ΜΗ Μʼ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ

Σέ αὐτή τή στενή πραγματικότητα κλεισμένος
ποιό ἄλλο θέμα μοῦ ἀπομένει νά ἐξαντλήσω
ἐκτός ἀπό ἐσένα;
Ἀσφυκτικά μέ κατοικεῖς καί
ἴσως τελικά νά μή φταῖς ἐσύ
πού ἀπελπιστικά ὁμοιοκαταληκτεῖς
μέ τήν «ἀπουσία».

Σέ πετάω στούς τοίχους
καί μοῦ ἀνοίγεις ρωγμές.
Σέ λέξεις ἄγνωστες σέ ὀργανώνω
καί σέ σκορπίζω πάνω σέ χαρτιά.
Μέσα στά συρτάρια σέ σπρώχνω
καί τά κλειδιά καταπίνω.
Στήν ἀπομόνωση σέ βάζω
καί σέ κόβω ἀπʼ τίς φωτογραφίες.
Στό σῶμα μου
ἀκόμα προσπαθῶ νά ξεθωριάσω
τά ὕστατα ἀποτυπώματά σου.
Μέ πόνο σέ τραβῶ ἀπό τίς ἀναμνήσεις
καί σέ σκοτώνω.
Καί στόν ὕπνο μου
σέ φωνάζω «ἀγάπη μου».

Μά δέν ὑπῆρχες.
Δέν ὑπάρχεις.
Καί – κυρίως – δέν σέ χρειάζομαι.
Δέν σέ χρειάζομαι…
καί τό ράγισμα τῆς φωνῆς μου στό σημεῖο αὐτό
ὑπʼ ὅψιν σου νά μήν τό λάβεις.
Καί ὡς ἀδυναμία
νά μή μοῦ τό χρεώσεις.
Ἕνα ἀδέσποτο παιδί συλλογίστηκα
πού μοῦ φέρνει κάθε μέρα χαρτομάντηλα.
Δέν εἶμαι λυπημένος, λοιπόν, πού φεύγεις.
Πῶς θά μποροῦσα, ἄλλωστε
ἀφοῦ ποτέ δέν εἶχες ἔρθει;

Μιά μέρα θά κυκλοφορῶ μέ φτερά
ἀπό τά ἀποκόμματα τῶν ἐφημερίδων
πού ἔγραψαν γιά τήν ἐλευθερία
καί θά ψάξω νά σοῦ μιλήσω
γιά τήν ἐπικίνδυνη συνήθεια πού ἔχω
νά ὀνειρεύομαι
ἕνα κίνητρο γιά τή ζωή
καί μιά ὑστεροφημία γιά τόν θάνατο.

Μʼ ἀκοῦς;
ἥ μήπως σκέπασαν τίς αἰσθήσεις σου
οἱ σειρῆνες τῶν ἀσθενοφόρων;

Στό ἱστορικό μου νά διαγράψεις ὁριστικά
τή σκοτεινή ἔνδειξη
«Καταθλιπτικός».
Ἐπιπόλαιη διάγνωση, βλέπεις.
Μέ τοῦτο μονάχα νά τήν ἀποκαταστήσεις:
«Ὀνειρόπληκτος».
Καί μέ ἀποσιωπητικά νά τή συνοδεύσεις.
Νά μή στέκει ἐκεῖ ἔξω δίχως συντροφιά.
Σά νά ἔχει – τάχα
καί κάτι ἄλλο πάντα νά σοῦ πεῖ.

Σέ παρακαλῶ…
μή μʼ ἀφήνεις νά ξεχάσω.


Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Τό πρόσωπό μου
σʼ αὐτή τήν ξεχασμένη κι ἀπʼ τή ζωή φωτογραφία
– μήν κοιτᾶς.
Δέν εἶμαι ἐγώ.
Κι ἄν πάλι εἶμαι
τό ἀτσαλάκωτο τῆς ἐπιφάνειάς του
πιά δέ μοῦ ἀνήκει…

Τότε
τά χείλη μου ἀγνοοῦσαν
τῆς προδοσίας τή στυφή τή γεύση.
Καί γιά τήν ἀγάπη εἶχαν μόνο νά σοῦ ποῦν.
Τώρα
μέ στίχους δύστροπους
πού ἔμαθαν νά χάνουν λίγο-λίγο τό νόημά τους
σέ ταλαιπωροῦν.
Σέ κουρασμένα ὄνειρα
δέν περίμεναν νά λογοδοτήσουν.
Οὔτε γιά τή θνητότητα τῶν λέξεων
νά διαμαρτυρηθοῦν…

Ὄχι, ψυχή μου.
Δέν θλίβομαι γιά ὅλα αὐτά.
Μόνο πού μʼ ἐκεῖνο τό ἴδιο παράφορο πάθος
δέν πρόκειται ποτέ νά σέ φιλήσουν
– θλίβομαι.

Τότε
τά μάτια μου δέν εἶχαν δεῖ
τήν ἀκαριαία πτώση τοῦ Ἔρωτα
στό ἄγονο ἔδαφος τοῦ χρόνου.
Τά φτερά μου τσακισμένα
ἀπʼ τό βάρος τῶν ψευδαισθήσεων
δέν φαντάστηκαν.
Κι ἀλήθεια –
τήν ὀδυνηρή εἰκόνα ἑνός ἀποχαιρετισμοῦ
νά τή γνωρίσουν, δέν πίστευαν.
Τότε
ἡ φλόγα τῆς ἐλπίδας ἔκαιγε ἀκόμα μέσα τους
ἀνυποψίαστη
γιά τόν χειμῶνα πού θά τήν πάγωνε
μέχρι καί τήν τελευταία της σπίθα.
Τώρα
ταξίδια στάσιμα σέ βαλτωμένες θάλασσες καί –
καί δύσβατα λιμάνια
μονάχα τά στοιχειώνουν.

Ὄχι, ψυχή μου.
Γιά ὅλα αὐτά δέν θλίβομαι.
Μόνο πού μʼ ἐκείνη τήν ἴδια ἀκλόνητη πίστη
δέν πρόκειται ποτέ νά σʼ ἀντικρύσουν
– θλίβομαι.

Στʼ αὐτιά μου
δέν εἶχε φτάσει ὁ ἀπόηχος τέτοιας ἀπόγνωσης˙
ἀπʼ τῶν ἀνθρώπων τήν φλύαρη τήν κράση
τόση σιωπή συσσωρευμένη δέν ἄκουσαν ποτέ
καί οὔτε γιά τῆς ψυχῆς τό παρακάτω
ἀντέχουν πιά νʼ ἀκούσουν…

Τό πρόσωπό μου, λοιπόν
σʼ αὐτή τήν φωτογραφία πού δείχνει νά μοῦ μοιάζει
– μήν κοιτᾶς.
Ἄτυχη στάθηκε πολύ.
Ἔτσι ἀνέφικτα ὅπως μέ ἀπο-θανάτωσε…


Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Περασμένα μεσάνυχτα
κι ὅλα τά περασμένα τῆς ζωῆς μου ἀναλογίζομαι.
Μʼ ἐκεῖνο τό βαρύ τό αἴσθημα
τοῦ ἀδιέξοδου πόνου
πού ὥς τό τέλος θέλει νά συνοδεύει
τά ἀδικοχαμένα τῆς καρδιᾶς μας τά χτυπήματα…

Ἀφοῦ τίποτα δέν ζῶ ὅπως ποθοῦσα
θά πεθάνω – σοῦ τό λέω – ὅπως θέλω˙
μʼ ἕνα ἤρεμο χαμόγελο στά χείλη
καί δύο χέρια πού ἄγγιξαν πολλά
μά τήν ἀπώλεια σωστά θά τή θυμοῦνται…

Ἐσύ
δέ ξέρεις πῶς εἶναι νά μιλᾶς
σέ μιάν ἄδεια καρέκλα ἀπέναντί σου
πού δέν γνώρισε ποτέ τήν χρηστικότητά της˙
καί κάτω ἀπό τήν ἡμιμάθεια αὐτή
ἐξακολουθεῖ νά γεμίζει σιωπηλά
τήν ἀγαπημένη μου γωνία στό σαλόνι.
Ἀδιάφορα πράγματα ἐπάνω της
τυγχάνει κι ἀκουμπῶ.
Μήπως καί κάτι ἀπʼ τό κενό πού νιώθει
γιά λίγο ἀναπληρώσω…

Σέ ποιό δρόμο, ἄλλωστε, νά ψάξω
νά σέ φέρω ἐδῶ μπροστά της
γιά νά τῆς συστήσω τήν αἰτία της;
Ἀπό ποιό μακρινό ὄνειρο καί ξένο
νά σέ τραβήξω ἔξω
γιά νά χωρέσεις στή δική της
οἰκεία καταθλιπτική πραγματικότητα;
Ἔτσι ὅπως ἀπάνθρωπα ἐνηλικιώθηκα
μέσα ἀπʼ τήν ἀσυγχώρετη φυγή σου…

Τήν ἀπόλυτη μοναξιά αὐτῆς τῆς καρέκλας
δέν πρόκειται νά καταλάβεις.
Καί σημασία πιά δέν ἔχει.
Παρά τό ὅτι
ἄψυχη κι αὐτή σάν ἐσένα.
Μά πιό πολύ κοντά μου ἀπό ἐσένα.
Καί λέξεις
ἐκτιμῶ ἀπίστευτα πού δέν διδάχτηκε
τήν πρόσκαιρη ἀγάπη της νά μοῦ τάξει.
Καί γιά τίποτα ὄμορφο νά μέ πείσει πιά μπορεῖ.

…Ξημερώνει.
Ὄχι. Κι ἄλλο φῶς
δέν θά ἀφήσω νά τήν πληγώσει.
Τήν ἀπερισκεψία σου δέν θά ὑποστεῖ.
Καί τή φωνή τοῦ παλιατζῆ ἀναμένω νʼ ἀκούσω
γιά νά βγῶ νά τήν παραδώσω
μαζί μέ την ὑπόσχεση νά ἐπιστρέψεις
πού ἐπιτυχῶς λησμόνησες νά τηρήσεις.
Σέ τέτοια λάθη
μόνο ἡ εὐθανασία τούς ἀξίζει…
Καί μέ μάτια πρησμένα
τήν τελευταία μου ἀλήθεια τῆς φωνάζω:
« Ἄν ὁ Ἰουδας δέν ἦταν προδότης
ὁ Χριστός δέν θά περνοῦσε στήν ἱστορία ».

Σοῦ τό εἶπα;
Ἀνεπανόρθωτα ἐνηλικιώθηκα.


ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΛΑΘΟΣ, ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

Μήν κοιμηθεῖς ἀκόμα.
Μήν κλείνεις τά μάτια σου τόσο νωρίς
κι ἀπό τόν κόσμο σου
μιά ὥρα ἀρχίτερα μέ σπρώχνεις.

Ξέρεις πόσες νύχτες ξόδεψα νά σέ περιμένω
κάτω ἀπό αὐτό τό ταβάνι
πού ἀπόψε καί τούς δυό μᾶς σκεπάζει
καί παράλογα μᾶς κρύβει
ἀπό τό φῶς τῶν ἀστεριῶν καί τό φεγγάρι;
Τό φεγγάρι – πού πολύ θά χαιρόταν νά μʼ ἔβλεπε μαζί σου.
Σάν κουρασμένο μοῦ φάνηκε τήν τελευταία φορά˙
χρόνια καί χρόνια ἐκεῖ ἐπάνω κρεμασμένο
νά προσπαθεῖ μάταια νά φωτίσει
τόση γκρεμισμένη ἀνθρωπότητα
μέ τέτοια δύστροπη ψυχή.

Ξέρεις πόσο ἀβάσταχτα γίνονται ὅλα ἐδῶ μέσα
ὅταν λείπεις;
Τίποτα δέν εἶναι ἀγαπημένα ἴδιο.
Τή δυσκολία νά ὑπάρχω μόνος μου
μέ πράγματα πού ἄγγιξες
τήν ξέρεις;
Φαντάστηκες ποτέ
τήν ἀπόλυτη μοναξιά τῶν χεριῶν μου
ὅταν τραβοῦν τά παράθυρα
γιά νά ὑποδεχτοῦν τό σκοτάδι
καί τή δύναμη πού χρειάζεται
νά ζεῖς μέ μιά ἀπώλεια;

Σκληρό πού εἶναι
νά ξυπνᾶς τό πρωί καί νά ψάχνεις
μιά παρουσία νά εὐχηθεῖς «καλημέρα».
Καί νά μή βιάζεσαι νά γυρίσεις ἀπό τή δουλειά
γιατί δέν σοῦ βρίσκεται κάποιος
νά προσδοκεῖ τήν ἐπιστροφή σου…

Ξέρεις
ποῦ πηγαίνει ο Ἔρωτας ὅταν χάνεται;
Πίσω ἀπό ποιόν θάνατο
πάει καί συντονίζεται
γιά τήν ἐφήμερη τή φύση του
νά κλάψει;
Μιά ἀλήθεια
πού νά μή σκοτώνει τή χαρά
πού μοῦ δίνει τό καθαρόαιμο ψέμα σου
– μήπως ξέρεις;

Μήν κοιμηθεῖς ἀκόμα.
Μήν κλείνεις τά μάτια σου τόσο νωρίς
κι ἀπό τά ὄνειρά σου
ἔξω πάλι μέ ἀφήσεις.
Μήν κοιμηθεῖς ἀκόμα˙
καί τή σιωπή σου ἄς τρέμω
ἔτσι ὅπως ἐμμένεις
νά μή μοῦ ἀπαντᾶς…

Μήν κάνεις τάχα πώς λυπᾶσαι.
Τή σπούδασα καλά τήν ἀπογοήτευση.
Περήφανα σηκώνει τό σταυρό σου
πού ὀρθόδοξα ἐπάνω του
θά πᾶς νά καρφωθεῖς.