`

[απόσπασμα από το τρίτο μέρος που δημοσιέυτηκε αυτόνομο]
ΜΥΘΟΣ ΕΝΟΣ ΚΕΝΟΥ ΗΡΩΑ

Διπλωμένα φτερά ενός στρατού πορφυρού και με τσόφλια, από το ένα μέρος στο άλλο του επίπεδου δρόμου που έδινε τα σκούρα του στην πιστή θάλασσα, τα καβούρια τολμούσαν σπάζοντας βιαστικά (σαν σε μια δυσάρεστη προσευχή από κρίκους) τον ήλιο της ακτινοβόλου μοναξιάς ενός θεού απόντος.
Φτάνοντας εγώ, τα διπλωμένα φτερά άνοιξαν απλωμένα, χίλια όντα, μικρά;, παρεκκλίνοντας στα οξέα οπίσθιά τους. Και, σιωπή· ένα τέλος, σιωπή. Ένα τέλος, ένας θεός που πλησίαζε.
Ένας καρκίνος, ένας κάβουρας και μόνος, έμεινε στο γκρίζο κέντρο του αμμώδους, πιο βιαστικός από όλους, πιο ανοιχτή η πριονωτή τανάλια του μεγαλύτερου στόματος της ντουλάπας του· τα μάτια περισκόπια άκαμπτα, καρφώνοντας την παλλόμενη εχθρότητά του σε μένα.
Κατέβηκα αργά ως αυτόν, και με το μολύβι της ποιήσεως μου και της κριτικής μου, παρμένο από την τσέπη, το παρακίνησα να δώσει μάχη.
Δεν πήγαινε ο δαυίδ, δεν πήγαινε ο δαυίδ του λόγιου φιλισταίου. Δάγκωσε το κίτρινο μολύβι με την τανάλια του, κι εγώ το σήκωσα μʼ αυτό πιασμένο και το γύρισα στους ορίζοντες με μια ορμή μεγαλύτερη, μεγαλύτερη, μεγαλύτερη, μια τροχιά μεγαλύτερη, κι αυτό άντεχε. Η δύναμή του ήταν τόσο λίγη για μένα πολύ πιο λίγη, φτωχέ ήρωα!
Υπήρξα κακός; Το έλιωσα με το άδικο ποδεμένο πόδι, μόνο για να δω τί ήταν. Ήταν καβούκι μάταιο, ένα όνομα μόνο, κάβουρας· και ούτε μια δεκάρα, ούτε μια δεκάρα σπλάχνα· ένα κενό ίδιο με οποιοδήποτε κενό· ένα κενό σε ένα άλλο κενό. Ένα κενό ήταν ο ήρωας πάνω στη γη και πάνω στον ουρανό· ένα κενό, ένα κενό λιωμένο από μένα, που ο αέρας δεν γέμιζε, από μένα, από μένα· μόνο ένα κενό, ένα άδειο, ένα ηρωικό μυστικό ενός κάβουρα κρύου νεκρού, ένα καβούρι άδειο ένας φτωχός δαυίδ κενός.
Και μια σιωπή μεγαλύτερη από κείνη τη σιωπή γέμισε ξαφνικά τον κόσμο με δηλητήριο, ένα δηλητήριο του κενού· μια αρχή, όχι ένα τέλος. Έμοιαζε πως το κενό το αποκαλυμμένο από μένα και βαλμένο στην εμφάνιση για όλους, είχε γίνει σιωπή, ή η σιωπή, κενό· πως είχε κατοικηθεί εκείνη η αριθμήσιμη σιωπή από αναρίθμητη σιωπή κενή.
Εγώ υπέφερα που ο καρκίνος ήμουνα εγώ, και εγώ ένας γίγαντας που δεν ήταν μόνο εγώ και με είχε εμένα πατήσει και λιώσει. Το απέραντα κενό με ένιωθα, τί τερατώδη από κενότητα βιαστική, σ εκείνο το σκληρυμένο οικόπεδο του μεσημεριού των ερημωμένων παραλιών! Ερημωμένες; Κάποιος μεγαλύτερος απότι εγώ και το καινούριο εγώ ερχόταν, κι εγώ έφτανα στον ήλιο με την απέραντη κενότητά μου, την ίδια στιγμή· και ό ήλιος που έλιωνε το κενό, και η ατέλειωτη σκιά μου με έμπαζε στη θάλασσα και σʼ αυτήν ναυαγούσα σε μια μάχη απέραντη γιατί η θάλασσα έπρεπε να γεμίσει όλο το κενό μου. Επανάσταση ενός όλου , ενός απείρου, ένα χάος στιγμιαίο από σάρκα και καβούκια, από άμμο και κύμα και σύννεφο και κρύο και ήλιο, όλα καμωμένα ολικά και μοναδικά, όλα άβελ και κάιν, δαυίδ και γολιάθ, καρκίνος κι εγώ, κάθε καβούρι κι εγώ.
Και στο χώρο εκείνου του απέραντου κενού και βωβού, ο θεός κι εγώ είμαστε δυο.

Πρώτη δημοσίευση, La Nación, Μπουένος Άιρες, Κυριακή 11 Ιανουαρίου 1953