Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Αγγελική Δημουλή, Έρδυλον, ποιήματα των φίλων, 2011

ΓΥΝΑΙΚΑ

I.
Θα γίνω γυναίκα
θα κρύψω το κεντητό πανάκι στην καρδιά
και θʼανέβω στο στήθος σου να μείνω…
Θα γίνω γυναίκα,
θα μιλάω τη γλώσσα των πουλιών
και στη βροχή θα στέλνω σημάδια…
Θα φορώ τις κόκκινες τις κάλτσες
και γονατιστή θα στέκω στʼάστεγα φώτα…
Θαʼμαι γυναίκα
και θα με πονάς.
Θαʼμαι γυναίκα
κι ας με πονάς…

ΙΙ.
Θα γίνεις γυναίκα
Σου είπε
και φώτισε ο χώρος
με πνοές
Θα γίνεις Γυναίκα
και σε σπρώχνει
να κόβεις τις δικές σου
αναπνοές
Θα γίνεις γυναίκα
Θα θες ό,τι θέλω
Και γέλια δικά σου μη ζητάς
Θα γίνεις γυναίκα
Και στο tango μου απάνω
Θα βλέπεις
Τα όνειρά σου
Να χωράς…

III.
Θα γίνω γυναίκα
παιδί δε θα κάνω
Θα αφήσω τα πάντα
μπορώ να πεθάνω…
Δως μου το tango.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Ριτσώνης , «151 ποιήματα», εκδ. Των Φίλων

 

*
Θα πάρω από το σπίτι μου
τα χειρόγραφά μου
για να γλυτώσουν απ’ την τυραννία
της μάνας μου
γιατί όταν διαβάζει μέσα τους
ιστορίες για άλλες γυναίκες
με αποκαλεί αποτυχημένο
συγγραφέα και γιό

*
Ο ΕΡΩΤΑΣ

Σκοτώνει τις αρρώστιες
και τα μικρόβια
της μοναξιάς
με δυνατά μπράτσα
κάνει μασάζ στο κορμί
και το γεμίζει στοργή

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Δημήτρης Ξυδερός, «διαΣταύρωση ΧωΡίς φανάρια», Ηριδανός, 2011

 

 

Χίλια Χρόνια

«Κοιτάτε με –
πάνω στο χαρτί έχω σταυρωθεί
με τα καρφιά των λέξεων.»

Mayakovsky Vladimir

στα Σοβιετικά Μοναστήρια
ο Οικοδεσπότης συμβουλεύει:

ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

είστε σίγουρος Κύριε άποικε;

Στην Αριμάσπεια,
νοσοκόμες Ιέρειες
αλείψανε τα τελευταία Οστά με άθραυστο μύρο

«Υπάρχουν χαρούμενοι άνθρωποι
Χαρούμενοι!

ανάπηροι ανασηκώνονται απʼ τα καροτσάκια τους

δεν υπάρχουν αρρώστιες
δεν υπάρχουν εδώλια
δεν υπάρχουν ντροπές

Τούτο εστί το αίμα μου!
Το σπέρμα μου!
Το έγκλημά μου!

Το δικό σου…»

Είστε σίγουρος
Κύριε,
θα μπορούσα να Τον συναντήσω;

Ή θα αναπαύεται
Χίλια Χρόνια,
σφαγμένος στην Μπανιέρα…

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος), «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά» εκδ. Αρμός 2011

 

 

Η επέτειος ενός «Τρελού»

Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς.
Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του.
Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν.
–Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Γεωργούσης, «Η Ωδή για τον Συμπαίκτη», Διάττων, 2011


α’

Στην αρχή ήταν η ανάσα˙
ανάκουστη κι αταξίδευτη
Τα βράγχια ανάμεσα σε πέτρες και λέξεις.
Ύστερα ήρθαν η βουή, τα απέραντα ύδατα,
το ενδιάμεσο κενό.

Να ΄μαι, είπε˙ δώδεκα τέρμενα ξέμπαρκος.
Εδώ ακίνητος˙ σαν τις πέτρες, σαν τις λέξεις.
Αλλιώς δεν θα πιστέψουν πως λείπω.
Ακίνητος, λοιπόν.
Αν γείρω κατά έξω, θα με προδώσει ο ίσκιος μου.
Αν γείρω κατά μέσα, θα σπάσω το γυάλινο μάτι,
Τίποτα δεν θα βλέπω,
Θα ξεχειλίσω απʼ τον εαυτό μου.

Διαβάστε περισσότερα