Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Κίρκη Κεφαλέα, ««Κραταια ως θάνατος αγάπη-Το Άσμα Ασμάτων στη Νεοελληνική Λογοτεχνία», εκδ. Gutenberg, 2015 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Μια σπουδαία μελέτη με αδικαιολόγητα όμως λάθη

`

Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο της Κίρκης Κεφαλέα «Κραταια ως θάνατος αγάπη-Το Άσμα Ασμάτων στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» και οφείλω να αναφέρω, ευθύς εξ αρχής, πως είναι μία από τις καλύτερες μελέτες που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Είναι μία μελέτη που έχει σαν αντικείμενο το «Άσμα Ασμάτων» και την απήχηση που είχε το ιερό αυτό ποίημα στη νεοελληνική ποίηση.
Στόχος αυτής της εργασίας, όπως αναφέρει και η συγγραφέας, στην εισαγωγή της, «είναι να μελετήσει διαχρονικά τις νεοελληνικές μεταφράσεις του Άσματος Ασμάτων, καθώς και να ερευνήσει την απήχηση αυτού του κειμένου στην νεοελληνική λογοτεχνία».
Με άλλα λόγια, η μελέτη παρακολουθεί τη συνομιλία των Νεοελλήνων ποιητών με το «Άσμα Ασμάτων». Και ο αναγνώστης θα μείνει έκπληκτος με το πόσοι και ποιοι ασχολήθηκαν με το ποίημα αυτό, στην προσπάθειά τους να το μεταφράσουν ή να το μεταγράψουν ή, καλύτερα, να το αποδώσουν στην νεοελληνική γλώσσα! Ο αριθμός τους ανέρχεται στους 33 και ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν τα ονόματα του Γιώργου Σεφέρη, του Μιχάλη Γκανά, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και άλλων σημαντικών νεοελλήνων ποιητών.
`

Η Κίρκη Κεφαλέα όμως, στη μελέτη της αφιερώνει και ένα μεγάλο κεφάλαιο για τους νεοέλληνες ποιητές που έχουν επηρεασθεί από το «Άσμα Ασμάτων», γεγονός που διαφαίνεται μέσα από το δικό τους λογοτεχνικό έργο, όπως ο Διονύσιος Σολωμός, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Γιωσέφ Ελιγιά, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Τάκης Παπατσώνης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Νικόλας Κάλας, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Παντελής Β. Πάσχος, ο Θεόδωρος Ξύδης, ο Κυριάκος Πλησής κ.α.. Ένα άλλο κεφάλαιο, αρκετά πιο μικρό όμως, αφιερώνεται σε αυτούς που έχουν μεταγράψει το «Άσμα Ασμάτων», όπως ο Δημήτρης Παπαρρηγόπουλος, ο Αλέξανδρος Σ. Κάσδαγλης κ.α..
`

Το βιβλίο-μελέτη της Κίρκης Κεφαλέα εκδόθηκε από το γνωστό αθηναϊκό οίκο Gutenberc και εντυπωσιάζει, πράγματι, για την εκτυπωτική αρτιότητά του! Δυστυχώς, το καλαίσθητο αυτό βιβλίο, με την αξιόλογη μελέτη της Κεφαλέα, περιέχει και κάποια αδικαιολόγητα λάθη, με αποτέλεσμα να διερωτώμαι αν ευθύνεται γι’ αυτά τα λάθη η συγγραφέας ή ο εκδοτικός οίκος. Εννοώ αν ευθύνεται και το άτομο που έχει διορθώσει ή το άτομο που είχε αναλάβει την επιμέλεια του βιβλίου.
Συγκεκριμένα, στην σελίδα 203, στο σονέτο του Διονυσίου Σολωμού υπάρχουν και οι εξής στίχοι:
`

Στον αμπελώνα ολόγυρα θα παρατηρείς
αν ο ωραίος καιρός που περιμένεις έγινε γλυκός,
και με το δικό σου χέρι θα τον τρυγάς.

`

Έχω τη γνώμη όμως πως η λέξη καιρός αντιγράφηκε λάθος στο στίχο. Η σωστή λέξη, που αρμόζει στο συγκεκριμένο στίχο, είναι καρπός. Γιατί ο καιρός, κατά την άποψή μου, ούτε γλυκαίνει ούτε και τρυγάται.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Στη Φυσική, το Φαινόμενο λέγεται “Ταλάντωση”»/ Δοκίμιο Ποιητικής [Β΄ ΜΕΡΟΣ] (γράφει ο Αλέξης Πολίτης)

`

Το Α’  ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

`

«Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων» έγραφε ο Καβάφης:

«Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα
γητεύματος», είπ’ ένας αισθητής,
« ποιο απόσταγμα κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο,
που για μια μέρα (αν περισσότερο
δεν φθάνει η δύναμίς-του), ή και για λίγην ώρα
τα είκοσι τρία-μου χρόνια να με φέρει
ξανά∙ τον φίλον-μου στα είκοσι δυό-του χρόνια …

`

Μήπως μπορούμε να διαβάσουμε αυτό το κατεξοχήν ερωτικό ποίημα και σαν ποίημα ποιητικής; Μήπως μπορούμε να παρομοιάσουμε την ποίηση με την αλχημεία; Δουλειά και στόχος του ποιητή δεν είναι να μετουσιώνει τα ευτελή υλικά σε πολύτιμα; Να παίρνει λέξεις κοινές, τετριμμένες, καθημερινές, και μ’ έναν τρόπο που ποτέ δεν μπορούμε ν’ αναλύσουμε επακριβώς, να μετατρέπει την ίδια την ουσία-τους;
Και ποιες είναι οι ιδιότητες του χρυσού, του άργυρου ή των διαμαντιών; Σίγουρα το ότι λάμπουν –αστράφτουν είναι πιο πετυχημένος ορισμός–, αλλά δεν είναι μόνο αυτή. Είναι και –εξίσου σπουδαίο, εξίσου πολύτιμο– ότι δεν αλλοιώνονται με τον χρόνο, δεν σκουριάζουν, διατηρούν πάντα την λαμπράδα-τους.
Η λογοτεχνία, όπως και οι τέχνες γενικότερα, εμπεριέχουν μία αίτηση ακύρωσης της ιστορίας. Γράφοντας, ζωγραφίζοντας, σκαλίζοντας τον πηλό ή το μάρμαρο, ο καλλιτέχνης προσπαθεί να νικήσει τον χρόνο, να φτιάξει κάτι ες αεί. Και πραγματικά, ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Βιργίλιος μπορούν να μας συντροφεύουν ακόμα ασχολίαστοι, το ίδιο όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Προυστ ή ο Μποντλέρ· πόσες φορές μπροστά στον μονόλογο του Άμλετ ή στο χαμόγελο του Αιγινήτη τοξότη δεν ξεχνάμε ότι μας χωρίζουν κάποιοι αιώνες, μαζί και τεράστιες κοινωνικές αλλαγές;

Ο ποιητής λοιπόν, σαν τον αλχημιστή, τον αρχαίο Ελληνοσύρο μάγο, παλεύει με τον χρόνο∙ θέλει να τον υποτάξει, να του ξεφύγει, θέλει το έργο-του ν’ αντέξει. Για να το πετύχει πρέπει να μεταλλάξει τις λέξεις να τις μετατρέψει από κοινές και τυχαίες σε πολύτιμες, λαμπερές και άφθαρτες. Κι όπως οι αλχημιστές το προσπαθούσαν, παίρνοντας τα πιο κοινά υλικά και συνταιριάζοντάς-τα με άλλα, εξίσου ταπεινά, αναζητώντας όμως περίπλοκους κι ευφάνταστους συνδυασμούς, με την ελπίδα να βρουν τελικά μια νέα αρμονία. Οι αλχημιστές απέτυχαν∙ κάποιοι ποιητές όμως κάποτε το πετυχαίνουν – αλλά προσοχή, ο Καβάφης ξέρει κάτι περισσότερο: «που για μια μέρα (αν περισσότερο δεν φθάνει η δύναμίς-του), ή και για λίγην ώρα …». Το καλό ποίημα μπορεί ν’ αντέχει στην αιωνιότητα, αλλά όχι στην ώρα – η ποίηση κρατάει λίγο, είναι μια παρένθεση, κάτι εμβόλιμο στην καθημερινότητα.

Κάτι εμβόλιμο, προσωρινό, αλλά αποδεκτό από όλους∙ η ποίηση δεν είναι για λίγους, για τους μυημένους. Δεν το πιστεύουν όλοι αυτό, αλλά έχουν λάθος, ή μάλλον –ας αφήσουμε στην άκρη αυτούς που τους αρέσει να μας τρομοκρατούν, για να νιώθουν πιο έξυπνοι, πιο σπουδαίοι– κι ας σκεφτούμε τους άλλους τους τρομοκρατημένους. «Δεν μου αρέσει η ποίηση, δεν την καταλαβαίνω», δηλώνουν. Μην τους πιστεύετε. Υπάρχει άνθρωπος που όταν ήταν παιδί να μην του άρεσαν τα παραμύθια; Που να έλεγε στη μάνα ή τη γιαγιά-του, «αχ, δεν μπορώ ν’ ακούω σαχλαμάρες για ανύπαρκτα βασιλόπουλα, για δράκους, και τέτοια!». Που να μην ανοίγεται δηλαδή στη φαντασία, να μην ονειρεύεται φανταστικούς, υπέροχους ή φρικτούς κόσμους; «Μα τα παραμύθια είναι απλά, η ποίηση είναι δύσκολη, κι εγώ δεν ξέρω…». Τίποτα δεν χρειάζεται να ξέρουμε, χρειάζεται απλώς να προσέχουμε. Ναι, είναι φορές που η δισημία, ο υπαινιγμός που είπαμε πιο πριν δεν διακρίνεται με την πρώτη – καμιά φορά ούτε με τη δεύτερη. Να ομολογήσω ότι είναι ποιήματα που νιώθω αδυναμία να τα ξεκλειδώσω; Σίγουρα, και πολλά. Ε, τα αφήνω στην άκρη, και περνάω σε άλλα – κι αυτό το κάνω κι εγώ, κι εσείς, κι όχι μόνο με τη λογοτεχνία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Ρεούσης προς Κώστα Ριτσώνη: «Συστημένη επιστολή μέσω ουράνιου ταχυδρομείου»

Έφυγε, στις 14 του Ιούλη που μας πέρασε, κι εγώ που μια χρονιά ακόμη πετάχτηκα απʼ τον ύπνο την επόμενη πριν με προλάβουν οι σειρήνες, δέχτηκα το μήνυμα της αποδημίας του και πέτρωσε το νερό στο μάτι μου.
Πώς είναι δυνατόν, να έχεις περίπου ένα μήνα πριν, στις 24 του Ιούνη, ανταλλάξει ηλεκτρονικά μηνύματα κι ευχηθεί για τα 69α γενέθλιά του. Πώς είναι δυνατόν, να ανανεώνεις την επαφή με την ευχή της συνάντησης, εδώ κάτω στο νησί. Πώς είναι δυνατόν, να έχεις μιλήσει στο τηλέφωνο μαζί του πριν ένα χρόνο, και να συζητάτε την κάθοδό του στη Λευκωσία σχεδιάζοντας την εμφάνισή του στο «Καφενείο 11», του Πασχάλη, στην παλιά πόλη, με το τρίχορδο μπουζούκι του και τα «Τραγούδια στα μακάμια».
Στόφα ανθρώπου άλλη, πάστα εκλεκτή, γόης κι ο πόνος ο επάρατος καλά κρυμμένος να τόνε σιγοτρώει. Έτσι είναι, όταν την έχεις ψυλλιαστεί πως τελειώνει το λάδι στο καντήλι σου, δεν θέλεις να στενοχωρήσεις κανέναν. Θέλεις, ίσως, να ζήσεις ακόμη πιο έντονα, να ερωτευτείς ξανά τις ίδιες γυναίκες κι ακόμη περισσότερες, να αγαπήσεις με περισσό πάθος, να πιεις κι άλλο κρασάκι-διαμαντάκι, να τραγουδήσεις, να γράψεις… να αγκαλιαστείς όμορφος, αν και με πίκρα, με τον Θάνατο και να συνεχίσεις σʼ άλλη κατάσταση και διάσταση τα περπατήματα της Ψυχής σου.
Δεν θα αργήσω να έρθω να σου σφίξω το χέρι, να σʼ αγκαλιάσω όπως εσύ με την «Αγκαλιά» σου, σʼ εκείνη την αφιέρωση που εγείρει επανάσταση και με την επιστολή σου με τα ονόματα των κοριτσιών (ξέρεις εσύ, στʼ ακαριαίο κι ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού). Δεν θα αποχωριστώ ποτέ τις «Τσίλιες» σου, με τον γραφικό σου χαρακτήρα και το εξαίσιο σχέδιο με την αναγνωρισιμότητα του δικού σου χρωστήρα. Δεν θα δανείσω ποτέ και σε κανέναν/καμία πάσα ένα/μία έστω και για ένα βλεφάριασμα τα «151 ποιήματα» -με τον γραφικό σου χαρακτήρα και πάλι (τώρα που τον ξανακοιτώ) να έχει αλλάξει κι η αφιέρωση σου για πρώτη φορά σύντομη (έφευγες, καλέ μου Κώστα)- για να πάψει αυτό το ανελέητο μαγάρισμα που υφίσταμαι κοντά δυο δεκαετίες στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου όπου, φευ, επαναπατρίστηκα. Δεν θα το μετανιώσω ποτέ που δάνεισα τα «Τραγούδια στα μακάμια» -μαζί με το δίσκο ακτίνας με τη φωνούλα σου να τραγουδά τους δικούς σου στίχους, τις δικές σου συνθέσεις, τα δικά σου μακάμια- στους φίλους, καφετζήδες, ρεμπέτες και μουσικούς και πάνω απʼ όλα ανθρώπους της αχάριστης αυτής πρωτεύουσας, πολίχνης, γειτονιάς μου, Γιώργο Φούντο και Πασχάλη. Δεν θα παραλείπω ποτέ να σε φέρνω πάντα στην κουβέντα με την εκλεκτή μας φίλη ποιήτρια, κυρία Αλεξάνδρα Μπακονίκα, έστω και τηλεφωνικά, έστω και διαδικτυακά, έστω και ταχυδρομικά.
Άμποτε νʼ ανέβω στη Σαλονίκη, κι εκεί στην Τούμπα, να αναζητήσω κανένα κουτουκάκι να τα κουτσοπιώ στην ολοζώντανη μνήμη και παρουσία σου. Τα λέμε σύντομα, όμως έως τότε επίτρεψέ μου να σου ψιθυρίσω ένα στίχο, στο πρωτότυπο, του μεγάλου Ισπανού, κι απόλυτου δημιουργού, κι αγαπημένου όλων μας, δολοφονημένου ποιητή Federico García Lorca: «Las estrellas de la noche se volvieron siemprevivas».

Συνοικία Αγίων Ομολογητών, Λευκωσία, 10.2015

Ύστερη Γραφή
Το κείμενο μαζί με άλλα στοιχεία για τον Κώστα Ριτσώνη (24.6.1946-14.7.2015) δημοσιεύτηκε στο «Ηδύφωνο» της Κυριακάτικης Σημερινής, 25.10.2015, με το πατρώνυμό μου, Κώστας Παπαθανασίου
.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Χρηστέας, Ο καλόγερος


Στο μοναστήρι στο βουνό,στην ερημιά,δυο άντρες πίνουν•ώρες•Άγιοι κοιτάζουν σκυθρωποί απʼτις εικόνες,καίει το τζάκι στη γωνιά•μέσα καπνοί,έξω αστραπές,σκοτάδι πίσσα.
Δεν μιλάνε.
Καλόγερος σκυφτός,βαρύς,νέος ακόμα•γένια-μαλλιά κατάμαυρα,μάτι πυρακτωμένο•βγάζει γλύκα,καλοσύνη•παιδεμό.Ο χοντρός απέναντί του•βουνό σάρκινο•μαλλί κομμένο σύριζα,σπαρμένος τσαμπουκάδες,χαρακιές•όλο γεμίζει απʼτη μισή τα ποτηράκια ξεροσφύρι.
-Άσπρο!
-Εβίβα!
-Γέροντα,την ευχή σου!
-Μη με κολάζεις,άθλιε! ψευτοθύμωνε ο παππάς.
-Εντάξει,γέροντα,ήμαρτον•άσπρο,πάμε!
-Άσπρο,ευλογημένε!
-Στις χαρές μας
-Στις λύπες μας!που άνθρωπους μας κάνουν!πουʼλεγε κι ο μπαμπάς..αχ..πατέρα μου..έκανε ο χοντρός νοσταλγικά.
…Ακούγοντας αυτό,στέναξε ο παππάς•έσμιξε φρύδια.
-Πατέρας..ποιος πατέρας;είπε,στάζοντας παράπονο
-Αυτός εκεί, είπε ο χοντρός,δείχνοντας πάνω
-Ναι..αλλά.. εδώ,στη γη,ποιος είναι;πως τον λένε;αναρωτιέμαι μια ζωή.
-Μην ψάχνεις,πάτερ μου..είπε και ξαναγέμισε ο χοντρός.
Όσο και να ʼπινε,δεν θόλωνε ποτέ.
-Εύκολο να το λες εσύ..δεν ήσουν στο Ίδρυμα..δεν έφαγες την παγωνιά,το ξύλο..
-Πνίχʼτα στον κράσο,πάτερ•δεν αλλάζουν.
-Μα.. θα μεθύσω,ευλογημένε!
-Αμάρτησε νʼαγιάσεις•άντε γειά μας!
-Ναι.Σάμπως δεν είμαι αμαρτωλός στο βάθος!χαμογέλασε ο παππάς-και σφίγγοντας γερά το κρασοπότηρο,κατέβασε άσπρο πάτο,πότισαν τα γένια του•οσμές από λιβάνι και ρετσίνα τον τυλίξαν.
-Έτσι σε θέλω!σιγοντάρισε ο χοντρός.
Ο παππάς όμως σκοτείνιασε•έπιασε το κεφάλι,λιονταρίσιο,στα δυο χέρια κι είπε σιγανά,σπαραχτικά
-Αχ,μάνα μου..
-Άλλαξε θέμα,γέροντα..
-Μʼαν η μάνα μου..

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Χατζιδάκις, «Η λιπόθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές»


`

* Σήμερα συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι

`

Θέλω να φλυαρήσω αλλά οικοδομημένα, σε μιαν αυθαίρετη – αν θέλετε – διαδρομή συλλογισμών και συμπερασμάτων, όπου οι λέξεις που θα μεταχειριστώ, θα μιλάν για τις λέξεις που δεν τολμώ να μεταχειριστώ και που, τέλος, δεν πρόκειται να ολοκληρώσουν ένα θέμα, ένα κείμενο, που να φωτίσει εσάς που θα μ’ ακούσετε περισσότερο απ’ όσους δεν μ’ ακούσουν.
Τότε θα πείτε, γιατί μιλώ. Γιατί δεν έχει νόημα να σου λένε μίλησε κι εσύ να μη μιλάς – πρώτον. Δεύτερον, γιατί είναι πειρασμός ν’ αποφασίσεις να μιλήσεις χωρίς να ’χεις να πεις κάτι σοφό ή διαφωτιστικό ή κάτι τέλος πάντων που να σου καίει τα σωθικά και να πρέπει με κάθε τρόπο να ειπωθεί στους άλλους. Και τέλος, γιατί μ’ ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι’ αυτές.
Εδώ πρέπει ν’ αποκαλύψω πως όταν οι λέξεις έρχονται σ’ επαφή μ’ αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ’ όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου.
Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι’ αυτήν που θα ταιριάξει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν’ αργοκυλά στον νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεββάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός.
Απορρίπτει τη σκόνη από την καθημερινή της χρήση και ξαναπαίρνει την αρχική της πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής της. Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ’ απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση – που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν’ αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις. Γιατί – ο Ζίντ λέει – δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία απ’ την ανάμνησή της. Το ίδιο και με τη λέξη. Τίποτα πιο άχρηστο κι οδυνηρό για μια καινούργια της παρουσία απ’ την ανάμνηση των χρήσεών της. Η Ποίηση ξέρει να τη θεραπεύει. Εκείνη μόνο την αποκαλύπτει και τότε μόνο η Μουσική την δέχεται για σύντροφο παντοτινό. Η λέξη, είπαμε, πριν συζευχθεί τον ειδικώς τακτοποιηθέντα ήχο, γίνεται άμορφο σχήμα, σύνολο συλλαβών και φωνηέντων. Όμως σαν φράση-στίχος, σαν μια γραμμική σειρά λέξεων, διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και οφείλει να τον διατηρήσει και η Μουσική. Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπ’ όψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιαν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία. Κι έτσι παρουσιάζεται αυτή η ιδιότυπη αντίθεση λέξης και στίχου, στη μουσική τους μεταμόρφωση. Ενώ η λέξη οφείλει να ξαναρυθμιστεί απ’ τα «εξ ων συνετέθη», η φράση-στίχος διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και τοποθετείται μες στη Μουσική, με μια αντίστοιχη ή σχετική ρυθμική μορφή.
Και με τη λέξη ξαναγεννημένη και τοποθετημένη σε μια ειδική αλλά πέρα για πέρα σχετική ηχητική σειρά, αρχίζει το τραγούδι. Μπορεί όμως να υπάρχει ένα τραγούδι χωρίς λέξεις; Σε μια πρώτη σκέψη, όχι, δεν είναι δυνατόν. Όμως ο Μπρασένς λέει στο τραγούδι του «Η ομπρέλλα»:

Κάτω απ’ τη σκέπη μιας μικρής ομπρέλλας
τι τρυφερό που είναι το τραγούδι της βροχής.

Διαβάστε περισσότερα