Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Μιχάλης Τάτσης: Με το καδρόνι στα χέρια, Εκδ. Πανοπτικόν, 2011 (Επιμ. Ζ. Δ. Αϊναλής)

Το έργο που ακολουθεί είναι προϊόν της καθαρής φαντασίας του δημιουργού του. Οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και καταστάσεις είναι ολωσδιόλου τυχαία και συμπτωματική. Πολλάκις στο παρελθόν η τέχνη έτυχε να δημιουργήσει εν αγνοία της ανθρώπινους τύπους που ηδύνατο να συναντήσει κανείς και στην “πραγματικότητα” και, ακόμα χειρότερα, πολλές φορές έτυχε να δημιουργήσει ανθρώπινους τύπους που εν συνεχεία κατέκλυσαν την “πραγματικότητα”. Θα ήταν παράλογο, αν και στους καιρούς που έρχονται ίσως και να πάψει να είναι, να διώκεται κανείς για τη φαντασία του, γι’ αυτό που εν δυνάμει μπορεί να κάνει κι όχι γι’ αυτό που έχει ήδη κάνει.

Μ.Τ.

* * *

Με ποτίζεις μηλόξυδο, πολιτεία κροκόδειλη,

κι ο πόνος σου στα νεφρά μου

* * *

Μ’ αφήσατε τώρα μονάχο μου να ξαγρυπνήσω το πτώμα μου. Και σε ποιον να σερβίρω τον καφέ της παρηγοριάς; Ε; Με ποιον θα κλάψομε συντροφιά τον νεκρό; Με ποιον θα πηγαίνομε στα μνημόσυνα; Με ποιον θα καθαρίζω το μνήμα; Πίνω μια γουλιά κονιάκ στην υγειά του μακαρίτη. Σηκώνομαι και βάζω ένα τσιγάρο στο στόμα του. Το ανάβω με το κερί που τρεμοσβήνει στο πλάι του κι ύστερα το φυσώ για να σβήσει. Σκόταδι, μόνο κι η φωνή μου χαλάσματα. Χαλάλι σου, αγόρι μου, κι ήσουν καλό παιδί. Είχες, βέβαια, κι εσύ τα ελαττωματάκια σου, αλλά και ποιος δεν τα έχει; Θυμάσαι τότε που πηγαίναμε ακόμα σχολείο στο χωριό και την κάναμε στα κλεφτά πεζοπορία μέχρι την Πρέβεζα χειμωνιάτικα μες στα λαγκάδια και μας ψάχνανε απ’ όλους τους γειτονικούς νομούς; Θυμάσαι τότε που είπες πως εσύ δεν θα γίνεις το τσιράκι κανενός; Πως θα ζούσες ελεύθερος κατά πώς γούσταρες εσύ ο ίδιος τη ζωή σου; Θυμάσαι; Τι κατάφερες; Να ‘μαστε τώρα εδώ έτοιμοι να φάμε τη σκόνη τους. Χαλάλι σου, όμως, ρε μπαγάσα. Δεν πέρασα κι άσχημα μαζί σου. Ούτως ή άλλως, μην σεκλετίζεσαι, τους τη φέραμε κατά βάθος. Τώρα δεν θα καταφέρουνε ποτέ να μας αγοράσουνε. Μόνο, να, που λυπάμαι το γέρο μου που τώρα θ’ απομείν’ ολομόναχος και το μόνο που περίμενε πια απ’ τη ζωή ήταν εν’ αγγόνι να περνά τις μέρες του όμορφα. Ξέρεις, βόλτες, στο βασιλικό κήπο, τα περιστέρια, κτλ. Πόσες και πόσες φορές δεν του ‘πα πού να το φέρω ρε πατέρα το παιδί σ’ αυτόν τον κόσμο; Με κοίταζε τότε μ’ εκείνο το γεμάτο θλίψη και παράπονο βλέμμα του, σαν να ‘παιρνε μονάχος πάνω στις γέρικες πλάτες του τα φταίχτια όλου του κόσμου κι εγώ σκόνταφτα και κουντρουβαλούσα κι έκανα όνειρα για κομμούνες κι ακτημοσύνες και να μεγαλώνουνε λέει τα παιδιά σε κοινόβια μέσα στη φύση και να φυσάει ο άνεμος και να χαϊδεύει τα μαλλιά τους ο ήλιος και να τραγουδάνε τη ζωή τα ποτάμια στις φλέβες τους και να χαλικώνεται η ανάσα τους και να κάνουν ένα ελάχιστο βήμα, έτσι, να, σα Τιτάνες, και ν’ αλλάζουν τον κόσμο. Τώρα πάω να βρω την Περσεφόνη στα μνήματα. Μου τα κλέψατε τα παιδιά μου, κουφάλες.

Διαβάστε περισσότερα

Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Γιώργος Αθανασόπουλος, “Φωνές από μακρυά”, Σαιξπηρικόν 2011


                                   
Μεταφράσεις έργων των: Claude Haumont, Eugene Guillevic,  Philippe Jaccottet, Jean Follain, Baptiste-Marrey, Jacques Reda

 

“… Γιατί άραγε οι φωνές τους έρχονται από μακρυά; Ούτε με τον τόπο τους με χωρίζουν οι μεγάλες αποστάσεις -δεν κατάγονται από εξωτικές και μυστηριώδεις χώρες, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελβετία βρίσκονται κοντά μου (αν και η οποιαδήποτε πολιτισμική διαφορά είναι σίγουρο ότι απομακρύνει τη φωνή)- ούτε χρονικά έζησαν μακριά απ’ την εποχή μας· είναι όλοι τους παιδιά του εικοστού αιώνα. (Από τον πιο νέο α’ αυτούς, τον Claude Hammont -γέννηση 1936- απέχω μόλις δέκα χρόνια). Ωστόσο αυτοί πρόλαβαν να ζήσουν κάτι που τους έκανε να μιλήσουν μεσ’ από τη σιωπή. Και αυτή η σιωπή έρχεται από τον θάνατο, τον συσσωρευμένο θάνατο…”

(από την εισαγωγή του ανθολόγου και μεταφραστή, “Σιωπηλή ποίηση”)

1. Claude Haumont

TROM
[απόσπασμα]

Πού πάει ο Τρομ; Στο μυστικό της μικρής γρίλιας.
Πούθε έρχεται ο Τρομ; Από το μαυρόμαλλο αλάτι.
Πού πάει ο Τρομ; Στην άκρη της βελόνας της καρδιάς.
Πούθε έρχεται ο Τρομ; Από το σταχτί γάλα των μητέρων.
Πού πάει ο Τρομ; Στο δέλτα των αρτηριών.
Πούθε έρχεται ο Τρομ; Από τη γαλάζια γλώσσα τού αίματος.
Πού πάει ο Τρομ; Στον άσπρο δρόμο της φλόγας.

***
Ο Τρομ κοροϊδεύει την τάξη των πραγμάτων. Είναι εσωτερικά δέντρο σάρκας κάτω απ΄ τη φλούδα, το από μέσα ενός οστρακόδερμου, το περίφημο βελούδινο χέρι μέσα στο σιδερένιο γάντι. Αν μπορούσε κανείς να τον ξεκολλήσει από το καύκαλό του, θα έμοιαζε με το γδαρμένο σώμα των εικόνων, διακλαδωμένο σε όλες τις ελαστικές σωληνώσεις της Φύσης.
***

 
Για να καταλάβει τη λεπτή αριθμητική των μερμηγκιών, ο Τρομ πέφτει στα τέσσερα και παρατηρεί. Δεν είναι στ΄αλήθεια μόνος. Μια σκιά, η σκιά ενός φυλλώματος, βαραίνει στον ώμο του, που άλλωστε βαστάει όλο το βάρος τ΄ ουρανού. Μα σε ποιο είδος ανήκει λοιπόν; Ούτε ο κλαδευτής των κήπων δεν μπορεί ν΄απαντήσει.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Βάκης Λοϊζίδης, ʽΟ Άγγελος και ο Γλύπτηςʼ, Μανδραγόρας, 2011 (ο ποιητής διαβάζει τη σύνθεσή του)

Ακούστε τον ποιητή να απαγγέλει όλο το ποίημα εδώ

α

Ο άγγελος τελείωνε
εκεί που θα ʼπρεπε
να ξεκινά το πρόσωπο του
Το φωτοστέφανο
ήταν πεσμένο μπροστά
στα πόδια του
Έδινε την εντύπωση
πως ζύγιζε κάτι με τα χέρια
Φτερά δεν είδα
Για την ακρίβεια
ο γλύπτης του έδωσε
ένα παιχνίδι να κρατά
Ενθουσιάστηκε
Βημάτισε σαν κούρος

Ήταν φαίνεται
γιʼ αυτόν κουραστικό
να γειτονεύει με τα θεία

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νότης Γέροντας, “Οι ιστορίες της κυρίας καρδίας”, εκδ. Ηριδανός, 2011

Θέλω να πω. Μα ζω με εικόνες
Τα λόγια γίνονται πουλιά
Στις θάλασσες

Θέλω να πιω. Μα τότε πνίγομαι
Στο στόμα κάμουνε φωλιά
Οι μάγισσες

Κι αν αγαπώ; τα χείλια φεύγουν
Τοʼ χα ακούσει μια φορά
Στις μάντισσες.

*

Δεν έχει μάσκες σήμερα η μέρα
Ο ωκεανός ήταν ένα περιστέρι κομμένο στα δυο
Που δεν είχε δει ποτέ θάλασσα
Η νύχτα την έντυσε νύφη
Κι εκείνη έσκυψε για τον στόλο
Ένα βλέμμα γεμάτο υδράργυρο.
Πέθανες ζεις δεν ξέρω
Αδιάφορο. Κράτησέ με
Τώρα που πονώ.

Για σένα δεν ήμουν πιερότος

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, “Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία”, Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία,2011

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.

Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κιʼ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.

Παρανοώ Κύριέ μου; Κι όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σε ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.

[Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία, Αιγαίον/Κουκκίδα, 2011
“Οι Δώδεκα” διατίθενται από τα βιβλιοπωλεία:
“Εναλλακτικό”, Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια “Σαιξπηρικόν”, Εθνικής Αμύνης 14, Θεσσαλονίκη “Γιαλούσα”, Έκτορος 40, στην εντός των τειχών Λευκωσία]

Διαβάστε περισσότερα