Θέλω να πω. Μα ζω με εικόνες
Τα λόγια γίνονται πουλιά
Στις θάλασσες
Θέλω να πιω. Μα τότε πνίγομαι
Στο στόμα κάμουνε φωλιά
Οι μάγισσες
Κι αν αγαπώ; τα χείλια φεύγουν
Τοʼ χα ακούσει μια φορά
Στις μάντισσες.
*
Δεν έχει μάσκες σήμερα η μέρα
Ο ωκεανός ήταν ένα περιστέρι κομμένο στα δυο
Που δεν είχε δει ποτέ θάλασσα
Η νύχτα την έντυσε νύφη
Κι εκείνη έσκυψε για τον στόλο
Ένα βλέμμα γεμάτο υδράργυρο.
Πέθανες ζεις δεν ξέρω
Αδιάφορο. Κράτησέ με
Τώρα που πονώ.
Για σένα δεν ήμουν πιερότος
*
Ήταν ένα χέρι κομμένο
Από μια μέση.
Κρατώντας ένα στεφάνι
Είπε γεια στον ωκεανό
Ήταν ένα χέρι
Κι ό,τι κι αν έλεγε
Ήταν ένα χέρι
Κρυμμένο σαν οχτώ
Πότε θα μάθουμε να μην ακούμε;
*
Το ποίημα μου δεν είναι η λέξη
Αλλά η έξη προς τη λέξη
Το ποίημά μου δεν είναι η μέθη
Αλλά η έλξη προς τα σταφύλια
Δεν είναι αυτό ή εκείνο
Κι όμως είναι κάτι ή τίποτα
Συνήγορος ή κατήγορος. Μύθος η πίθος
Που ο πάτος του συγκοινωνεί με το κενό.
Ούτε η μέρα που αυτοκατηγορείται
Ούτε η νύχτα που αυταρκιάζεται
Ούτε καν σούρουπο. Είναι πέος
Που συνουσιάζεται δίχως σπέρμα
Ούτε γνώμη είναι. Πολύ λιγόετο
Ούτε σιωπή πολύ περισσότερο
Αλήθεια όχι. Μα μήτε ψέμα
Έρωτας είναι αποκορμιασμένος
Δαιμονισμένο πάθος ίσως
Μπορεί όμως και να υπερβάλω
Βάθος του ύψους. Ή το αντίθετο
Μπορεί ελευθερία. Μπορεί και θάνατος.
*
Τʼ αγάλματα που έτυχαν γυναίκες νʼ αγαπήσουν
Μιλάν τη νύχτα μόνα τους λόγια που η νύχτα παίρνει
Και πάνε τα σκοτάδια της μʼ αυτά για να στολίσουν
Αυτές που είναι μόνες τους κι αυτούς που η μοίρα σέρνει
Σαν κάρα στο παιγνίδι της. Ψυχών ηδονικών
Τι κρίμα. Νʼ αφάνισε η ζωή τα παραμύθια
Δεν έμεινʼ ούτε ένας απ΄ τον κόσμο των στοιχειών
Που ν΄άντεξε: Νικήαν γίνανʼ όλοι αλήθεια
Όλες οι θλίψεις κι οι χαρές σήμερα πώς τολμάνε
Είνʼ όμως μαριονέτες ή μνήματα στιγμών ηδονικών
Που οι σκέψεις για να ζήσουν τις ξεχνάνε
Λένε ταʼ αγάλματα: Δεν ζει παρά μονάχα μια ελπίδα
Ίδιο κουφάρι με το μάταιο των ετών
Ένα φιλί που θα θυμίζει την τσουκνίδα.
*
Θλίψη γλυκιά μου σίμωσε και μη πετά στʼ αστέρια
Δεν θέλω ʽγω τέτοιες χαρές τα μάτια να στραβώνουν
Είν΄η σιωπή ο έρωτας που ʽχουν καημό τα χέρια
Να της γυμνώνουν το κορμί και να την καμαρώνουν
Εχ΄η σιωπή ενʼ άλογο τον ταχυπόδη πόνο
Που την πηγαίνει στο Παντού και στης καρδιάς το Πέρα
Φωνάζω ʽ γω ο δύστυχος φωνάζω και δε σώνω
Φέρτη μου. φέρτη να γενή η άθλια νύχτα μέρα
Κι ένα καμτσίκι στα πλευρά το αίμα να πετιέται
Μέσα στη φαντασία μου σαν θάνατος ξανά
Ο πόνος που εμάτωσε λέει στη σιωπή, βρυχιέται:
Ως πότε θα με τυραννάς της κόλασης ρημάδι
Καβάλα πα στον άνθρωπο που σε αποζητά
Κι έχει εσένα έρωτα της ζήσης του σημάδι











Αγαπημένοι φίλοι, Σωτήρη,Σπύρο,Μίχο, συγκινούμε πολύ που θυμάστε κι εσείς τον Νότη και τον αγαπάτε…
Το πρώτο ποίημα που παραθέτει ο Σπύρος βρίσκεται και σε ένα ανέκδοτο αυτοβιογραφικό κείμενο και φαίνεται, αν δεν είναι το πρώτο, να είναι σίγουρα από τα πρώτα ποιήματα που έγραψε ο Νότης…
….”Ήταν λοιπόν που η σκέψη, μου πρόσφερε όλη την ταινία της ζωής μου σ’έναν ανεπαίσθητο χρόνο,κλασματικό θα΄λεγα,ενω οι επιμέρους χρόνοι έτειναν να καταλάβουν μια απεριόριστη χρονική διάρκεια,κι όλο αυτό το παιγνίδι σ’ένα μαύρο φόντο που δεν σου δημιόυργούσε καμιά αίσθηση,ούτε καλή ούτε κακή.Και κατά κάποιο τρόπο αυτές οι εικόνες περνούσαν μέσα από την ψυχή μου που έχοντας βγει εντελώς από το καβούκι της στεκόταν ακίνητη,σιωπηρή,βλέποντας με θαυμασμό αυτό το παράξενο και για κείνην παιγνίδι.Κι ήταν τα δικά της μάτια που ξεχώριζαν τα πάντα κι απορροφούσε όλο το μαγευτικό θέαμα ασάλευτη σαν άγαλμα,ώσπου άρχισε να φουσκώνει,να φουσκώνει και να ταράζεται σαν να της έχυναν πάνω της λεμόνι.Κι εγώ πάλι άρχισα να τη ρωτώ τι βλέπει,γιατί κάνει έτσι,κι άρχισε το τραγούδι της,έρριξε στ’αυτιά μου το τραγούδι της,κι οδηγημένος από μια επιθυμία ακατανίκητη κι ευλογημένη έπιασα ένα κομμάτι χαρτί κι άρχισα να γράφω τα λόγια της για να μη τα ξεχάσω.Τα λόγια της ακούγονταν καθαρά και δυνατά και κάθε λέξη έμοιαζε μ’ένα ακριβό λουλούδι που σκορπούσε τ’άρωμά του στον χώρο που ανέπνεα.
θέλω να πω
μα ζω μ’εικόνες
τα λόγια γίνονται πουλιά στις θάλασσες
και συνέχισε:
θέλω να πιώ
μα τότε πνίγομαι
στο στόμα κάνουνε φωλιά οι μάγισσες
κι αν αγαπώ
τα χείλια φεύγουν
το’χα σκούσει μια φορά στις μάντισσες “…….
[…]
Μοναδικέ της θάλασσας διαβάτη
ο χρόνος μου στερεύει , λεπτό με το λεπτό
και σύντομα θα έλθω να σε βρω
γιά το ταξίδι , στʼουρανού τα μήκη και τα πλάτη.