως με ελεύθερη ψυχή.

Αυτή τη σάρκα, που τώρα με τυλίγει,
ίσως στον κόσμο να βρεθεί κάποιος μεγάλος βασιλιάς
απρόσιτη να τη φυλάξει σε παγωμένο μάρμαρο.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ειρήνη Βακαλοπούλου, «Ανηλικίωση», εκδ. Γαβριηλίδη 2014

ΞΕΝΟΣ

Ι.

Χρόνια τώρα, πορφυρό βλέπω τον κόσμο
Από το ένα μάτι
Στο άλλο κατοικεί η μνήμη
Αυτό είναι που πονάει πιο πολύ
Αυτό, που ʽναι νεκρό και μαύρο.

Το στρίβω δεξιά
Των όμορφων ανθρώπων τα μαλλιά κατάπινα
Χόρταινα ξανθά και μελαχρινά χρώματα
Και είχες μια πλεξούδα, ανοιξιάτικη αυλή.

Το στρίβω αριστερά
Το κορμάκι που ʽσταζε οινόπνευμα ο ιδρώτας
Λίγο λίγο το ʽπινα• κρατούσε το μεθύσι μου για χρόνια
Και τον ήλιο ακόμα είχες ξεγελάσει
Κατάλευκο το σώμα.

Τι θέλει και θυμάται το σκοτεινό μου μάτι;
Φτάνει την αιμάτινη μορφή σου κάθε μέρα να κοιτώ.

`

ΙΙ.

Αναμένες βαρκούλες οι μνήμες
Αρμενίζουν στους παλιούς τοίχους
Τα ρούχα στα συρτάρια μυρίζουν εφηβεία
Οι πόρτες έχουν βαθουλώματα
Μόνο σε παιδικά δάχτυλα ταιριάζουν
Υγρασία της απώλειας στις γωνίτσες
Χτυπώ το πόδι κάτω
Σηκώνεται η σκόνη
Μπαίνει στα μάτια
Μήτε δάκρυ να στάξει.

Ξέρω, δε θα ξαναδώ όπως έβλεπα τότε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Federico García Lorca, «Ποιήματα σε πρόζα» (μετφρ.: Βασίλης Λαλιώτης), εκδ. Ενδυμίων 2014 (Προδημοσίευση)

`

ΚΑΡΔΙΑ BLEU ΚΑΙ COEUR ΓΑΛΑΖΙΑ

ΕΓΩ: Όταν ανεβαίνω και κατεβαίνω τις σκάλες δεν θυμάμαι το ασανσέρ. Το ασανσέρ το θυμάμαι στην έρημο ή στο τραπεζάκι του καφενείου. Για να ενώσω ένα λαϊκό και μακρινό όρο με τη μικρή περιστέρα που πάλλει ανάμεσα στα δάχτυλά μου έχω ανάγκη να κάνω να πετάξουν τα πενήντα ζευγάρια μάτια μου, το κολέγιό μου από βιολέτες, στον αέρα τον κακά θερμασμένο. Στο τέλος τέλος και αντί γι αυτούς, βλέπω την εύθραυστη κλωστή που θα ενώνει όλα τα πράγματα με κάθε πράγμα και κάθε πράγμα με όλα τα υπόλοιπα.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ: Δεν πρέπει να ανησυχείς για τις σχέσεις αλλά για τα ίδια τα απομακρυσμένα πράγματα. Τίποτα πιο αντιποιητικό από τη λογική σχέση ανάμεσα σε δυο αντικείμενα όποιας τάξης κι αν είναι. Πρέπει να σπάσουν τα σχοινιά των ορατών σχέσεων και των αοράτων. Πρέπει να αφήνεις τα αντικείμενα και τις έννοιες να πηγαίνουν ελεύθερα όπου θέλουν, να μάχονται, να πετάνε για να είναι ο κόσμος πιο διασκεδαστικός και να μπορεί να υπάρχει η αληθινή ποίηση.
Οι ποιητές έχετε έναν τρομερό φόβο να χάσετε το κεφάλι κι έναν ακατανόητο έρωτα
με [αυτό που έχουν πειστεί να ονομάζουν] η λογική ποιότης. Είναι παράλογο να συμφωνείς ότι το παπούτσι δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο εκτός από παπούτσι και η κουτάλα εκτός από κουτάλα. Το παπούτσι και η κουτάλα είναι δυο μορφές μιας ακραίας ομορφιάς και μιας ζωής δικής τους τόσο έντονης όπως η δική σου και πάνω απ’ όλα έχουν μια ικανότητα για περιπέτεια που εσύ δεν υποπτεύεσαι καν.

ΠΟΙΗΤΗΣ: Αχ έλα! Εγώ μπορώ να μετατρέψω το παπούτσι σ’ ένα βαρκάκι ή…

ΦΙΛΟΣ: Όχι! Όχι! Το παπούτσι δεν είναι τίποτε άλλο από παπούτσι, χωρίς να του εφεύρεις καινούρια προσωπικότητα, παπούτσι που μπορεί να πάει με μια ελιά ή με μια μύτη, στη θάλασσα του Νότου, στη μέση μιας απλής συγκίνησης από αύρα.

ΠΟΙΗΤΗΣ: Τέλεια. Είναι ένα ακόμα ποιητικό γεγονός .
ΦΙΛΟΣ: Όχι. Ποιητικό όχι, πραγματικό, πραγματικότατο, ζωντανό.[από] Βεβαίως ποιητικό, γιατί ποιητικά είναι όλα, αλλά ζωντανό, χωρίς φαντασία, σαν ένα μυρμήγκι σαν ένας πίδακας νερού.
Τα ποιητικά γεγονότα μένουν κλεισμένα στα βιβλία και δεν μεταβιβάζουν. Μιλάω γι αυτό που φαίνεται με τα μάτια. Είδα εγώ ένα γάϊδαρο με κεφάλι αηδονιού και ένα μεγάλο κύμα σαν τρία λιοντάρια από νερό, σταματημένο από το φόβο που του προκαλούσε ένα σπυρί αλάτι.

Διαβάστε περισσότερα

Αφίξεις

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, «Η άστεγη μέρα», εκδ. Μελάνι, 2014

`

Κάποιος στο δρόμο
θέλησε να μου χαρίσει τη μισή του στενοχώρια,
είπα όμως λάθος το όνομα της πόλης όταν μου ζητήθηκε
και βρέθηκα αλλού.
Αφελές εδώ το τοπίο αφού δεν έχει κρύπτες
κι ο ουρανός στάζει από πάνω του.
Ήρθαν οι βάρβαροι, το είδαν και φύγαν.
Μια αλήθεια που αδυνατίζει, λιώνει στα χέρια σου.
Μια κραυγή νερού φτιαγμένη από άλφα, η θάλασσα.
Εκβιάζει τις μυρωδιές πρώτα να ‘ρθουν και μετά να μείνουν.
Είναι πολλά τα μυστικά, γι’ αυτό ο νους γίνεται αυλή της
καρδιάς,
τόπος απογευματινών συναντήσεων με ανοιχτά ραδιόφωνα.
Για αβαρείς ειδήσεις.
Εκεί που πληγώνει ο λόγος τη σιωπή, δεν ανθίζει ποτέ τίποτα.

`

*

Οδυσσέας

Μεταφραστές σιωπής μού είπαν
πως τάχα σε δύσκολους καιρούς
κόβεις δρόμο, περνάς μέσα απ΄τις ζωές των άλλων
φορώντας μια μεταποιημένη λύπη, που σέρνεται πίσω σου.
Χρυσοφόρων Μήδων αναπνοές σε προσεγγίζουν,
εκεί που κατοικείς σε πάθη αλλότρια,
που σχίζεται μεταξωτός ο χρόνος,
μισός για πεθαμένους κι άλλος μισός για ζωντανούς.
Σε λένε Οδυσσέα στο τέλος.
Μα ξέρω, μπροστά σου τείχος, πίσω σου κορναρίσματα,
δεν επαναπατρίζεσαι.

Διαβάστε περισσότερα