Στην αρχή ήταν η ανάσα˙
ανάκουστη κι αταξίδευτη
Τα βράγχια ανάμεσα σε πέτρες και λέξεις.
Ύστερα ήρθαν η βουή, τα απέραντα ύδατα,
το ενδιάμεσο κενό.
Να ΄μαι, είπε˙ δώδεκα τέρμενα ξέμπαρκος.
Εδώ ακίνητος˙ σαν τις πέτρες, σαν τις λέξεις.
Αλλιώς δεν θα πιστέψουν πως λείπω.
Ακίνητος, λοιπόν.
Αν γείρω κατά έξω, θα με προδώσει ο ίσκιος μου.
Αν γείρω κατά μέσα, θα σπάσω το γυάλινο μάτι,
Τίποτα δεν θα βλέπω,
Θα ξεχειλίσω απʼ τον εαυτό μου.
γ’
Λόγια και λόγια, είπε ο Νυκτουργός˙
εκ φύσεως αμνήμων και κρυπτός.
Ό,τι κερδίζεις, σε ξεστρατίζει.
Να αλλάξεις, είπε, το κέντρο του βάρους˙
και την προσωπίδα ν’ αλλάξεις.
μετά με την πλάτη στο χιόνι να πνέεις
-για να λάβεις το χρίσμα˙
ότι χειμέρια νάρκη θα καταφλέφει τον κήπο
σε δρόμο σκοτεινό. Κι αυτό που σε σκοτεινιάζει
να διχάζεται-να μένει χώρος για το θαύμα.
Ύστερα ο κήπος είχε ανεβεί στη σκηνή.
Το πτυσσόμενο τραπεζάκι εγκαίρως στη θέση του.
Κάπου-κάπου φυσούσε ριπή βοριαδάκι˙
και ξέστρωνε στις άκρες το ριγωτό τραπεζομάντηλο.
Το χέρι της μητέρας το ίσιωνε αμέσως˙
όπως τις πιέτες στο καλό της φόρεμα.
Πήρα στάση εμβρύου κι έκλεισα κουρασμένος
τα μάτια, γυρίζοντας πλευρό˙
ενώ άρχισε να χιονίζει μέσα στη νύχτα
σκεπάζοντας με λευκό όλα τα μελλούμενα άλλοθι.
θ’
Στο ξένο φως να λαμπυρίζουνε τα ραδιενεργά˙
καθένα με το χρόνο της ημιζωής του.
Γραμματικά επιταχύνονται˙
συμπίπτουν και συγκρούονται.
Δεν θέλει και πολύ ο χρόνος να σκοντάψει.
Κι’ απ’ τη φωνή τους τότε γατζωμένοι
οι θνητοί θα εξιχνιάζουνε τον ίσκιο τους.
Αυτό που δραπετεύει από τη σκιά σου
είναι το μεράδι που στερήθηκες
απ’ το δικό σου φως.
Που σε άλλη θητεία θα ωριμάσει˙
σε νέα πάθη ασκητεύοντας.
Όμως θάλλει μεστωμένο ακόμα
αυτό που κάνει την απουσία ορατή.
Έτσι και ξεχαστώ να γείρω απάνω του
το βλέμμα φυγόκεντρο θα παλινδρομήσει
σ’ άλλες εικόνες.
Αυτές ευδοκιμούν και χωρίς τις λέξεις.
Σε μετρήσιμα μεγέθη.
Με όλα τα ψυχανθή των κήπων αδαπάνητα˙
και τις ταξιανθίες ημιορατές˙
βίου παράλληλου συμβάντα.
ιζ’
Ύστερα η σκηνή είχε κατέβει στον κήπο.
Το πτυσσόμενο τραπεζάκι της μητέρας
πάντα στη θέση του.
Έλειπε ωστόσο η μητέρα-ο πρώτος νυχτοφύλακας.
Λόγια και λόγια, ακούστηκε πάλι η φωνή.
Την αναγνώρισα απ’ την βραχνάδα.
Ο ίδιος ο Νυκτουργός όμως κρυμμένος
στο σύδεντρο-σα νά ΄ταν μέρος του σκηνικού.
Το ξέρω, το ξέρω. Τις μέρες παριστάνει το δέντρο˙
το κούφιο εκμαγείο˙το σκιάχτρο για τις κουρούνες.
Σε βλέπω, κατεργάρη, που πας και μου κρύβεσαι.
Τον ίσκιο σου βλέπω˙που κρύβεται πίσω απ’ το
άγαλμα. Τον ίσκιο του αγάλματος δεν βλέπω.
Καθένας κι η κρυφή θητεία του˙
η φανερή απ’ την κρυφή
γυρεύει άλλοθι.
Λογής-λογής και της ψυχής τα υπέρτερα.
Λογής-λογής κι οι πρώτοι τη τάξει
θιασώτες του θανάτου˙οι εξ’ απορρήτων.
Άπαντες άρχοντες κατεπάνω και παραδυναστεύοντες.
Ευθύγραμμα παρατεταγμένοι˙
εις μάχιμον σχηματισμόν.
στο art bar ποιήματα και εγκλήματα
Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012 στις 8:30μμ
παρουσίαση της ποιητικής συλλογής
του Γιώργου Γεωργούση
Σωσίας Αγαλμάτων











Φιλοσοφική και γαλήνια θέαση της καθημερινότητας (υποδορίως και του θανάτου), διαπερνά και την Ωδή, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας του Γ.Γ.
Αθέατη εγκαρτέρηση. Η αποστασιοποιημένη παρουσία μετρά στην ποιότητα.
Μια ποιητική ανάμνηση, δημιούργημα του φίλου που κίνησε για μακριά:
Γιώργος Γεωργούσης
Ο ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ ή Η ΚΙΒΩΤΟΣ
Θ΄ αγρυπνούν εκεί, φαίνεται.
Το σπίτι σταματημένο καταμεσίς στη νύχτα
μ΄ αναμμένα τα φώτα του^
ξεχωρίζουν από μακρυά σαν καράβι στο πέλαγος.
Θα χτυπήσω συνθηματικά την ξύλινη πόρτα, είπε.
Αν δεν μ΄ ανοίξουν θ΄ ανέβω στο δέντρο^
εκεί θα κοιμηθώ βαθιά,
με απλωμένα τα δυό μου χέρια.
Διψώ^ αν βρέξει ώσπου να ξημερώσει
θα ξεδιψάσω.
Αν μ΄ ανοίξουν, θα φαρμακώσω το φαί τους^
μετά θα τους νίψω τα μάτια,
θα τους τυλίξω στο λινό σεντόνι,
θα τους καρφώσω στην πόρτα.
Το σπίτι θα το ρίξω στα νερά.
Κι όλα αυτά σιγά- σιγανά, στα μουγκά,
μη κι αγριέψω τον λύκο
που ξενυχτάει τον πεθαμένο.
Από την συλλογή ΠΗΛΙΝΗ ΦΥΣΗ, 2002