
`
Ι
I fieri assalti di crudel Fortuna
scrivo, piangendo la mia verde etate,
me che ‘n sí vili ed orride contrate
spendo il mio tempo senza loda alcuna.
Degno il sepolcro, se fu vil la cuna,
vo procacciando con le Muse amate,
e spero ritrovar qualche pietate
malgrado de la cieca aspra importuna;
e, col favor de le sacrate Dive,
se non col corpo, almen con l’alma sciolta,
esser in pregio a più felici rive.
Questa spoglia, dove or mi trovo involta,
forse tale alto re nel mondo vive,
che ‘n saldi marmi la terrà sepolta.
*
I
Γράφω, θρηνώντας για τʼ άγουρα χρόνια μου
και για της άσπλαχνης Τύχης τις άγριες επιθέσεις,
εγώ που σʼ έναν τόπο τόσο φρικτό κι επώδυνο
δίχως κανείς να μʼ επαινεί ξοδεύω τη ζωή μου.
Κι αν είχα λίκνο ταπεινό, ζητώ έναν άξιο τάφο,
κρατώντας τα εφόδια των λατρεμένων μου Μουσών,
με την ελπίδα πως θα βρω και πάλι κάποιο έλεος
κι ας μη το θέλει η τυφλή πικρή Θεά που βασανίζει.
Κι αν οι θεότητες οι άγιες θέλουν να με συντρέξουν,
σʼ ακρογιαλιές τερπνότερες θα αξιωθώ να ζω
αν όχι με το σώμα μου, όμως με ελεύθερη ψυχή.
Αυτή τη σάρκα, που τώρα με τυλίγει,
ίσως στον κόσμο να βρεθεί κάποιος μεγάλος βασιλιάς
απρόσιτη να τη φυλάξει σε παγωμένο μάρμαρο.
Διαβάστε περισσότερα