Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.
Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κιʼ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.
Παρανοώ Κύριέ μου; Κι όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σε ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;
Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.
[Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία, Αιγαίον/Κουκκίδα, 2011
“Οι Δώδεκα” διατίθενται από τα βιβλιοπωλεία:
“Εναλλακτικό”, Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια “Σαιξπηρικόν”, Εθνικής Αμύνης 14, Θεσσαλονίκη “Γιαλούσα”, Έκτορος 40, στην εντός των τειχών Λευκωσία]











Γιατί μόνο ένα μικρό δείγμα της προσεκτικής ποιητικής προσπάθειας;
υ.γ. Γειά σου κ. Γ.Μ. Η πληγή της έμπνευσης δεν μπορεί να έχει σχέση με τον Νεόφυτο Βάμβα. Αλλά δεν είναι της ώρας να μιλήσουμε γι΄αυτό. υ.γ. 2 Η αναζήτηση αναλογιών, επιδράσεων, “αναγνώσεων”, αποτελούν μια άλλη – νέα- δημιουργική σύνθεση. Το ποίημα συγκροτεί την πρώτη και Άλλη, την πιο αυθεντική. Αλλά μιλώ για αυτονόητα, απόψε. Αφού πρέπει ν’ ακούσουμε τους νέους και σε τόσο δύσκολες προσγειώσεις ή απογειώσεις!!!
Αυτό που υποφώσκει στο «Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία» του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, είναι η κοινωνικοπολιτική ζοφερή ελληνική πραγματικότητα όπως αυτή άρχισε να διαμορφώνεται, δυσοίωνα, μετά την εξέγερση του 2008. Το πλαίσιο ή το πρόσχημα μέσα στο οποίο διαλέγει να κινηθεί ο ποιητής, είναι αυτό της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης-μυθολογίας, δίνοντας το λόγο σε τέσσερις μαθητές-αποστόλους του Ιησού (Ναθαναήλ, Ανδρέας, Ιούδας, Πέτρος), που αφουγκράζονται τα τεκταινόμενα και τα μελλούμενα σε τέσσερις διαφορετικές περιοχές της Αθήνας (Κέντρο, Αλεξάνδρας, Εξάρχεια, Τσαμαδού). Τέσσερα άψογα δουλεμένα-επεξεργασμένα σκηνικά (τολμώ να πω) ποιήματα, απαρτίζουν την ποιητική εργασία-κατάθεση του κ. Μ. Παπαντωνόπουλου. Παρόντες, ως motto πριν από κάθε ποίημα, με στίχους τους και οι ποιητές Mallarmé, Αϊναλής, Μπλάνας και Μπλοκ. Ο 30χρονος ποιητής εμφανίζεται συγκροτημένος και προσανατολισμένος σε μία, κατά κάποιον τρόπο, καθαρή ποίηση με ανάλογη χρήση-επιλογή της γλώσσας που προσδιορίζει και το ύφος του.
Δεύτερη εντύπωση απ’ το ποίημα: Plus poetice quam humane locutus es (μίλησες περισσότερο ποιητικά παρά ανθρώπινα), αγαπητέ Μ. Παπαντωνόπουλε. Το “ημιτελές” τoυ τίτλου το αντιλαμβάνομαι σε ένα ρομαντικό πλαίσιο. Βλέπω μια αντιδιαστολή, ανάμεσα στους τρόπους έκφρασης -και ιδιαίτερα το στυλ- και στο περιεχόμενο το οποίο ωστόσο λειτουργεί με ιδιαίτερο τρόπο σε σημεία. Φαίνεται να υπερισχύει όμως τελικά η διάθεση για στυλ σε βάρος του περιεχομένου. Εντύπωση ενδεχομένως λανθασμένη, βασισμένη στο μικρό βέβαια αυτό δείγμα. Αν δω το σύνολο, καθότι πρόκειται για “συμφωνία” ίσως να επανατοποθετηθώ απέναντι στο συγκεκριμένο τεχνούργημα-κομψοτέχνημα. Με παρακινεί λοιπόν το “δείγμα” να αναζητήσω και το υπόλοιπο ποίημα. Συγχαρητήρια όπως και να έχει.
Ένα επιτυχές κράμα/πάντρεμα μοντερνισμού και παραδοσιακών/βιβλικών τόνων διαβλέπω. Αυτό, μάλλον, θα δικαιολογούσε τις προσδιοριστικές έννοιες του “μεταμοντέρνου” (με την καλή έννοια) και του πρωτότυπου.
Οπωσδήποτε, πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα.