ΕΚΕΙΝΗ Η ΛΙΜΝΗ

Ὅπως τό μηδενικό βάρος τοῦ οὐσιώδους
ἡ μουσική δηλαδή ἀπό τό φλάουτο
τοῦ δόκιμου μοναχοῦ
ἔτσι ἀκριβῶς καί τό μήνυμα φτάνει ἀπό ἐκεῖ
πού δέν τό περιμένουμε
χωρίς μεσάζοντες
χωρίς φιλοφρονήσεις μιᾶς ἀσήμαντης ρητορείας
ὄχι τόσο διφορούμενο ἤ δυσνόητο
ἀλλά ξαφνικά δικό μας
σάν τό σκοτάδι
πού δέν μποροῦμε βέβαια νά τό ποῦμε
οὔτε κάν νά τό δείξουμε
λές καί εἶναι κλεμμένο διαμάντι
ἀτίμωση ἤ ἔκλαμψη
θά ἑνωθεῖ ὅπου νά ʼναι μέ τά χρώματα τοῦ φθινοπώρου.

Η ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΗ

Τοῦ ἔπεσαν ὅλα τά μαλλιά σχεδόν
ἀλλά συνεχίζει νά σκάβει τά πρωινά,
νά ραντίζει
νά μπολιάζει τά φανταχτερά δέντρα
θεός ἀγύριστο κεφάλι
νά κάνει τό χῶμα εὐθάνατο.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Ἐπειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει τώρα νʼ ἀρχίσουμε νά γράφουμε
ὅλο καί περισσότερα ποιήματα
γιά νά καθαρίσουμε τό τοπίο
ἀπό τόν τρόμο, τήν ἀπειλή καί τόν θάνατο
πρέπει τώρα νά ἐξορκίσουμε τούς ἐφιάλτες
πού κρύβονται ἀκόμη μέσα στήν ἐλευθερία
ἕτοιμοι νά μᾶς πιοῦν ὅλο τό αἷμα
κι ἐπειδή ὅποιος σήμερα ξεχαστεῖ μέσα στόν ἑαυτό του
θά εἶναι αὔριο λησμονιά καί στάχτη
πρέπει τώρα νά μάθει τί θά πεῖ ἐχθρός καί ἀδικία
διότι ἡ πραγματικότητα δέν γίνεται κατανοητή
χωρίς τήν κατανόηση τῆς ἀθλιότητας καί τῆς ἀπελπισίας
κι ἐπειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει ἀπό τώρα νά πᾶμε στό σχολεῖο τῆς φαντασίας
γιά νά σώσουμε ξανά τά ὄνειρα.

ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΕΑΡΙΝΗΣ ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ

Ι

Θά δώσει ἀξία στʼ ὄνειρο καί ζωή στό γράμμα;
Πάνω ἀπό τά πεῦκα, πάνω ἀπʼ τή βαθιά ρεματιά
χαμηλώνει τώρα ἐπικίνδυνα τό φεγγάρι·
μήπως θʼ ἀλλάξει ἐπιτέλους τά ὀνόματά μας;
Ἀπομάγευση τοπίου ἴσον θάνατος, πηγές
γρύλοι, οἱ βελόνες, οἱ λεῦκες, τά πικρά τά χόρτα
δύναμη: οἱ λέξεις λευκές ἀπό παλαιότητα
ἵπτανται, δέξου το: εἶσαι μέλλων τάφος, τό ψωμί
τῶν ἄλλων, τό μέλι, ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀέρα
ἐπιστατεῖ ἐδῶ ἡ μαντική ἄκου, πέταλα
πέτρες ἀνοίγουν στή μέση, ὄχι μέ φαντασία
ἀλλά μʼ ἐξαίσιο φιλί, προσωδία τιμία
τῆς ἄνοιξης δηλαδή δοσμένη χάρις-θέληση
σάν τούς ὅρκους πού ρίζωσαν στοῦ μυαλοῦ σου τήν κοίτη.

ΙΙ

Τό βράδυ θά γυρίσεις σπίτι, εἶναι ἡ σειρά σου
ἀλλά θά ʼχω φύγει, θά ʼναι τά φῶτα ἀναμμένα
στό μπαλκόνι τʼ ἄδεια μπουκάλια τά γενναῖα ψεύδη
οἱ ὧρες πάγος νά μή σπᾶνε, οἱ ἔκπληκτες μέρες
τό σαλόνι δικαιωμένο, φυγή καί ἄμυνα
στίς κουρτίνες ἡ μυρωδιά τῆς δύσκολης Κυριακῆς
οἱ πίνακες, λάμψεις σωμάτων χωρίς ἀντίκρισμα
φυτά ἐσωτερικῶν χώρων, χρέη καί δάνεια
χρόνια ἀπλήρωτα – ἡ πισίνα μαῦρο μάρμαρο
οἱ μουντζοῦρες στόν τοῖχο, ὀνόματα κι ἐπίθετα
ἐκείνων πού μᾶς ἔταξαν τή δύναμη, τά πάθη
μύηση στό χρυσάφι, ἀθανασία μιᾶς στιγμῆς
τώρα ὅλα γιά πούλημα, τό ξέρω, θά τά δώσεις
γιά ἕνα δυό κομμάτια οὐρανό, γαλάζια σκόνη.

ΙΙΙ

Θά δώσει ἀξία στʼ ὄνειρο καί ζωή στό γράμμα;
Πάνω ἀπό τά πεῦκα, πάνω ἀπʼ τή ρεματιά τώρα
γέρνει τό παρελθόν, ὅπως ἀκριβῶς θά τό θέλαμε·
μήπως θʼ ἀλλάξει ἐπιτέλους τά ὀνόματά μας;
Ἀπομάγευση τοπίου ἴσον θάνατος, πληγές
κλείνουν, οἱ βελόνες, οἱ λεῦκες, τά πικρά τά χόρτα
συμφωνοῦν μαζί μας, λέξεις ἀπό σελήνη χρυσές
ἵπτανται, σιγή γεννάει τή μεταφυσική μας
σύντροφοι τό μέλι, ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀέρα,
ἐπιστατεῖ ἐδῶ ἡ μαντική ἄκου, πέταλα
πέτρες ἀνοίγουν στή μέση, ὄχι μέ φαντασία
ἀλλά μέ ἐξαίσιο χάδι, δωρεά τιμία
τῆς ἄνοιξης δηλαδή τρομερή ἀλκή, ἡ ἴρις
σάν ἔρωτας πού ρίζωσε στοῦ μυαλοῦ σου τήν κοίτη.

ΚΛΗΡΩΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ

Ἀπό αὐτούς ἐδῶ τούς φοίνικες
ἕως τούς πρώτους κέδρους
ἁπλώνεται μία ἀπέραντη βιβλιοθήκη
κι ὅμως τώρα δίπλα δίπλα στέκονται
ὁ φοίνικας τῆς ὄασης
κι ὁ κέδρος τῆς ὀνειροπόλησης
στό ἰδεόγραμμα τοῦ ταξιδιοῦ.

ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΟΝ

Οἱ ἴριδες στό δέντρο τῆς καμφορᾶς
οἱ ἐπιστήθιες τῆς ἄνοιξης
ἕνα ἄγγιγμα.
Ἰσημερινός·
ἡ πυξίδα δείχνει λύση.

Σημείωση: Οἱ πρῶτες μορφές αὐτῶν τῶν ἔργων δημοσιεύθηκαν στά περιο-
δικά (Δέ)κατα, Εὐθύνη, ἡ λέξη, Κουκούτσι, Μανδραγόρας, Νέα
Πορεία, Ὀροπέδιο, Πανδώρα, Πλανόδιον, στήν Αὐγή τῆς Κυ-
ριακῆς, στίς διαδικτυακές σελίδες τῶν poema , poiein.
gr καί poeticanet. Ἐκφράζονται θερμές εὐχαριστίες, ἀντιστοίχως,
στούς διευθυντές τους.