Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Γιώργος Θεοχάρης, Από μνήμης, Μελάνι, 2010

το εξώφυλλο είναι έργο του ζωγράφου Σπύρου Κουρσάρη

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΑΝΤΑ ΞΕΡΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ονειρεύτηκα απόψε τον Παναγιώτη ανεβασμένο στην πορτοκαλιά της αυλής. Νύχτα γλυκιά. Είχε σταθεί στα μεσιανά κλαδιά. Έκοβε πορτοκάλια απʼ τη μεριά της θάλασσας.
«Θα πέσεις ευλογημένε!», του φώναξα.
«Κι αν πέσω; δεν πονάνε οι πεθαμένοι!», αποκρίθηκε.

Άφησε τα πορτοκάλια κατά τη μεριά του δρόμου άκοπα.

«Αυτά είναι για ʽσένα», μου είπε.
«Σειρά σου.
Ανέβα».

8 Οκτωβρίου 2006 – 11 Μαρτίου 2008

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Βέης, Μετάξι στον Κήπο, “Υ”, 2010

ΕΚΕΙΝΗ Η ΛΙΜΝΗ

Ὅπως τό μηδενικό βάρος τοῦ οὐσιώδους
ἡ μουσική δηλαδή ἀπό τό φλάουτο
τοῦ δόκιμου μοναχοῦ
ἔτσι ἀκριβῶς καί τό μήνυμα φτάνει ἀπό ἐκεῖ
πού δέν τό περιμένουμε
χωρίς μεσάζοντες
χωρίς φιλοφρονήσεις μιᾶς ἀσήμαντης ρητορείας
ὄχι τόσο διφορούμενο ἤ δυσνόητο
ἀλλά ξαφνικά δικό μας
σάν τό σκοτάδι
πού δέν μποροῦμε βέβαια νά τό ποῦμε
οὔτε κάν νά τό δείξουμε
λές καί εἶναι κλεμμένο διαμάντι
ἀτίμωση ἤ ἔκλαμψη
θά ἑνωθεῖ ὅπου νά ʼναι μέ τά χρώματα τοῦ φθινοπώρου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Αφίξεις

Σωτήρης Παστάκας, Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη, Ενδυμίων, 2010


Εξώφυλλο: Στράτος Φουντούλης

Μικρή απολογία της ποίησης

Ίσως, οι απόπειρές μας να καθορίζουμε τάσεις και ρεύματα στην ποίηση των τελευταίων χρόνων, δεν αποτελούν παρά ευγενή ονειροπολήματα, διπρόσωπες χίμαιρες, απραγματοποίητους πόθους. Αφού δεν μπορούμε να γράψουμε μια ιστορία της ποίησης, αναλισκόμαστε κάθε τόσο, με τη λήξη σχεδόν του ημερολογιακού έτους, στο μάταιο εγχείρημα να ιστορίσουμε τα επιφαινόμενά της. Η γενική μας διαπίστωση και το μόνιμο παράπονο για την απουσία, στις μέρες μας, ενός ισχυρού “ποιητικού δόγματος”, κερδίζει αναμφίβολα και πολύ εύκολα την κοινή αποδοχή. Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα. Για τις ιστορικές και ιστορίζουσες αντιλήψεις μας, το γεγονός φαντάζει τελεσίδικο κι απρόσβλητο. Μόνον που η ποίηση αρνείται την ιστορική της συνέχεια, και υπερβαίνει τις λογικές κατηγοριοποιήσεις μας.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ξεχνώντας για λίγο τις σχολές και τα δόγματα, πως αυτά ήταν δυνατά την εποχή που η ποίηση κατοικούσε μέσα στα ποιήματα. Από το 1950 και μετά, φαίνεται πως η ποίηση δεν βρίσκεται πλέον μέσα στο φυσικό της φορέα, το ποίημα. Σε εκείνο μπορούμε να αναζητήσουμε μόνον κάποια στοιχεία που μπορούν να την προκαλέσουν, αόριστες νύξεις και μαγικές επικλήσεις που καθιστούν εφικτή την παρουσία της, σαν μουσικό προανάκρουσμα, σαν αχνό και πρόχειρο ιχνογράφημα που μας δίνει μόνον μια ιδέα των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η ποίηση έκτοτε, βρίσκεται κάπου αλλού, εκτός. Γι’ αυτό, ίσως, γνωρίζει επιτυχία μόνον όποιος είναι ικανός να υπαινιχθεί την παρουσία της, πέρα και υπεράνω των πενιχρών του μέσων, των στίχων δηλαδή, όπως ο Μπόρχες.
Δεν είναι τυχαίο πως ο συγκεκριμένος ποιητής φαντάζει ως ο κύριος δημιουργός του δεύτερου ημίσεως του αιώνα μας: ήταν από τους πρώτους που διαπίστωσε πως το ποίημα αρχίζει πλέον εκεί που τελειώνουν οι λέξεις. Επιστράτευσε, λοιπόν, όλες τις λέξεις που μπορούσε να μαζέψει, στους πλέον απίθανους συνδυασμούς, σε έμμετρους και ελεύθερους στίχους, ελεγείες, σονέτα, καταλόγους, επικά κι αφηγηματικά ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια. Κι επίσης, κριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αστυνομικά διηγήματα και φιλοσοφικά πονήματα. Ήξερε πως στις μέρες μας δεν γράφονται ποιήματα.
Το γνώριζε και ο Εουτζένιο Μοντάλε, ο οποίος παρ’ όλο το κουράγιο του δεν μίλησε ποτέ για ποιήματα, αλλά για στίχους και μόνον, αποδίδοντας στη συγκεντρωτική συλλογή των ποιημάτων του τον τίτλο “Τα άπαντα των στίχων”. Αυτή η σμίκρυνση του ποιήματος σε στίχους ήταν ίσως, η καθαρότερη ματιά για την πορεία της ποίησης μετά την “Έρημη χώρα” του Έλιοτ. Ήρθε όμως, ο Πάουλ Τσέλαν, κι έσπασε ακόμη κι αυτόν τον μοναχικό στίχο σε αλλοπρόσαλλες, μέσα στην απόλυτη γύμνια τους, λέξεις. Αλήθεια, πότε γράφτηκε το τελευταίο ποίημα;

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Φίλιππος Αγγελής, “Το αγαπημένο παιδί ης μοναξιάς”, Πολύχρωμος Πλανήτης, 2010


ტ
ΜΗ Μʼ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ

Σέ αὐτή τή στενή πραγματικότητα κλεισμένος
ποιό ἄλλο θέμα μοῦ ἀπομένει νά ἐξαντλήσω
ἐκτός ἀπό ἐσένα;
Ἀσφυκτικά μέ κατοικεῖς καί
ἴσως τελικά νά μή φταῖς ἐσύ
πού ἀπελπιστικά ὁμοιοκαταληκτεῖς
μέ τήν «ἀπουσία».

Σέ πετάω στούς τοίχους
καί μοῦ ἀνοίγεις ρωγμές.
Σέ λέξεις ἄγνωστες σέ ὀργανώνω
καί σέ σκορπίζω πάνω σέ χαρτιά.
Μέσα στά συρτάρια σέ σπρώχνω
καί τά κλειδιά καταπίνω.
Στήν ἀπομόνωση σέ βάζω
καί σέ κόβω ἀπʼ τίς φωτογραφίες.
Στό σῶμα μου
ἀκόμα προσπαθῶ νά ξεθωριάσω
τά ὕστατα ἀποτυπώματά σου.
Μέ πόνο σέ τραβῶ ἀπό τίς ἀναμνήσεις
καί σέ σκοτώνω.
Καί στόν ὕπνο μου
σέ φωνάζω «ἀγάπη μου».

Μά δέν ὑπῆρχες.
Δέν ὑπάρχεις.
Καί – κυρίως – δέν σέ χρειάζομαι.
Δέν σέ χρειάζομαι…
καί τό ράγισμα τῆς φωνῆς μου στό σημεῖο αὐτό
ὑπʼ ὅψιν σου νά μήν τό λάβεις.
Καί ὡς ἀδυναμία
νά μή μοῦ τό χρεώσεις.
Ἕνα ἀδέσποτο παιδί συλλογίστηκα
πού μοῦ φέρνει κάθε μέρα χαρτομάντηλα.
Δέν εἶμαι λυπημένος, λοιπόν, πού φεύγεις.
Πῶς θά μποροῦσα, ἄλλωστε
ἀφοῦ ποτέ δέν εἶχες ἔρθει;

Μιά μέρα θά κυκλοφορῶ μέ φτερά
ἀπό τά ἀποκόμματα τῶν ἐφημερίδων
πού ἔγραψαν γιά τήν ἐλευθερία
καί θά ψάξω νά σοῦ μιλήσω
γιά τήν ἐπικίνδυνη συνήθεια πού ἔχω
νά ὀνειρεύομαι
ἕνα κίνητρο γιά τή ζωή
καί μιά ὑστεροφημία γιά τόν θάνατο.

Μʼ ἀκοῦς;
ἥ μήπως σκέπασαν τίς αἰσθήσεις σου
οἱ σειρῆνες τῶν ἀσθενοφόρων;

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιάννης Κοντέας, “Το χρονικό της τραγωδίας”, εκδ. ΔΡΟΜΩΝ 2010

 
«Ερωτευμένος αποκλειστικά με την τελειότητα των συναισθημάτων»

Ήθελα να κοιτάξω τον ουρανό.
Ξεχώρισα αμέσως το αστέρι μου,
με την πρώτη ματιά.
Ήταν τόσο φωτεινό.
Είχε ένα χρώμα που κανείς ζωγράφος δεν είχε σκεφτεί.
Το ερωτεύτηκα αναπόφευκτα.
Ήθελα να το κάνω δικό μου.
Μα σίγουρα το έβλεπαν και άλλοι.
Μα η μικροσκοπική μου ύπαρξη
δε θα ήταν ποτέ αρκετή να το φτάσει.
Βρήκα το πιο δυνατό τηλεσκόπιο,
για να το χαζεύω τις νύχτες μου,
που πια απέκτησαν νόημα,
φωτίστηκαν, εξιλεώθηκαν, αφιερώθηκαν, εξυμνήθηκαν.
Μα είδα πάνω του φοβερούς κρατήρες,
απότομες χαράδρες και παγωμένους ανελέητους ανέμους.
Τότε απέκτησαν και οι μέρες μου νόημα.
Ταξίδευα χειμώνες και καλοκαίρια
για να φτάσω στη σπηλιά του σοφού γέροντα.
Και πραγματικά ήξερε για το αστέρι μου.
Μου είπε ότι είχε πεθάνει πολλά χρόνια τώρα.
Μου είπε ότι όλο αυτόν τον καιρό
ήμουν ερωτευμένος με το φως του.

Διαβάστε περισσότερα