`
Κάποιος στο δρόμο
θέλησε να μου χαρίσει τη μισή του στενοχώρια,
είπα όμως λάθος το όνομα της πόλης όταν μου ζητήθηκε
και βρέθηκα αλλού.
Αφελές εδώ το τοπίο αφού δεν έχει κρύπτες
κι ο ουρανός στάζει από πάνω του.
Ήρθαν οι βάρβαροι, το είδαν και φύγαν.
Μια αλήθεια που αδυνατίζει, λιώνει στα χέρια σου.
Μια κραυγή νερού φτιαγμένη από άλφα, η θάλασσα.
Εκβιάζει τις μυρωδιές πρώτα να ‘ρθουν και μετά να μείνουν.
Είναι πολλά τα μυστικά, γι’ αυτό ο νους γίνεται αυλή της
καρδιάς,
τόπος απογευματινών συναντήσεων με ανοιχτά ραδιόφωνα.
Για αβαρείς ειδήσεις.
Εκεί που πληγώνει ο λόγος τη σιωπή, δεν ανθίζει ποτέ τίποτα.
`
*
Οδυσσέας
Μεταφραστές σιωπής μού είπαν
πως τάχα σε δύσκολους καιρούς
κόβεις δρόμο, περνάς μέσα απ΄τις ζωές των άλλων
φορώντας μια μεταποιημένη λύπη, που σέρνεται πίσω σου.
Χρυσοφόρων Μήδων αναπνοές σε προσεγγίζουν,
εκεί που κατοικείς σε πάθη αλλότρια,
που σχίζεται μεταξωτός ο χρόνος,
μισός για πεθαμένους κι άλλος μισός για ζωντανούς.
Σε λένε Οδυσσέα στο τέλος.
Μα ξέρω, μπροστά σου τείχος, πίσω σου κορναρίσματα,
δεν επαναπατρίζεσαι.
`
*
Είναι κακοί οι οιωνοί,
την ώρα που αντιστρέφεται το μαύρο στην κοιλιά της νύχτας,
καλπάζεις στην ενδοχώρα
μα δεν βλέπεις τίποτα.
Ανοίγεις τότε τα παράθυρα να πάρουν τα όνειρα αέρα,
λουλούδια για τους πεθαμένους, κόλλυβα για τους ζωντανούς.
Καλύτερα να σαπίζεις κάτω απ’ το νερό, σού ψιθυρίζουν.
Είσαι γερό σκαρί, θ’ αντέξεις.
`
*
Ο νους μου μετακόμισε στα πέλματα
και η καρδιά μου άλλαξε θέση.
Τσάμπα πυροβολάτε.
Εδώ δεν κατοικεί κανείς.
Μόνο ένας άνθρωπος φτιαγμένος από πολλά
μικρά ανθρωπάκια
έρχεται και ποτίζει μια λύπη, φτιαγμένη από πολλές
μικρές λύπες.
Μα τίποτα δεν μεγαλώνει σωστά.
`
*
Είναι κακόφημη η αλήθεια
κι έχει ένα σκληρό πρόσωπο.
Όταν θέλει να κάνει το τοπίο βάρβαρο,
βάζει ανθρώπους να το κατοικήσουν.
`
*
Στη Σελήνη κατοικεί ένας ξυλοκόπος.
Αυτό το ξέρουμε μονάχα εμείς οι δύο.
Ο ξυλοκόπος είναι τυφλός.
Κάποιες φορές χτυπάει εσένα αντί το ξύλο.
Le Paradis n’ est pas artificiel, έχει όμως δόντια.
Προσέξτε το χαμόγελό του.
Οι τορπίλλες δεν είναι για ό,τι αγαπήσαμε,
για ό,τι μισήσαμε,
κόβουν μόνο τον ρουν των πραγμάτων.
Και τον απογευματινό μας καφέ.
Κι άμα πεις πως δεν είσαι εσύ, θα σε πιστέψουν.
Κι άμα πεις πως είσαι εσύ, πάλι θα σε πιστέψουν.
Ετσι που να μη χρειάζεται να πεις τίποτα πια.










