«Ερωτευμένος αποκλειστικά με την τελειότητα των συναισθημάτων»
Ήθελα να κοιτάξω τον ουρανό.
Ξεχώρισα αμέσως το αστέρι μου,
με την πρώτη ματιά.
Ήταν τόσο φωτεινό.
Είχε ένα χρώμα που κανείς ζωγράφος δεν είχε σκεφτεί.
Το ερωτεύτηκα αναπόφευκτα.
Ήθελα να το κάνω δικό μου.
Μα σίγουρα το έβλεπαν και άλλοι.
Μα η μικροσκοπική μου ύπαρξη
δε θα ήταν ποτέ αρκετή να το φτάσει.
Βρήκα το πιο δυνατό τηλεσκόπιο,
για να το χαζεύω τις νύχτες μου,
που πια απέκτησαν νόημα,
φωτίστηκαν, εξιλεώθηκαν, αφιερώθηκαν, εξυμνήθηκαν.
Μα είδα πάνω του φοβερούς κρατήρες,
απότομες χαράδρες και παγωμένους ανελέητους ανέμους.
Τότε απέκτησαν και οι μέρες μου νόημα.
Ταξίδευα χειμώνες και καλοκαίρια
για να φτάσω στη σπηλιά του σοφού γέροντα.
Και πραγματικά ήξερε για το αστέρι μου.
Μου είπε ότι είχε πεθάνει πολλά χρόνια τώρα.
Μου είπε ότι όλο αυτόν τον καιρό
ήμουν ερωτευμένος με το φως του.
«Επόμενο»
Η Μαίρη θυμόταν
την προχθεσινή μέρα, την χθεσινή,
τη σημερινή και την επόμενη.
Το ξυπνητήρι χτυπούσε δυνατά
τη δημιουργικότητα και αυτή έφευγε μακριά.
Πέρασαν 365 μέρες.
Η Μαίρη Τζέην φόρεσε
ένα κολιέ από σχοινί.
Κανένας πόνος δεν την ενοχλεί.
«Το μαγικό ραβδάκι»
Μου είπαν για ένα μαγικό ραβδάκι.
Όποιος το έχει, μπορεί να δώσει όλη την αγάπη του κόσμου.
Μεγάλωσα και το έψαχνα παντού.
Γέρασα και είδα ότι η ιστορία ήταν ψεύτικη.
Δεν υπάρχει μαγεία.
Θα σου πω μια άλλη ιστορία.
Υπάρχει ένα μαγικό ραβδάκι.
Όποιος το έχει, μπορεί να δώσει ό,τι έχει μέσα του.
«Άλλο ένα μισό»
Δένομαι γύρω από κάποιους ανθρώπους,
σφιχτά, με χέρια και πόδια,
φανατικά, αποκλειστικά, ως το τέλος.
Δένομαι γύρω από κάποιους ανθρώπους
και με παίρνουν μαζί τους βόλτα
στ’ αγαπημένα τους στέκια,
λογύδρια, συνήθειες και θρησκείες,
και δένομαι κι εγώ μ’ αυτά.
Δένομαι γύρω από κάποιους ανθρώπους
μα δεν μπορώ να τους το δείξω,
αν το καταλάβουν και γελάσουν,
φοβάμαι τι θα κάνω, όταν μείνω μόνος μου με το σχοινί.
Δένομαι γύρω από κάποιους ανθρώπους
και μερικοί δεν το αντέχουν.
Και είναι τέτοιος ο κόμπος στο λαιμό μου,
που δε λύνεται με τίποτα για να ελευθερωθούν.
Και έτσι, μηχανικά και βιαστικά, με κόβουν στα δύο.
«Μαύρο»
Ένα μπαλκόνι με μαύρα κάγκελα
με έσπρωξε, έπεσα κάτω και πέθανα.
Κατά την πτώση πετούσα.
Μίλησα με τα πουλιά.
Όταν ακούμπησα τη γη με ταχύτητα
έγινα κομμάτια.
Πολλαπλασιάστηκα.
Το μπαλκόνι με τα μαύρα κάγκελα
το χτύπαγε η βροχή.
Το έκαιγε ο ήλιος.
Το πάταγαν οι άνθρωποι.
Με τη δύναμη που του απέμενε
με κοιτούσε αφ’ υψηλού.
«Γεννημένοι για την τραγωδία»
Μια κοπέλα έκλεισε
στην τσέπη της το καλοκαίρι.
Αυτό δεν είναι μια ιστορία αγάπης.
Είμαστε γεννημένοι για την τραγωδία,
για το φονικό, για το μακελειό.
Το αίμα κυλάει στις φλέβες μας.
Κι εγώ είμαι ο άντρας
που πάντα ακούει το
«όχι, δεν είναι αυτό που νομίζεις».
Έχασα το καλοκαίρι
κι ας ήξερα που κρυβόταν.
Οι θολές, διακεκομμένες γραμμές,
στη μέση του δρόμου,
έτρεχαν πολύ γρήγορα.
Μέσα στο πέπλο της νύχτας
τα φώτα μου τις εξέθεταν.
Θύμωσαν και σύντομα
έγιναν έντονες, κόκκινες.










