Γιώργος Παναγιωτίδης, «Κύμα Άλμα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014
19Νοε
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Ορκίζω τους προγόνους μου
όσους δάκρυσαν εδώ και σκέφτηκαν
τους απογόνους μου ορκίζω
όσους θα ʼρχονται στους μέλλοντες στο κατόπι μου
καλώ τη θάλασσα που ταξίδεψαν
και τα κύματα που τους έδειραν
τα βουνά που αγρίεψαν
και τα γνέφια που τους κατέτρεξαν
παρακαλώ των θεών τʼ άγρια όνειρα
και των αγίων τα ωχρά φωτοστέφανα
της μάνας μου τα αίματα που πρώτα κολύμπησα
φωνάζω και τον αέρα που ανέπνευσα
και τον φώναξαν αντίκρυ στο θάνατο
μη με ξεχνάτε
και μη μʼ αφήνετε άμα βουλιάζω να σας ξεχνώ.
`
*
ΜΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ
Βγαίνω απʼ τη θάλασσα, είκοσι χρονών.
Η θάλασσα στάζει από πάνω μου στην άμμο.
Στην άμμο αφυδατώνομαι γρήγορα
ζαρώνω εξήντα χρόνια.
Μια πασχαλίτσα κάθεται στο χέρι μου πάνω.
Θαυμάζω το κόκκινο,
τα στίγματά της μετρώ ως το εφτά,
δέκα χρονών.
Απομακρύνεται και δεν μπορώ να τη δω.
Απομακρύνεται εβδομήντα χρόνια.
Γηροκομώ τʼ άκοπα γένια μου,
τʼ άκοπα νύχια μου στρέφονται
κατά του εαυτού μου.
Η πασχαλίτσα παραπαίει στο τζάμι μου.














