ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Σεροτονίνη πρόωρης εκσπερμάτωσης
μαζεύει βότσαλα από τον φωταγωγό
χώνεται μέσα σε τριφασικούς μετρητές
κι όταν έρθει η ώρα να διαπράξει έγκλημα
σαν χαμάλης του σπιτιού ξεσκονίζει έπιπλα
μʼ ένα σταυρουδάκι βαφτιστικό της νονάς
σεξουαλικά τραύματα που αφήσαν εποχή
προλεταριάτο για ανιστόρητους φαλλούς
πίσω του μια ξεπεσμένη γεροντοκόρη
που αυνανίζεται ακόμη με την ομορφιά της
κι έτσι ο ανέραστος νεωκόρος της εκκλησίας
ξιφουλκεί τα βράδια με αναμμένο κεράκι
άνιση μάχη μιας προγραμματισμένης ζωής
υπολείμματα κέρδους σε αστικούς βόθρους
σε επιφυλακή κι οι νοσοκομειακοί ποντικοί
ροκανίζουν τʼ αποφάγια μιας εγχείρησης
νάρκωση στα πειραματόζωα του θαλάμου
περιμένουν εξιτήριο να πάνε να αλητέψουν
πίσω απʼ τον σκουπιδοτενεκέ της φοιτήτριας
να δουν πεταχτά στήθη σε παράταξη μάχης
αιδοίο αξύριστο σε υγραμένο ναρκοπέδιο
κι ένα δάχτυλο αιωρούμενο στο μισοσκόταδο
πολιορκητικός κριός για το ξεπαρθένιασμα.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Στο στήθος του πλοίου κοιμάται ο ήλιος
Με το μυστρί χτίζει την υστεροφημία του
Στην κοτσίδα του τυλίγονται οι πλανήτες
Ψήγματα χάους αναδύονται απʼ τον βυθό
Κρατάνε στα χέρια τις Μικρές Κυκλάδες
Κι έναν αμφορέα μελανόμορφο με λαιμό
Μεταμορφώνονται σε δροσερά παρτέρια
Ποτισμένα με το νέκταρ της αθανασίας
Ταπετσαρίες φασκιώνουν τον ορίζοντα
Στη μέση στρογγυλοκάθεται το μελτέμι
Άρτι αφιχθέν από μια ομαδική συνουσία
Με τον λίβα και τα δώδεκα ξαδέρφια του
Αύγουστος βγαίνει απʼ τις σφηκοφωλιές
Μοσχοβολά θυμάρι κι ανεπίδοτο έρωτα
Με γδούπο τα κύματα πνίγουν τη νύχτα
Σε ποτήρι μακρόστενο ξανθής μπίρας
Φεγγάρι προεξαγγελτικό του θανάτου
Κατακρημνίζεται στη θάλασσα με ορμή.
Νησιά ξεφυτρώνουν παντού μεσοπέλαγα
Αρπάζω το μεγαλύτερο και το αγκαλιάζω.
ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ
Η έμπνευση με μια ξαφνική κίνηση
Μου ξεκούμπωσε το πουκάμισο
Κι άρχισε τις εντριβές με τσίπουρο
Μέχρι που μέθυσε το δεξί μου χέρι
Κι άρχισε να γράφει ποιήματα
Πάνω σʼ ένα κιτρινισμένο χαρτί
Μετά με κέρασε μεζέ στα όρθια
Και ξαναμπήκε πάλι μέσα στο χώμα
Ενώ έξω έπεφτε μια σκληρή βροχή
Στέγνωσαν τα τρύπια παντελόνια
Στην απλώστρα και οι νεκρές ώρες
Φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα.
Δυναμώνει η βροχή από κέρματα
Κανείς δε σκύβει να τα μαζέψει
Πιάνω τυχαία το πιο σκουριασμένο
Μʼ αυτό αγοράζω όλο τον ουρανό
Από αύριο μόνιμος κάτοικος του ύψους
Με κιάλια θα παρατηρώ τους πλανήτες
Την πτώση του φεγγαριού στο πηγάδι
Κι όταν θα έχω ξεμεθύσει το πρωί
Θα κουμπώνω ξανά το πουκάμισο
Και θα κρεμάω τα ποιήματα στο φως.
ΓΡΑΨΑΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Γράψαμε ποιήματα στις δύο τα μεσάνυχτα
Για τα ξεδοντιασμένα φέρετρα των τάφων
Που χάσκουν ανάσκελα στο μαλακό χώμα
Για τα κατακόκκινα σύννεφα που στάζουν
Απʼ τις ανοιχτές πληγές τους οινόπνευμα
Για τα ερημωμένα παγκάκια των πάρκων
Που κοιμούνται γυμνά κάτω απʼ τη σελήνη
Για τα σπασμένα μεσημέρια της Κυριακής
Με θραύσματα μιας ολόκληρης βδομάδας
Για τα νεοκλασικά ξενοδοχεία της επαρχίας
Και το βιαστικό οργασμό των δέκα λεπτών
Για τα απαγορευμένα φωνήεντα της σιωπής
Μέσα στο δωμάτιο κοιτάζοντας το ταβάνι
Για την ξαφνική άφιξη της θλίψης το πρωί
Όταν σου ταχυδρομούν πια το τέλος σου
Για τις απέραντες σιδηροδρομικές ράγες
Που δεν τις πάτησε ποτέ κανένα τρένο
Για τα νοσοκομεία της γενικής εφημερίας
Που στοιβάζουν τις μοναξιές στα ράντζα
Για τους φαντάρους με τα φύλλα πορείας
Και ένα πακέτο τσιγάρα στη δεξιά τσέπη
Για τις υπόγειες διαβάσεις των λεωφόρων
Πνιγμένες απʼ τα γκράφιτι και τα κάτουρα
Για καράβια που βουλιάζουν στον ουρανό
Κι αεροπλάνα που πετάνε στη θάλασσα
Για τα τσουβαλιασμένα όχι των εραστών.
Γράψαμε ποιήματα στις έξι τα χαράματα
Για όλους τους θανάτους υπεράνω υποψίας.
ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ
Και χωρίς εμάς, τίποτα δε θʼ αλλάξει:
Οι ερωτευμένοι σε δίχτυ ανασφάλειας
Τα γήπεδα εκτροφεία εγκλωβισμένων
Οι καλόγεροι ελπιδοφόροι αιωνιότητας
Τα αμπέλια προάγγελοι καλού κρασιού
Οι δρόμοι με αναθυμιάσεις βενζίνης
Τα πλοία σε εναγκαλισμό με τον βυθό
Η αλήθεια στην εντατική για αιώνες
Ο τζίτζικας συνέταιρος του καλοκαιριού
Τα δέντρα στην ευχέρεια των ανέμων
Η μοναξιά πάντα τυφλή κι ασυνόδευτη
Ο πόνος χωρίς πολλές διακυμάνσεις
Τα νομίσματα σε διαρκή υποτίμηση
Η Σαντορίνη πάνω στον ίδιο γκρεμό
Το ψεύδος στα δόντια των ισχυρών
Η ελευθερία σε καταστολή διαρκείας
Η θλίψη γυμνή με ξενυχτισμένα μάτια
Ο Αύγουστος σε βαλίτσα διακοπών
Η Ποίηση ανεπίδεκτη κάθε ορισμού
Τα ρολόγια με αργούς λεπτοδείχτες
Οι ζωγράφοι έρμαια των χρωμάτων
Τα αγάλματα παράφραση του σκότους
Η Τροία μια παλιά πονεμένη ιστορία
Η γη με αδιάσπαστο κέλυφος σιωπής
Τα κυπαρίσσια συνομήλικα των αιώνων
Το φεγγάρι του Άδη σε φέτες κομμένο
Ο Θεός μια άλλη ανάγνωση του φόβου
Η εφηβεία με περίσσευμα αμφισβήτησης
Ο θάνατος επαναληπτικός κι αδιάκριτος.
Κι αλίμονο, μονάχα εμείς αλλάζουμε.











Πολλά υποσχόμενος ο Γκανέλης ιδίως με τα 2 τελευταία.Πρέπει να επινοήσουμε έναν Ezra Pound.Θα κάθεται με το ψαλίδι έξω από τους εκδοτικούς οίκους και θα κόβει τα άχρηστα μέρη της Έρημης Χώρας των φερέλπιδων ποιητών. Θα τον κυνηγήσουν οι ευρωφονιάδες εκδότες γιατί άλλο να πληρώνεσαι από τον ποιητή για 4-5 τυπογραφικά κι άλλο για ένα δεκαεξασέλιδο,τύπου Καβάφη-κι αν το αφήσει το κοφτερό ψαλίδι του Εβραίου.Κάποτε ο Κάρολος Μαρξ είχε μιλήσει για επιστημονικό προλεταριάτο και είχε προβλέψει την proliferacion
(υπεραφθονία) των σημερνών masters και PhD.Mutatis mutandis μπορούμε να μιλήσουμε για ποιητικό προλεταριάτο που χώνει το χέρι στη τσέπη για να τυπώσει τις ποιητικές του φαντασιώσεις.Οι άθλιοι έμποροι του αθανάτου καραδοκούν.Θέλουν πιο ογκώδη τα μυθιστορήματα,πιο ογκώδεις τις συλλογές των διηγημάτων,με περισσότερα τυπογραφικά τις ποιητικές συλλογές στις οποίες,μες στην ατέλειωτη καρβουνίλα του ανθρακωρυχείου απαστράπτει κάποτε ο αδάμας Κοχινόρ όπως τα 2 τελευταία διαμαντάκια του Γκανέλη. Ασε τα τσίπουρα Γκανέλη στους Βολιώτες και ψάξε στην επόμενη τον ψαλιδοχέρη Εβραίο μέσα σου.