Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, «Χώρος» (εισαγωγή- μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης), εκδ. Bibliotheque, 2017
16Οκτ
`
[απόσπασμα από το τρίτο μέρος που δημοσιέυτηκε αυτόνομο]
ΜΥΘΟΣ ΕΝΟΣ ΚΕΝΟΥ ΗΡΩΑ
Διπλωμένα φτερά ενός στρατού πορφυρού και με τσόφλια, από το ένα μέρος στο άλλο του επίπεδου δρόμου που έδινε τα σκούρα του στην πιστή θάλασσα, τα καβούρια τολμούσαν σπάζοντας βιαστικά (σαν σε μια δυσάρεστη προσευχή από κρίκους) τον ήλιο της ακτινοβόλου μοναξιάς ενός θεού απόντος.
Φτάνοντας εγώ, τα διπλωμένα φτερά άνοιξαν απλωμένα, χίλια όντα, μικρά;, παρεκκλίνοντας στα οξέα οπίσθιά τους. Και, σιωπή· ένα τέλος, σιωπή. Ένα τέλος, ένας θεός που πλησίαζε.
Ένας καρκίνος, ένας κάβουρας και μόνος, έμεινε στο γκρίζο κέντρο του αμμώδους, πιο βιαστικός από όλους, πιο ανοιχτή η πριονωτή τανάλια του μεγαλύτερου στόματος της ντουλάπας του· τα μάτια περισκόπια άκαμπτα, καρφώνοντας την παλλόμενη εχθρότητά του σε μένα.
Κατέβηκα αργά ως αυτόν, και με το μολύβι της ποιήσεως μου και της κριτικής μου, παρμένο από την τσέπη, το παρακίνησα να δώσει μάχη.
Δεν πήγαινε ο δαυίδ, δεν πήγαινε ο δαυίδ του λόγιου φιλισταίου. Δάγκωσε το κίτρινο μολύβι με την τανάλια του, κι εγώ το σήκωσα μʼ αυτό πιασμένο και το γύρισα στους ορίζοντες με μια ορμή μεγαλύτερη, μεγαλύτερη, μεγαλύτερη, μια τροχιά μεγαλύτερη, κι αυτό άντεχε. Η δύναμή του ήταν τόσο λίγη για μένα πολύ πιο λίγη, φτωχέ ήρωα!












