Το έργο που ακολουθεί είναι προϊόν της καθαρής φαντασίας του δημιουργού του. Οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και καταστάσεις είναι ολωσδιόλου τυχαία και συμπτωματική. Πολλάκις στο παρελθόν η τέχνη έτυχε να δημιουργήσει εν αγνοία της ανθρώπινους τύπους που ηδύνατο να συναντήσει κανείς και στην “πραγματικότητα” και, ακόμα χειρότερα, πολλές φορές έτυχε να δημιουργήσει ανθρώπινους τύπους που εν συνεχεία κατέκλυσαν την “πραγματικότητα”. Θα ήταν παράλογο, αν και στους καιρούς που έρχονται ίσως και να πάψει να είναι, να διώκεται κανείς για τη φαντασία του, γι’ αυτό που εν δυνάμει μπορεί να κάνει κι όχι γι’ αυτό που έχει ήδη κάνει.
Μ.Τ.
* * *
Με ποτίζεις μηλόξυδο, πολιτεία κροκόδειλη,
κι ο πόνος σου στα νεφρά μου
* * *
Μ’ αφήσατε τώρα μονάχο μου να ξαγρυπνήσω το πτώμα μου. Και σε ποιον να σερβίρω τον καφέ της παρηγοριάς; Ε; Με ποιον θα κλάψομε συντροφιά τον νεκρό; Με ποιον θα πηγαίνομε στα μνημόσυνα; Με ποιον θα καθαρίζω το μνήμα; Πίνω μια γουλιά κονιάκ στην υγειά του μακαρίτη. Σηκώνομαι και βάζω ένα τσιγάρο στο στόμα του. Το ανάβω με το κερί που τρεμοσβήνει στο πλάι του κι ύστερα το φυσώ για να σβήσει. Σκόταδι, μόνο κι η φωνή μου χαλάσματα. Χαλάλι σου, αγόρι μου, κι ήσουν καλό παιδί. Είχες, βέβαια, κι εσύ τα ελαττωματάκια σου, αλλά και ποιος δεν τα έχει; Θυμάσαι τότε που πηγαίναμε ακόμα σχολείο στο χωριό και την κάναμε στα κλεφτά πεζοπορία μέχρι την Πρέβεζα χειμωνιάτικα μες στα λαγκάδια και μας ψάχνανε απ’ όλους τους γειτονικούς νομούς; Θυμάσαι τότε που είπες πως εσύ δεν θα γίνεις το τσιράκι κανενός; Πως θα ζούσες ελεύθερος κατά πώς γούσταρες εσύ ο ίδιος τη ζωή σου; Θυμάσαι; Τι κατάφερες; Να ‘μαστε τώρα εδώ έτοιμοι να φάμε τη σκόνη τους. Χαλάλι σου, όμως, ρε μπαγάσα. Δεν πέρασα κι άσχημα μαζί σου. Ούτως ή άλλως, μην σεκλετίζεσαι, τους τη φέραμε κατά βάθος. Τώρα δεν θα καταφέρουνε ποτέ να μας αγοράσουνε. Μόνο, να, που λυπάμαι το γέρο μου που τώρα θ’ απομείν’ ολομόναχος και το μόνο που περίμενε πια απ’ τη ζωή ήταν εν’ αγγόνι να περνά τις μέρες του όμορφα. Ξέρεις, βόλτες, στο βασιλικό κήπο, τα περιστέρια, κτλ. Πόσες και πόσες φορές δεν του ‘πα πού να το φέρω ρε πατέρα το παιδί σ’ αυτόν τον κόσμο; Με κοίταζε τότε μ’ εκείνο το γεμάτο θλίψη και παράπονο βλέμμα του, σαν να ‘παιρνε μονάχος πάνω στις γέρικες πλάτες του τα φταίχτια όλου του κόσμου κι εγώ σκόνταφτα και κουντρουβαλούσα κι έκανα όνειρα για κομμούνες κι ακτημοσύνες και να μεγαλώνουνε λέει τα παιδιά σε κοινόβια μέσα στη φύση και να φυσάει ο άνεμος και να χαϊδεύει τα μαλλιά τους ο ήλιος και να τραγουδάνε τη ζωή τα ποτάμια στις φλέβες τους και να χαλικώνεται η ανάσα τους και να κάνουν ένα ελάχιστο βήμα, έτσι, να, σα Τιτάνες, και ν’ αλλάζουν τον κόσμο. Τώρα πάω να βρω την Περσεφόνη στα μνήματα. Μου τα κλέψατε τα παιδιά μου, κουφάλες.
***
Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βοϊδόγλωσσα μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτʼ ένα δάκρυ επάνω απʼ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απʼ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ως τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἀντρειωθεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.
***
Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ως το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.
***
Τα άκρα γειτνιάζουν μεταξύ τους παράξενα, περισσότερο απʼ ότι το κέντρο, πολιτεία αλλήθωρη. Βλέπεις τα τέκνα σου να περνάν απʼ το χάος στη βασιλεία του τρόμου από στιγμή σε στιγμή, αταλάντευτα, και γεμίζει απορία το μάτι μου. Να φταίει που μοιράζεις δεκάρικα; – που μοίραζες δεκάρικα• τώρα τα φραγκοδίφραγκα χτυπάνε στο τραπέζι. Ακούγεται παντού ο κούφιος ήχος τους να αντηχεί μέσα στα πτώματα σου. Στέφεις βασίλισσα τη σύγχυση και τρώτε ομού με κουταλάκια επίχρυσα τʼ ασπράδι του μυαλού των υποτακτικών σου. Θα δεις τα τέκνα σου κανίβαλους, νεκρόφιλους, κοπρόφιλους, νʼ αλληλοτρώγουνε τις σάρκες τους, να βγάζουνε τα μάτια τους, να κάνουν το σκατό κιμά, να σοδομίζουνε τα πτώματα και να γεμίζουνε σπυριά οι δρόμοι την πανούκλα.
Όλα θαμμένα στο πύο κι εσύ το τροπάρι σου, πολιτεία σαπρόφιλη.
***
Ποτάμι σκοτεινό σκυλί γάβγισε τʼ όνομα μου, φώλιασε μες στις φλέβες μου, σκάψε τα σωθικά μου! Κάνε αυτό το κούφαλο κορμί να αντηχεί στον φόβο σου, να τρέμει η ρίζα ανάτριχη το σκοτεινό σου μάτι! Να νιώσει μέσα του ζωή και ας πνιγεί τον οφθαλμό στο αίμα! Μπήξε βαθιά τα δόντια σου στην ξύλινη μου φύση και δάγκωσε και ξέσκισε και μάτωσε τα ούλα σου πάνω στʼ ανθόκλαδα μου! Δώσε να νιώσω μέσα μου τα νύχια σου να γδέρνουν έως τον ένα σπόνδυλο των φύλλων τους νευρώνες! Φοβέρισε τα φόβητρα που κρύβω μες στα φύλλα μου που πίνουνε τον ήλιο και διώξε πέρα τα πουλιά, πέρα στον πέρα κάμπο, να πάνε να φυτέψουνε σε νέο χώμα τον καρπό τη σάρκα να ριζώσω!
***
Τα μάτια σου πέρα απʼ το επέκεινα της όρασης, μικρή κουφάλα πολιτεία, σαπίζουνε το βλέμμα μου. Σκουριάζεις τους βολβούς μου σαν τα τενεκεδάκια αναψυκτικών υγρών και τους πετάς βορά στα δόντια αρπακτικών νεκρών. Θα τους διπλοπατάς και θα ορμίζεσαι (κάτω απʼ τη θάλασσα θα βόσκει ο ουρανός το κρέας μου). Δεν θα υπάρχω μέσα στον καθρέφτη σου θα σκάψεις τʼ όνομα μου. Το φάσμα μου θα κρέμεται σαν κρέπι στις κρεμάστρες σου και θα γυρνάς το μάτι σου αργά μέσα στο αίμα μου αργά πολύ αργά καθώς το δηλητήριο σου θα ρέει στο κορμί μου. Δεν θα μου μείνει τίποτα. Και το κουφάρι μου στα πόδια μαθητών σχολείων φυλακών θα στήνεται αγχόνη της ανίας τους. Με τη λοβοτομή στον κρόταφο θα επιδικάζεις τρόμο. Συγχώρεσε τους, Κύριε, δεν ξέρουνε τι κάνουν.
***
Μεγαλύνεις τον άρτο της ψυχής μου με τα δόντια σου, τον παίζεις με τη γλώσσα σου και τον ξερνάς πηλό υγρό στο χώμα. Ένα τσουβάλι κόκαλα πλημμυρισμένο αίμα. Ανοίγεις τα αγγεία μου κι αρδεύεις κόκκινο το δέρμα της ερήμου. Κόβεις κομμάτια από τη σάρκα μου και τα ονοματίζεις. Λες ύδωρ, άνθρωπος, ζωή και τα υποθηκεύεις. Δένεις τη γλώσσα μου κλωστή και την υπαγορεύεις. Ράβεις το στόμα σύρματα και μʼ αποκεφαλίζεις. Νέμεις αντίδωρη εκδορά τα μέλη μου φίδι φωνή προστάτη. Και με πετάς στην άνοιξη γυμνό νʼ αντιδικώ το άνθος. Με σάπισες, εσύ, σα μήλο στα ποτάμια σου και τώρα με ξυρίζεις. Στη φυλακή σου κάτεργο γυμνό στυγνά μʼ αυτοχειρίζεις.
Βιογραφικό
Ο Μιχάλης Τάτσης γεννήθηκε το 1977 στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Σπούδασε Ποιμαντική και Κοινωνική Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δούλεψε επί σειρά ετών σε διάφορα βιβλιοπωλεία του αθηναϊκού κέντρου. Έφηβος ήδη, από το 1995, αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση. Για μία δεκαετία και πλέον θα υπάρξει αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία του ελληνικού αναρχικού κινήματος. Σταδιακά θα αποξενωθεί από τους πάλαι ποτέ συντρόφους και συναγωνιστές του και θʼ αποτραβηχτεί στον εαυτό του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγκλειστος –κατʼ επιλογήν– σε μια μικρή γκαρσονιέρα στη συμβολή των οδών Τοσίτσα και Τσαμαδού, στα Εξάρχεια, βλέποντας ελάχιστους καρδιακούς και πιστούς του φίλους. Αυτοκτόνησε τον Απρίλη του 2010 σε ηλικία 33 ετών. Το «Με το παλούκι στο γκώλο, με το καδρόνι στα χέρια», η πνευματική του διαθήκη, έργο επάνω στο οποίο δούλευε πυρετωδώς τους τελευταίους μήνες της ζωής του, είναι το πρώτο –και τελευταίο, σύμφωνα με τη ρητή επιθυμία του– βιβλίο του που εκδίδεται. Ο ίδιος φρόντισε να εξαφανίσει επιμελώς όλα τα –σημαντικά κατά τʼ άλλα σε αριθμό– ημιτελή του έργα καθώς και τα όποια ʽκατάλοιπαʼ του, τρέμοντας ειλικρινά στη σκέψη των τυμβωρύχων της συνείδησης του μέλλοντος.











Μήπως είναι καιρός να γραφτεί ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ, ξεκινώντας από…τον Λαπαθιώτη;
Δεν προσπερνιέται χωρίς πόνο αυτή η γραφή. Έχει κάτι από την αυτόνομη “αποσπασματικότητα” του Διον. Σολωμού, τολμώ να πω. Ενάργεια και πάθος και αλήθεια κι αισθητική αναζήτηση. Μολονότι ενίσταμαι στο απενενοημένο διάβημα. Κι ωστόσο οφείλω να τον θυμάμαι! Και να καταχωνιάσω τις αμφιβολίες και τις λεπτές αντιρρήσεις. Χωρίς να τον γνωρίσω, νιώθω ότι ο Mιχάλης ήταν αγνό και γενναίο παλικάρι. Κι αυτά που μάς επιτρέπει με την έκδοση αυτή να διαβάσουμε, το βεβαιώνουν. Λίγο μετά την ανάγνωση -επίτηδες- συγκέντρωσα τίτλους-λεπίδες από τη φαύλη καθημερινότητα:
“Οι σταρ κάνουν πικ νικ-Δεν χρειάζεται να τα κάνετε όλα, προτού γεννήσετε!-Τα μανιτάρια κατά του Προεμμηνορροϊκού Συνδρόμου-Αποκτήστε τους τέλειους κοιλιακούς-
Τα 6 τρόφιμα που προλαμβάνουν τις ρυτίδες”. Έπεσα πάνω και σ’ ένα αμφιλεγόμενο μουσικό στίγμα, καθώς και στη μουσική -εκτός από τη λογοτεχνία!- η εμπορευματοποίηση κουμαντάρει τα πράγματα:
http://www.youtube.com/watch?v=WlHDT2hS_68&feature=related
Lux Drummerette – Nekromantix “Devil Smile”.
\ΠΡΟΣΟΧΗ!
Διορθώνω: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ, με τις μνήμες και προσδοκίες της ελληνικής επαρχίας όπως στριφογυρίζουν σε βιασμένο αστικό περιβάλλον.
‘Ισως, ο πρώτος αυτόχειρας της ‘γενιάς’ της εξέγερσης του Δεκεμβρίου 2008. Παραθέτω, παρακάτω, την κριτική του κυρίου Βούλγαρη στην “Αυγή”, χωρίς να σημαίνει ότι συμφωνώ μ’ αυτή, από την ιστοσελίδα των αναρχικών εκδόσεων ‘Πανοπτικόν’.
Πριν από την ποίηση
ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΑΤΣΗΣ, Με το καδρόνι στα χέρια, εκδόσεις Πανοπτικόν, σελ. 48
Δραματικά φορτισμένο το ανά χείρας βιβλίο, μεταθανάτιο και μοναδικό, του 33χρονου αυτόχειρα Μιχάλη Τάτση, ο οποίος υπήρξε «αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία του ελληνικού αναρχικού κινήματος», όπως σημειώνει ο ομήλικός του, ποιητής Ζ. Δ. Αϊναλής, που επιμελήθηκε την έκδοση.
Δεν έχω φωνή να φωνάξω και την κραυγή μου κανείς δεν θα δει. Εγώ τότε θα δαγκώσω τη γλώσσα μου βαθιά, πληγή, και θα στεγνώσω τα δάκρυα.
Επιτέλους, νεκρός, θα ουρλιάξω.
Η αυτονόητη δραματική φόρτιση εντείνεται με όσα πληροφοριακά και εισαγωγικά δηλώνει ο επιμελητής: «Επέμενε, μέχρι τέλους, να θεωρεί ότι η ποίησή του δεν θα μπορούσε να δημοσιευτεί παρά μόνον όταν εκείνος θα έκρινε ότι είχε φτάσει στην πλήρη ωριμότητά της, όταν, δηλαδή, η ζωή του, η ύπαρξή του ολόκληρη θα συνταυτιζόταν πλήρως, σαν δυο παράλληλες γραμμές που ξαφνικά εφάπτονται, με την έκφρασή του, με την έκφραση της απόλυτα προσδιορισμένης ιστορικής αυτής ζωής, με την απόλυτη –και οριστική- έκφραση της ύπαρξής του∙ στόχος του, έλεγε, ήταν η ειλικρίνεια του βιώματος να αποτελέσει το εφαλτήριο της κοινωνικής αποδοχής. Κι αυτό, όπως αποδείχτηκε, θεωρούσε πως ήταν εφικτό μονάχα μέσω της αυτοχειρίας του, που επισφράγιζε με τον πλέον οριστικό και αμετάκλητο τρόπο, σαν την τελευταία τελεία στον κολοφώνα ενός σαρακοφαγωμένου χειρογράφου, τη συνέπεια του λόγου και της πράξης του».
Θα σπείρω οχιές στον κόρφο σου, φαρμάκια θα τρυγήσεις! Θα με σκοτώσεις μια ζωή, χίλιες θα με φοβάσαι!
Η πρόθεση του κάθε ποιητή, το τι νομίζει, ή και φαντάζεται, ως προϋπόθεση, ως δραστικότητα και ως πρόσληψη του έργου του, δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα του έργου του, δηλαδή με το τι προϋποθέτει και ανακαλεί ποιητικά, πού, πότε και αν θα λειτουργήσει, πώς θα προσληφθεί. Όμως, όλα αυτά που πιστεύει και φαντάζεται ο ποιητής έχουν μεγάλη σημασία, μόνο και μόνο γιατί αποτελούν ακριβώς τη συνθήκη για να παραχθεί το συγκεκριμένο έργο, από τον συγκεκριμένο δημιουργό. Αλλά μέχρις εκεί. Ακόμα και η λυσιτελέστερη πράξη, που θα επικυρώσει με τον δραματικότερο τρόπο την προσωπική διαδρομή του, δεν μπορεί να εγγυηθεί πως «η ειλικρίνεια του βιώματος [θ]α αποτελέσει το εφαλτήριο της κοινωνικής αποδοχής», όχι φυσικά του προσώπου αλλά του έργου. Ακόμα και η ορολογία του προλογίζοντος, «ειλικρίνεια του βιώματος», «η τέχνη είναι πάνω απ’ όλα πράξη πολιτική», παραπέμπει σε φθαρμένες βεβαιότητες, οι οποίες όμως κάθε τόσο επανέρχονται, αρχίζοντας τη συζήτηση πάλι απ’ την αρχή.
Η ίδια η ποίηση του Μιχάλη Τάτση αποτελεί μέρος, συμβάν και στιγμιότυπο εκείνου του ιδιώματος της «πολιτικής ποίησης», που δημιουργήθηκε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και, περνώντας μέσα από τις μεταλλάξεις τής κάθε εποχής, συνεχίζει απρόσκοπτα τη διαδρομή της. Στην ουσία, πρόκειται για έναν τεράστιο όγκο προ-ποιητικού υλικού, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τη συγκινησιακή φόρτιση, την πεζολογία, τον ρητορισμό, την ανοιχτά πολιτική θεματολογία, το ανεπεξέργαστο του βιώματος. Σε αυτό το ιδίωμα κατέθεσαν τον οβολό τους εκατοντάδες, ή μάλλον πια χιλιάδες αριστεροί και κοινωνικοί αμφισβητίες, όλων των γενεών και των αποχρώσεων, σχεδόν όλοι «άδοξοι που ‘ναι», αλλά και αρκετοί γνωστοί, ή και υπερτιμημένοι, είτε στα πρώτα τους βήματα, όπως ο Τίτος Πατρίκιος, είτε στα μεταγενέστερα, όπως ο Μιχάλης Κατσαρός. Πιο κοντά σε μας η περίπτωση της Κατερίνας Γώγου και η έξαρση αυτού του φαινομένου στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όλες όμως οι προηγούμενες φάσεις είχαν μια ουσιαστική διαφορά: συνήθως επιχειρούσαν να υπερβούν την εκφραστική, δηλαδή καλλιτεχνική ανεπάρκεια, όχι απλώς προτάσσοντας την κατάφορτη σημασιών πολιτική θεματολογία, αλλά και «πιστεύοντας» ή προβάλλοντας το επιχείρημα-άλλοθι, ότι διά της ατημέλειας υπηρετείται, ειλικρινέστερα, αυθεντικότερα, και μάλλον «καλλιτεχνικότερα», ο εκάστοτε ριζοσπαστισμός της μορφής, δηλαδή ο «ελεύθερος στίχος» στα μεταπολεμικά χρόνια, η μπητ αποδιοργάνωση της ποιητικής γλώσσας στα χρόνια της μεταπολίτευσης κλπ.
Κάποιο ανάλογο επιχείρημα, δεν διακρίνω πουθενά, έστω και σαν υπόρρητη σκέψη, στο βιβλίο του Τάτση, αλλά και στα συνοδευτικά του Αϊναλή. Η ριζοσπαστική διάθεση απέναντι στην ίδια τη συνθήκη της ποίησης εξαντλείται σε κορώνες κοινωνικής κριτικής. Εκεί εξαντλείται και η όποια ποιητική πρόθεση.
Θα πάω και θα γλείψω καλά, ως να τους ξεσκατίσω πλήρως, τους κώλους του Χ. και του Ψ. και της Κ., τα περιοδικά θα αρχίσουν να εκδίδουν τα ποιήματα και τις μεταφράσεις μου, οι εφημερίδες θα αρχίσουν να γράφουν κριτικές για τα υπέροχα καινούρια βιβλία μου που θα φιγουράρουν στις λίστες των ευπώλητων, η Athens Voice θα φιλοξενεί τις συνεντεύξεις μου στις σελίδες της, θα χαριεντίζομαι με την Μπίλιω στην κρατική τηλεόραση και θα χορεύω σοβαρός ζεϊμπέκικο στις εκπομπές του Σπύρου, οι εκδοτικοί οίκοι θα εκδίδουνε τα βιβλία μου χωρίς να χρειάζεται να πληρώσω εγώ για να βγάζουν αυτοί υπερκέρδος και ν’ αγοράζουν οικόπεδα οι εκδότες τους στην Τήνο και την Σαντορίνη και την Ιερουσαλήμ, θα μεταφραστώ στα αγγλικά ειδική αδεία, θα πάρω το Nobel Λογοτεχνίας, θα εκλεγώ πανηγυρικά επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών κι εν συνεχεία θα πεθάνω από κίρρωση γαμώ το ήπαρ μου γαμώ. Κανάγιες! Το σκοτώσατε το παιδί!
Η περιοχή της ποίησης ξεκινά αρκετά πιο πέρα από εδώ, αλλά αυτό δεν αφορά τον Μιχάλη Τάτση, που έγραψε εκείνα που μπορούσε, όπως τον εξέφραζαν, ζώντας και πεθαίνοντας με τις ιδέες του και εμμονές του. Όλα σεβαστά και δικαιωμένα ως στάση ζωής. Αλλά η ποίηση δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην μέσα απ’ αυτά, δεν υπόκειται ως αποτέλεσμα σε τούτες ή σε εκείνες τις επιλογές. Αυτό δε που ενοχλεί είναι η μεταθανάτια χρήση όλων αυτών και η περιφορά τους, η ελαφρά τη καρδία κατάθεση ποιητικών αξιώσεων, στο μίζερο παζάρι της «αμφισβήτησης».
Κώστας Βούλγαρης, 18/9/11,
Εφημερίδα Αυγή, ένθετο Αναγνώσεις
καλά τα έγραψε ο Κ.Βούλγαρης
Το πρόβλημα είναι το οτι ο ποιητής συνομιλεί περισσότερο με το μεταθανάτιό του κόσμο -ιδίως με βάση τη ρητή του επιθυμία- παρά με τον ίδιο το θάνατό του ως επιλογή που φωτίζει τον κόσμο που έζησε.
Εκεί αρχίζει η καχυποψία του αναγνώστη ο οποίος θα πρέπει να ξεπεράσει τους ηρωικούς τριγμούς που υπαινισσονται οι στίχοι του και κυρίως το επίμετρο και να εξετάσει τα ρήγματα που προκαλεί η ίδια η ποίηση σε συνάρτηση με το “τι” και “γιατί”.
Η ειρωνεία είναι οτι έχουμε κατά καιρούς διαβάσει αξιολογότερα ποιητικά κείμενα αυτής της κατεύθυνσης από ανθρώπους που ίσως δεν έχουν καμία σχέση με τον “αναρχικό” χώρο και την αυτοχειρία. Με άλλα λόγια πολύ φοβάμαι πως τέτοιου είδους αποφάσεις έχουν να κάνουν με προσωπικά αδιέξοδα που βρίσκουν το καταφυγιό τους σε κοινωνικές εκρήξεις.
Ή για να το πω πιο απλά τέτοιοι θάνατοι σήμερα δεν κάνουν θόρυβο. Οι στίχοι ίσως περισσότερο. Ακόμα περισσότερο τα πανέξυπνα βιντεακια στο youtube και οι απίστευτης έμπνευσης γελοιογραφίες και ατάκες που διαβάζουμε από ανώνυμους συμπολίτες. Οι νεοΈλληνες-νεό-πτωχοι διαθέτουν πνεύμα και σαρκασμό που πολύ φοβάμαι ξεπερνά τις ιαχές ενός επαναστατημένου λόγου ιδίως όταν αυτός γίνεται καταγγελτικός και οχι ανατροφοδοτικός.
Τι έγραψε καλά ο Βούλγαρης; Το τηλεοπτικό της παρακμής; Στη λαϊκή το ακούς ατόφιο.
Μήπως η παρακμή είναι κι αυτή συνήθεια;
Δηλαδή για να ασχολούμαστε με όσα δε μας αξίζουν;
Γιατί κάτι άλλο δε γίνεται.
Όσο διαρκεί το όνειρο του κάτι άλλου.
Υπάρχουν μέγιστα ζητήματα: σύστημα υγείας και παιδείας. Πως θα μείνεις ζωντανός. Πως θα κοιτάς τον κόσμο.
Οι αναλύσεις, όποιες, θρηνούν πάνω από πτώματα. Να πούμε, Ζήτω τα πτώματα;
Ποιηση ρε http://merrybabes.com/category/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/
όσο πρέπει
Πότε μπήκανε οι κανονες στην επικοινωνία;
Κ Πότε ζυγιστηκε η σωστή δοση εκφρασης;
Πότε ο ερωτας σταματησε να υπαρχει ;
Και απο απο πότε οι λεξεις δε σημαίνουν αυτα που λενε ;
Πότε εγιναν ολα αυτα ; που ειναι ο νομοθετης ;
Να μου τον φερετε να μου τα πει ο ιδιος.
Κανεις δεν με ενημερωσε να ειμαι λιτος , κανεις δεν μου
ειπε να μην λεω σʼαγαπω ,
κανεις δεν μου ομολογησε οτι πρεπει να λεω λίγα.
Κανενα δεν θυμάμαι να μιλά ή δεν του εδωσα την πρέπουσα σημασια
Κανεις δεν μου ειπε να μην τρεχω πισω απο οτι ποθω και
δεν ακουσα οταν φωναζανε να μην πιστευω σε τιποτα
Και έτσι βρεθηκα μονος, χωρις το εγχειριδιο για τον σωστό
και καθωσπρέπει τροπο .
ΑΓΕΛΗ
Έχοντας αντιστρέψει
Την αντιστροφή
Ο ενθουσιασμός της εξεγέρσεως
Δεν αφορά
Στον υποκινητή.
Κώστας Ρεούσης
(από το ανέκδοτο ‘Ένα τσεκούρι κάθεται’)
Όχι κάτι καινούργιο στα καθ’ ημάς, τολμώ να πω. Απόηχοι μπητ λογοτεχνίας στην επαρχία της Ελλαδίτσας, λίγο πολύ παρωχημένοι πια – έστω κι αν προηγήθηκε το 2008 – μια ματαιωμένη εξέγερση, μην υπερβάλουμε τώρα.
Δυο πράγματα κρατώ. Τον ρυθμό της γραφής. Και μιαν ισορροπημένη παρατήρηση τού ανισόρροπου Μίχου: Η μπητ λογοτεχνία είναι, ουσιαστικά, η εφηβεία της λογοτεχνίας.
Ας μην ξεχνάμε το νεκρό. Όλοι εμείς που σχολιάζουμε, ξουτ, ξουτ, μακριά τα κοράκια και τα όρνια!
“τέτοιοι θάνατοι σήμερα δεν κάνουν θόρυβο.”
Δεν νομίζω (χωρις να είμαι σίγουρος φυσικά) πως
στόχος του ποιητή ήταν να αλλάξει συνειδήσεις με την αυτοκτονία του…
“Οι νεοΈλληνες-νεό-πτωχοι διαθέτουν πνεύμα και σαρκασμό που πολύ φοβάμαι ξεπερνά τις ιαχές ενός επαναστατημένου λόγου ιδίως όταν αυτός γίνεται καταγγελτικός και οχι ανατροφοδοτικός.”
Κύριε Αραβανή οι νεοέλληνες- νεοπτωχοί που τώρα εξασκούν τον σαρκαζμό με επιτυχία, είναι ως επι των πλείστων αυτοί που που μέχρι πριν λίγα χρόνια αυνανιζόταν στην ιδέα του να γίνουν νεοέλληνες- νεόπλουτοι.Και με δική τους ευθύνη φτάσανε στο νεοέλληνες- νεοπτωχοί και όλοι μας στο χουντα- χουντα του σημερα…
Οπότε ο καταγγελτικός επαναστατικός λόγος και ακόμα καλύτερα ο μηδενιστικός επάνω σε αυτήν την κοινωνία, έχει σίγουρα πολλά περισσότερα να προσφέρει.Έχει την ομορφιά μιας καθαρότητας διαφορετικής , χωρίς να την ευαγγελίζεται- “Μιας αξιοπρέπειας στο βλέμμα”.
Επίσης μην ξεχνάτε όλοι οι θεωρητικοί των επαναστάσεων… πως ο επαναστατικός στόχος δεν μπορεί να είναι ξεκομμένος από τις επαναστατικές διαδικασίες. Και καλώς οι κακώς , στο σήμερα τουλάχιστον , βλέπω αναρχικούς ( μηδενιστες αρκετοί) να φυλακίζονται λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και πράξεων και όχι σκιτσογράφους.
“καλώς ή κακώς”…
Κύριε Γώγο,
στην Τυνησία και στις πρόσφατες ταραχές, τη μεγαλύτερη επίδραση την είχε ένας ανώνυμος γελοιογράφος ο οποίος με το έργο του ξεπέρασε χιλιάδες “αναρχικούς”. Ένα απλό παράδειγμα σας φέρνω του πώς τα πράγματα έχουν φύγει από τον ρομαντισμό του αναρχισμού και της καταγγελίας και έχουν πάρει άλλη μορφή ουσιαστικού αγώνα.
Οι “αναχικοί” που λέτε οτι φυλακίζονται είναι οι ίδιοι -εντάξει με φωτεινές εξαιρέσεις, εννοείται- που έσπαγαν τα μάρμαρα αυτάρεσκα -οκ ήταν και κρυμμένοι αστυνομικοί στο παιχνίδι, σας προλαβαίνω-.
Εγώ πάντως απολαμβάνω τη δημιουργική ευφυια και σαρκασμό των σημερινών ειδικά νέων (που δεν πρόλαβαν την ιδέα του νεο-πλουτισμού) είτε αυτό λέγεται γκράφιτι είτε βιντεάκι στο youtube είτε ανέκδοτο είτε γελοιογραφία κ.τ.λ. Νομίζω οτι αυτός ο τρόπος είναι πολύ πιο ευθύβολος σήμερα από τα μανιφέστα στους τοίχους των Εξαρχείων -με γλώσσα μουσειακή όπως οι ομιλίες της Παπαρήγα-.
Γιατί προέρχεται από ανθρώπους μη-υποψιασμένους, μη-χαλασμένους, μη-καθοδηγούμενους από την ιεραρχία της αναρχίας…(με τη σημερινή,βεβαίως, μορφή της)
Και εγώ απολαμβάνω αυτά που εσείς απολαμβάνετε , με την διαφορά πως δεν βλέπω κάτι πέρα απο ένα έξυπνο βιντεάκι ή μια ευχάριστη και έξυπνη εικόνα.
Το θέμα δεν είναι να εντοπίσεις απλά το τι είναι λάθος (αν και οι περισσότεροι απο αυτους που λέτε και αυτό το εντοπίζουν μόνο επιφανειακά )αλλά και το τι κάνεις για να το αλλάξεις ή να καταστρέψεις αυτό που δεν αλλάζει.
Αν όλους αυτούς τους σύγχρονους μεσσίες της κοινωνίας μας άρχιζαν με νόμους να τους ρίχνουν καμιά δεκαριά χρόνια φυλακής δεν νομίζω να συνέχιζαν τα γκράφιτι και τα βιντεάκια…
Το θέμα είναι ότι είναι ψευτοαγανακτησμένοι και καθόλου αποφασισμένοι. Φάνηκε και στο σύνταγμα πως οι περισσότεροι με το ξύλο λυγίζουν, δεν ξαναβγαίνουν εύκολα έξω, γιατί δεν έχουν σε τίποτα να πιστέψουν και ούτε έχουν κανένα πάθος για καταστροφή . Κανένα πραγματικό μίσος για τους δυνάστες τους.
Με αυτόν τον συνδυασμό δεν αλλάζουν τα πράγματα, παρά μόνο μπορούμε να γκρινιάζουμε όλοι μαζί και ο ένας να παρηγορεί τον άλλο.
Γιατί για να αλλάξεις κάτι ή να καταστρέψεις κάτι τόσο ισχυρό απαιτεί προσωπικές θυσίες, τις οποίες φυσικά οι ηλίθιοι ρομαντικά αναρχικοί είναι απο τους ελάχιστους που είναι έτοιμοι να κάνουν και χωρίς καν μάλιστα να πλησιάζουν στον στόχο τους .
(Αυτοι που κολλούν τα μανιφέστα στους τοίχους των εξαρχείων και στις απεργίες πετούν μάρμαρα στις δυνάμεις καταστολής.Αυτούς λέω.Ακόμα μιλώ και για αυτούς π.χ. που έστειλαν δέματα (ακίνδυνα κιόλας) στη Μερκελ και στον Μπερλουσκόνι και τους έριξαν 77 χρονάκια φυλάκή.
υγ
Συγνώμη με τον νέο τρομονόμο απαγορεύετε να μιλώ για αυτούς.Μου διέφυγε μάλλον
Με αφορμή τα σχόλια:
“Για να απαντήσουμε όμως στο ερώτημα γιατί προβάλλεται το παραμύθι της αποσταθεροποίησης πρέπει ν’ αναφερθούμε στην οικονομία. Η κατάσταση της οικονομίας είναι πασίγνωστη. Γνωστοί όμως είναι και οι υπεύθυνοι: οι μεγαλοαπατεώνες εφοπλιστές που έκλεψαν με τις κομπίνες τους τα εκατοντάδες δις και τα έβγαλαν σε συνάλλαγμα στο εξωτερικό, προτιμώντας να φουντάρουν την ελλ. Βιομηχανία και οικονομία, αντί να κάνουν επενδύσεις εκσυγχρονισμού. Το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ που υπήρξε συνένοχος τους στη χρηματοδότηση τους. Το πολιτικό προσωπικό του ΠΑΣΟΚ που αντί να χτυπήσει τους παραπάνω υπεύθυνους της αποβιομηχα-νοποίησης τους αθωώνει και τους εκλιπαρεί για μπίζνες. Που βάζει πάλι το λαό να πληρώσει τα χρέη τους μέσω της μετοχοποίησης τους, με το σημερινό άγριο χτύπημα του βιοτικού του επιπέδου που είναι λογική συνέπεια της παραπάνω πολιτικής. Μ’ αυτή την πολιτική το ΠΑΣΟΚ έγινε συνυπεύθυνο με τους ντόπιους μεγαλοαπατεώνες καπιταλιστές και τη ΝΔ για τη σημερινή κατάσταση. Αυτή προκαλεί το μεγαλύτερο κοινωνικό αναβρασμό των τελευταίων χρόνων, τη μαζική λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στα οικονομικά του μέτρα. Και για να μπορέσει να εκφοβίσει, να τρομοκρατήσει αυτό το λαϊκό αγώνα, να κάμψει αυτή την αντίσταση, να περάσει τα μέτρα του, προβάλλει το μπαμπούλα της αποσταθεροποίησης που δήθεν θα επέλθει με την κοινωνική αναταραχή και την «τρομοκρατία». Κοροϊδεύει τους εργαζόμενους λέγοντας τους, καθήστε φρόνιμα γιατί κινδυνεύει η δημοκρατία, ενώ ξέρει ότι αποκλείεται τελείως κάθε δικτατορική λύση μόνο και μόνο για να μπορέσει να περάσει την προδοτική οικονομική του πολιτική.”
“Γιατί το ΠΑΣΟΚ έχει δύο μεγάλα ατού που όχι η δικτατορία αλλά και η κοινοβουλευτική δεξιά δεν τάχε: ακολουθεί σήμερα μια φιλοδυτική και φιλοαμερικάνικη πολιτική υπακούοντας δουλικά στις επιταγές του ΔΝΤ και της ΕΟΚ, καλυπτόμενο πίσω απ’ το επιχείρημα ότι είναι αντιαμερικανικό αντιιμπεριαλιστικό και δεύτερο προωθεί μία απ’ τις πιο άγριες επιθέσεις ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων με πιο ευρωπαϊκό επίπεδο, αυξάνοντας έτσι τα περιθώρια κέρδους του μεγάλου κεφαλαίου, επίθεση που δικαιολογεί με το μεγαλειώδες επιχείρημα ότι την επέλεξε δημοκρατικά ο ίδιος ο λαός στις πρόσφατες εκλογές.” Ε.Ο. 17Ν, 1985
Λένε και οι τερορίστες μερικά πετυχημένα και πανέξυπνα κ. Αραβανή. Είναι και η δίκη του Ε.Α. το πρωί.
Εδώ οι γελοιογράφοι δεν φυλακίζονται, απολύονται.
Επίσης μερικά “πανέξυπνα βιντεάκια” λογοκρίνονται:
http://www.youtube.com/watch?v=YTeEQRILgAQ&NR=1
Μερικοί μπλόγκερς συλλαμβάνονται.
Άλλοι δέχονται αγωγές για 1.000.000?.
Οι καλλιτέχνες έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τις συνειδήσεις με τη φωνή τους, ναι. Αλλά το υπάρχον σύστημα και η πολιτεία έχουν τα μέσα για να τους φιμώνουν και για να παραπληροφορούν ή να τρομοκρατούν τους υπόλοιπους.
Ζήτω η ελέω θεού προεδρευόμενη κοινοβουλευτική ολιγαρχία!
Ο μηδενισμός επί του μηδενισμού δεν συμπερασματολογεί επί του προηγουμένου. Αντιθέτως…
Δεν αναζητάς τα ίδια από κάθε γραφή.
Και η συγκεκριμένη γραφή σε βγάζει απ’ τη βόλεψη σου. Όχι γιατί σου δίνει το χάπι της δράσης αλλά γιατί σου δείχνει με τον πιο εξώφθαλμο τρόπο τί γίνεται γύρω σου αυτή τη στιγμή.
Σου ανοίγει μια τρύπα σε μια κάμαρα.
Και δεν είναι λίγο. Φανταστείτε να ερχόταν μια τέτοια γραφή απ’ την Αργεντινή των τελών της δεκαετίας του 90′. Την επόμενη βδομάδα στα best-sellers.
Ο Μίχος είπε κάτι για το πρόσωπο που γράφει και το πρόσωπο του ποιήματος. Που με παραπέμπει απευθείας στον Eliot. Μα αναζητάς εδώ τον συσχετισμό αντικειμένων
τον αντικειμενικό σκοπό ή
τον νου επί της αισθηματολογίας;
Αναζητάς εδώ το ποίημα πέρα απ’ την προσωπική τραγωδία;
Όχι. Και δεν είναι λιγότερο λογοτεχνία. Είναι άλλη λογοτεχνία. Γιατί όχι ”τα πολιτικά της λογοτεχνίας”;
Κι ας πούμε πως δεν είναι λογοτεχνία. Με συνοπτικές διαδικασίες. Τότε σίγουρα ενδιαφέρει και προσωπικά πιστεύω πως υπάγεται σε μια επιστήμη ή σ’ έναν λόγο που πλαισιώνει τη λογοτεχνία.
Και δεν είναι λιγότερο λογοτεχνία.
Μα ακόμη κι αν είναι, πάλι με συνοπτικές διαδικασίες, τότε πρόκειται περί μιας ”πολιτικής πράξης” όπως ονόμασε πολύ εύστοχα και ο Αιναλής, που κάνει την εισαγωγή στο βιβλίο.
Και συνοψίζοντας το σχόλιο: ”πως ο επαναστατικός στόχος δεν μπορεί να είναι ξεκομμένος από τις επαναστατικές διαδικασίες.”
Ακριβώς.
Τέλος, όσον αφορά στον τυνήσιο γελοιογράφο, μου προκαλεί ερωτηματικά το γεγονός ότι τον έμαθα, κι αν κάνω λάθος, που είναι πολύ πιθανόν, διορθώστε με, από εφημερίδα ευρήτατης κυκλοφορίας.
Δεν υπάρχει “μουσειακή γλώσσα” ή ξύλινη γλώσσα ή μπαγιάτικη γλώσσα. Αν η γλώσσα περιγράφει με ακρίβεια την πραγματικότητα, είναι επιτυχής ως προς την αποστολή της. Αλλιώς, αποτυγχάνει. Αυτή είναι η μόνη διάκριση, και όχι αν είναι μουσειακή ή φρέσκια και cool και in. Το ΔΝΤ και η Μέρκελ είναι παλιός, καλός ιμπεριαλισμός, και δεν χρειάζεται να εφεύρουμε νέα λέξη για να ακουγεται καλύτερα στα αυτιά μας. Τα ΜΑΤ που βαράνε ό,τι κινείται είναι κρατική καταστολή, αλλά αν ο όρος είναι ξύλινος, μπορείτε να βάλετε κάποιον άλλο, π.χ. Τρανσφόρμερς, ή Τζι-Άι-Τζο.
Αν η διαφωνία με τον τοίχο των Εξαρχείων ή με την Παπαρήγα αφορά την ιδεολογία και τη θεώρηση του κόσμου εκ μέρους τους, ας ειπωθεί αυτό ανοιχτά, ξάστερα, και όχι με προσφυγή στο ασφαλές καταφύγιο της γλώσσας και του τρόπου. Πείτε με ακρίβεια τα σημεία όπου σφάλλουν αυτές οι θεωρήσεις, και προτείνετε τις δικές σας.
Με άλλα λόγια, μουσειακό τείνει να γίνει το ίδιο το κατηγορητήριο περί “μουσειακής γλώσσας”, και όχι η γλώσσα. Ξύλινος δεν είναι ο τοίχος των Εξαρχείων, αλλά η επαγγελία του νέου, του φρέσκου, του προχωρημένου, που είναι τόσο αόριστο και τόσο εύκαμπτο ώστε να τα χωράει όλα και τίποτα, ανάλογα με τις επιταγές των καιρών και των περιστάσεων.
Η περίπτωση του Τάτση μας πάει, πιστεύω, σε ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα της κριτικής της λογοτεχνίας που είναι άλυτο ακόμα για μένα.
Το πρόβλημα είναι το εξής: Το γεγονός ότι ο Τάτσης αυτοκτόνησε (και μάλιστα στα 33), το γεγονός ότι ήταν ένας εξαρχειώτης αναρχικός (απο τους γνήσιους ή και απο τους μπαχαλάκηδες;), το γεγονός ότι γεννήθηκε εκεί που γεννήθηκε, το γεγονός ότι σπούδασε θεολογία και γενικά ό,τι αναφέρεται (αλλά ίσως και παραλείπεται) στο βιογραφικό του το οποίο συναποτελεί την “περιπέτεια βίου” του, κατά πόσο μας επηρεάζει στην κριτική μας του λογοτεχνικού του έργου, και κατά πόσο πρέπει να μας επηρεάζει;
Μια απάντηση: Και βέβαια πρέπει να τα λάβουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά. Γιατί, όταν είναι στην πρόθεση του δημιουργού η ζωή του να συμπορευτεί και να συνενωθεί με το έργο του, αναγκαστικά όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να συνυπολογιστούν στην κρίση μας, θετικά ή αρνητικά.
Παράδειγμα: Τί θα ήταν ο Καρυωτάκης και το έργο του χωρίς την αυτοκτονία του; Νόστιμα, έμμετρα και ριμαδορικα, επαναστατημένα ποιήματα, με αρκετές ατέλειες και ελαττώματα. Και παραπέρα, θα ήταν μια ξεκρέμαστη πρόταση, μια υποκρισία, ένα ψέμα.
Αλλά αναφαίνεται ένα ερώτημα: Η σύγκριση με τον Καρυωτάκη στέκει; Η περίπτωση Τάτση είναι μια περίπτωση “ιδανικού αυτόχειρα” (παραγνωρισμένου και καταραμένου) ποιητή;
Εν τέλει λοιπόν: Πόση σχέση έχει ή πρέπει να έχει κατα την κρίση μας το έργο του Τάτση με τη ζωή του και το θάνατό του;
Μπορεί να διαχωριστεί, κατα την κριτική μας,
το έργο του απο την αυτοχειρία του;
Και τί προσθέτει η αυτοχειρία του στο έργο του;
Προβλήματα και ερωτήματα, που τα εξέθεσα εδώ εξ αφορμής και παραδειγματικά, αλλά που εφαρμόζονται και σε πολλές άλλες περιπτώσεις ποιητών και όχι μόνο.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά το περιεχόμενο της ανάρτησης, η αναφορά απο τον Γ. Μίχο, στον Νετσάγιεφ (μέσω Ράμφου) και στον Νεοελληνικό Μηδενισμό με καλύπτουν.
Μια, έστω κεκαλυμμένη, κατάφαση στη ζωή και την εγκοσμιότητα/πραγματικότητα, μια “διονυσιακή” κατάφαση (Νίτσε), είναι προϋπόθεση κάθε γνήσιας (δηλαδή δημιουργικής) αυτοκτονίας. Αλλιώς μιλάμε για συνήθεις ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις και, ουσιαστικά, για μη αυτοκτονίες αλλά για ετερο-κτονίες (φόνους).
@
Νίκος Ράπτης
Ακριβώς το ίδιο λέμε:
“Το πρόβλημα είναι το οτι ο ποιητής συνομιλεί περισσότερο με το μεταθανάτιό του κόσμο -ιδίως με βάση τη ρητή του επιθυμία- παρά με τον ίδιο το θάνατό του ως επιλογή που φωτίζει τον κόσμο που έζησε.
Εκεί αρχίζει η καχυποψία του αναγνώστη ο οποίος θα πρέπει να ξεπεράσει τους ηρωικούς τριγμούς που υπαινισσονται οι στίχοι του και κυρίως το επίμετρο και να εξετάσει τα ρήγματα που προκαλεί η ίδια η ποίηση σε συνάρτηση με το “τι” και “γιατί”
@ηρακλής
έχει και η γλώσσα τις ευθύνες της, μην της βγάζεις την ουρά απέξω. Και φυσικά αυτό γίνεται σκόπιμα γιατί όταν δεν μπορούμε να μείνουμε σταθεροί στις αρχές μας αφού ο κόσμος μας προσπερνά, μένουμε σταθεροί στη γλώσσα.
Το αόριστο και εύκαμπτο -οχι από πλευράς αλλαγής αλλά πρότασης- είναι ακριβώς τα 2 επίθετα που αναζητούσα για την περιγράψω. Σε ευχαριστώ.
Y.Γ. Οι προτάσεις του καθενος γίνονται με τον τρόπο που αυτός ξέρει και κινείται. Εκεί έγκειται και η κριτική μου περί ανανέωσης της ουσίας και κατ’ επέκταση της εκφοράς της.
@διονύσιος πεοκόλαφος
Επιστολή του απολυμένου από τα ΝΕΑ Τάσου Αναστασίου
Προς την ΕΣΗΕΑ
Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 2011
Αγαπητοί συνάδελφοι
Εργάζομαι από 10ετίας στα «Νέα» ως σκιτσογράφος-γελοιογράφος και κατά την περίοδο αυτή η διεύθυνση της εφημερίδας ενέκρινε τη δημοσίευση χιλιάδων πολιτικών γελοιογραφιών μου, χωρίς κάποια λογοκριτική διάθεση. Η κατάσταση αυτή άλλαξε άρδην μετά την ανάληψη της διεύθυνσης από τον κ. Μεμή, ο οποίος περιόρισε τη δημοσίευση των σκίτσων μου στο ελάχιστο, «κόβοντας» ό,τι δεν συναινούσε με την κυβερνητική πολιτική. Παράλληλα ειδοποιήθηκα μέσω τρίτων «να ρίξω νερό στο κρασί μου» – προφανώς για να εξασφαλίσω ένα ευνοϊκό για εμένα εργασιακό καθεστώς.
Το δημοσιογραφικά απαράδεκτο καθεστώς πολιτικής λογοκρισίας και φίμωσής μου επιδεινώθηκε εδώ και έξι μήνες περίπου, με τον πλήρη αποκλεισμό μου από κάθε δημοσίευση. Αυτό συνέβη όταν μου προτάθηκε ανεπισήμως να παραιτηθώ (με αποζημίωση) κι εγώ φυσικά αρνήθηκα. Έκτοτε, δεν έχει δημοσιευτεί ούτε μία από τις γελοιογραφίες που ανελλιπώς παραδίδω στη σύνταξη καθημερινά.
Ακολούθησε συνάντηση με τον κ.Μεμή, κατά την οποία μου ανακοίνωσε την απόφασή του να με απολύσει – ενώ υποστήριξε ότι οι γελοιογραφίες μου δεν δημοσιεύονται… για να συνηθίσω. Ως κύρια αιτία της επικείμενης απόλυσής μου επικαλέστηκε τους συνήθεις οικονομικούς λόγους, στη συνέχεια όμως της συζήτησής μας τόνισε ότι στις τρέχουσες συνθήκες πολιτικής έντασης δεν μπορεί η εφημερίδα να «αντέξει» αντιπολιτευτικές τοποθετήσεις.
Ως προς τους προαναφερόμενους «οικονομικούς λόγους» της επικείμενης απόλυσής μου, αξίζει να σας ενημερώσω ότι το τιμ της εφημερίδας έχει ενισχυθεί προσφάτως με νέα τοποθέτηση συναδέλφου-σκιτσογράφου.
Με βάση τα παραπάνω σας ζητώ:
Να ενεργήσετε έτσι ώστε να τερματιστεί το καθεστώς δημοσιογραφικής μου φίμωσης και πολιτικής μου δίωξης και να αποκατασταθούν οι παλαιές ομαλές εργασιακές συνθήκες. Αυτό είναι το κύριο αίτημά μου.
Να ενεργήσετε έτσι ώστε να αποτραπεί η απειλούμενη απόλυσή μου – μια απόλυση με καθαρά πολιτικά κίνητρα, που δεν τιμά κανέναν και παραπέμπει σε άλλες εποχές και σε άλλου είδους καθεστώτα.
Με συναδελφικούς χαιρετισμούς
Τάσος Αναστασίου
@
λαμπρινή
Δεν γνωρίζω σε ποια εφημερίδα αναφέρεστε κι αν λέμε τον ίδιο.
Εγώ θα σας παραπέμψω κατ’ ευθείαν στην πηγή:
http://www.debatunisie.com/
ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ (ΟΡΧΑΝ ΒΕΛΙ ΚΑΝΙΚ, μτφρ. Γιώργου Μπλάνα. Κάπου μες στο ‘Ποιείν’)
Θα πεθάνω χωρίς ν’ αφήσω πίσω μου εξηγήσεις.
Μόνο μια σταγόνα αίμα
στην άκρη των χειλιών μου.
Όσοι δεν με γνώριζαν θα πουν:
«Ερωτική απογοήτευση, το δίχως άλλο!»
Όσοι με γνώριζαν:
«Λυτρώθηκε απ’ τη φτώχεια
κι από τα βάσανά του!»
Η αλήθεια θα βρίσκεται, όπως πάντα,
αλλού.
@21
Όντως, το ίδιο λέμε.
@22
“Απ’ όσα είναι γραμμένα, μ’ αρέσουν πιο πολύ όσα κανείς με το αίμα του τα έγραψε. Γράφε με αίμα, και θα μάθεις, το αίμα, ότι είναι πνεύμα.” (Nietzsche).
Το ζήτημα είναι να γράφουμε με το αίμα μας και όχι με το μελάνι. Με ζωντανό αίμα και όχι με σκοτωμένο.
Γιατί, όταν το μελάνι το περνάμε για αίμα…, τότε χάνεται και το πνεύμα…
…μιλάει ο αυτόχειρας,
Μεγαλύνεις τον άρτο της ψυχής μου με τα δόντια σου, τον παίζεις με τη γλώσσα σου και τον ξερνάς πηλό υγρό στο χώμα. Ένα τσουβάλι κόκαλα πλημμυρισμένο αίμα. Ανοίγεις τα αγγεία μου κι αρδεύεις κόκκινο το δέρμα της ερήμου. Κόβεις κομμάτια από τη σάρκα μου και τα ονοματίζεις. Λες ύδωρ, άνθρωπος, ζωή και τα υποθηκεύεις. Δένεις τη γλώσσα μου κλωστή και την υπαγορεύεις. Ράβεις το στόμα σύρματα και μ’ αποκεφαλίζεις. Νέμεις αντίδωρη εκδορά τα μέλη μου φίδι φωνή προστάτη. Και με πετάς στην άνοιξη γυμνό ν’ αντιδικώ το άνθος. Με σάπισες, εσύ, σα μήλο στα ποτάμια σου και τώρα με ξυρίζεις. Στη φυλακή σου κάτεργο γυμνό στυγνά μ’ αυτοχειρίζεις.
… μιλάει κι άλλος αυτόχειρας
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΝΤΟΡΡΟΣ
ΚΡΕΑΤΙΝΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑΣ
Τα μάτια δείχνουνε πολύ τη φυλαγμένη θέληση
που αναπαύεται στο ζεσταμένο το κορμί,
ολοκάθαρα.
Για κάτι έτοιμη.
Δεν είν’ ο τόπος που πηδά.
Τα ρούχα φρέσκα,
κρύβουν τη σάρκα που ’χει συναίσθηση της ξυπνημένης
κατοχής της,
σα νά ’ναι μια προέκταση του κεφαλιού.
Γι’ αυτούς
οι μηχανές παίρνουν ψυχή,
ανθρώποι χάνουν τα δικά τους,
γίνονται όλα σα δοσμένα στη ζωή τους,
όπως τους δόθηκε το σώμα τους.
Και όλα λειτουργούνε σαν αυτό,
κρυμμένα να μη φαίνονται οι ασχημιές.
Αυτές δεν πρέπει ν’ αναφέρονται.
Και από τον ίδιο να ξεχνιώνται.
Σαν το σώμα του.
Φροντίδες σ’ ορισμένες ώρες.
Κι όταν χαθούνε όλα,
δεν πρέπει να του φέρνουν λύπη,
όπως δεν τον λυγίζει ταπεινά ο θάνατος.
Είν’ η α ξ ί ω σ η
το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους
που ’χει η πάστα τους ξαναγινεί από το χρήμα.
Παρμένες όλες τους οι άλλες ιδιότητες.
Από την ποιητική συλλογή «Στου γλυτωμού το χάζι» (1930).
@16 “Ακόμα μιλώ και για αυτούς π.χ. που έστειλαν δέματα (ακίνδυνα κιόλας) στη Μερκελ και στον Μπερλουσκόνι και τους έριξαν 77 χρονάκια φυλάκή”
Εντάξει. Εκεί έτυχε. Δεν είναι πάντα τόσο αυστηρή η δικαιοσύνη απέναντι στους τρομοκράτες. Ο Σαραλιώτης μόνο ένα χρόνο έκανε.