το εξώφυλλο είναι έργο του ζωγράφου Σπύρου Κουρσάρη

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΑΝΤΑ ΞΕΡΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ονειρεύτηκα απόψε τον Παναγιώτη ανεβασμένο στην πορτοκαλιά της αυλής. Νύχτα γλυκιά. Είχε σταθεί στα μεσιανά κλαδιά. Έκοβε πορτοκάλια απʼ τη μεριά της θάλασσας.
«Θα πέσεις ευλογημένε!», του φώναξα.
«Κι αν πέσω; δεν πονάνε οι πεθαμένοι!», αποκρίθηκε.

Άφησε τα πορτοκάλια κατά τη μεριά του δρόμου άκοπα.

«Αυτά είναι για ʽσένα», μου είπε.
«Σειρά σου.
Ανέβα».

8 Οκτωβρίου 2006 – 11 Μαρτίου 2008

Η ΜΝΗΜΗ ΜΑΤΩΝΕΙ

Ξεδιαλέξαμε με τη μάνα τα ρούχα του. Πήρα κάποια που μου χωρέσανε. «Δώσε τα άλλα» της είπα «σε κανέναν Αλβανό να σʼχωρέσει».
Φοράω, πότε-πότε, άμα βρέχει, ένα πανωφόρι του.
Έβρεχε και τότε. Ιούνιος του 1957. Απομεσήμερο μέσα στο συννεφόκαμα. Έπαιζα κάτω από την αχλαδιά μʼ ένα ντενεκάκι. Πήρε να σκοτεινιάζει από τα δυτικά. «Το κέρατό μου» είπε, αψύς όπως ήταν, «μαζέψτε τα. Θα πάει η μέρα στράφι!» Άφησαν τα δρεπάνια και ψευτοδεματιάσανε τα χερόβολα. Σαμάρωσαν τα ζώα κι οι γυναίκες μαζέψανε τα πράγματα. Προτού πατήσουμε στη δημοσιά άνοιξε ο ουρανός. Μας έδερνε ένα χοντρό χαλάζι στην αρχή που γύρισε σε λίγο σε βροχή. Ξεντύθηκε μια μαύρη πατατούκα και την επέρασε ανάρριχτα στις πλάτες μου. Τσάκισε η καρδιά μου από τον πανικό, από τον κρότο που ʽκάναν τʼ αστραπόβολα. «Αχά, αχά, Γιωργιάκο», γύρισε και μου ʽπε, «ανάγκασε να μπούμε στο χωριό προτού σαπίσουμε».
Προσπάθησα επιταχύνοντας το βήμα μου μα δεν τους πρόφταινα κι όπως το ρούχο του σερνότανε στις λάσπες, πάτησα τα μανίκια κι έπεσα. Με πήρανε τα αίματα απʼ τη μύτη και τα κλάματα. Εκείνος γύρισε, με σήκωσε και μέσα στην απόγνωση με πλάκωσε στα κατακέφαλα.
Σε λίγο απαγκιάσαμε στο εξωκλήσι της Αγίας Κυριακής. Ζάρωσα κλαίγοντας κρυφά σʼ ένα στασίδι. Ήρθε με χάιδεψε. Έβγαλε απʼ την τσέπη ένα κομμάτι παστέλι. Με φίλεψε.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Πέθανε πλήρης ημερών στο γηροκομείο της Επισκοπής. Την κήδεψε η ψυχοκόρη της στον τόπο της καταγωγής, απʼ όπου έλειπαν χρόνια πολλά. Την έθαψε πλάι στον δεύτερο σύζυγό της που είχεν αποδημήσει νέος. Τον πρώτο δεν τον χάρηκε. Σκοτώθηκε νιόπαντρος στην Κατοχή. Λίγο πριν σκεπαστεί το φέρετρο, άδειασε μέσα στον τάφο, η ψυχοκόρη, τα κόκαλα του σκοτωμένου, απʼ το κιβούρι του που πήρε από το οστεοφυλάκιο. «Ας είναι και οι τρεις μαζί» είπε, «τους πήρε και τους δυο από έρωτα η μάνα μου».

Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ

Κι αυτή η νύχτα έμενε με τη φωνή του Καζαντζίδη στα μεγάφωνα του θερινού κινηματογράφου. Πήρανε πάλι το γιο της Μαρίκας, είπε η μάνα. Ζούσανε δίπλα. Ο Κωστάκης κι η μάνα του, Μαρίκα Ιωακείμ Πασιάδου. Πρόσφυγες εξ Αδριανουπόλεως. Είχανε κι ένα σκύλο που τον φωνάζανε Φιντέλη.

Λίγα χρόνια αργότερα, κανένας τους. Σαν τη λιανή φωτιά τους σκόρπισαν.

Μπήκα μια μέρα στο ρημαγμένο χαμόσπιτο. Το ʽχανε γδύσει οι γείτονες. Βρήκα σʼ ένα ραφάκι λίγα βιβλία: τη βιογραφία του Λόρδου Βύρωνα από τον Andres Maurois, τη Φωτιά του Henri Barbusse σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη, έναν τόμο του εβδομαδιαίου εικονογραφημένου περιοδικού ΠΑΜΕΜ (Περιπέτειες – Αγωνία – Μίσος – Έρωτες – Μυστήριο) του 1946, αρκετά τεύχη από την Επιθεώρηση Τέχνης, και άλλα του περιοδικού Χτυποκάρδι, έναν Θησαυρό Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου του Θεσσαλονικέως, εκδόσεως 1900, καθώς και ένα τρίπτυχο της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς για την 15η επέτειο αφαίρεσης της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη.

Μάζεψα ό,τι συνήθως αποδοκιμάζουν οι λεηλατούντες και βγήκα.

Στο δρόμο αναδεύτηκε για λίγο στα πόδια μου ο Φιντέλης, αδέσποτος πλέον αλλά πιστός, κι ύστερα μπήκε στη μαραμένη αυλή όπου ζουν οι πέτρες.

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΡΩΙΝΟ
Σʼ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ

Περπάτησα κάμποση ώρα κάτω από τις καστανιές της λεωφόρου ανεβαίνοντας απʼ την Concorde. Άφησα στʼ αριστερά μου την Αψίδα της Ναπολεόντειας νίκης στο Αούστερλιτς και κατευθύνθηκα βόρεια.
Φωνές υπαίθριων πωλητών με τράβηξαν σʼ έναν παράδρομο της λεωφόρου MacMahon – Etoile. Στους πρώτους πάγκους της λαϊκής αγοράς παιδάκια πουλάνε λουλούδια.
Από κάπου κοντά ακούγεται μουσική. Η μελωδία από Το κορίτσι με τα λιναρένια μαλλιά, του Debussy, πλέκεται με τις τραγουδιστές φωνές της αγοράς.
Και ναι! Δεν λαθεύουν τα μάτια μου! Ανάμεσα στους πάγκους διακρίνω την πεθαμένη παιδούλα, από το ποίημα του Χρίστου Λάσκαρη, να διαλαλεί, στην ευωδιαστή ελληνική μου γλώσσα: «Πάρτε βιολέτες, ωραίες βιολέτες».
Παίρνω ένα μπουκέτο.
Θα πάω τώρα στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γερμανού νʼ αφήσω τις βιολέτες στο γλυπτό του Picasso Τιμή στον Απολιναίρ.

Έτσι, ως χειρονομία ευγνωμοσύνης και τιμής, πρωθύστερη, στη μνήμη του ποιητή Χρίστου Λάσκαρη, όταν δεν θα ʽναι πια μαζί μας και θα κάνει συντροφιά στους πεθαμένους των ποιημάτων του.

Paris, 12 Σεπτεμβρίου 2003 – Άσπρα Σπίτια, 3 Ιουνίου 2010