`

Το Α’  ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

`

«Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων» έγραφε ο Καβάφης:

«Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα
γητεύματος», είπ’ ένας αισθητής,
« ποιο απόσταγμα κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο,
που για μια μέρα (αν περισσότερο
δεν φθάνει η δύναμίς-του), ή και για λίγην ώρα
τα είκοσι τρία-μου χρόνια να με φέρει
ξανά∙ τον φίλον-μου στα είκοσι δυό-του χρόνια …

`

Μήπως μπορούμε να διαβάσουμε αυτό το κατεξοχήν ερωτικό ποίημα και σαν ποίημα ποιητικής; Μήπως μπορούμε να παρομοιάσουμε την ποίηση με την αλχημεία; Δουλειά και στόχος του ποιητή δεν είναι να μετουσιώνει τα ευτελή υλικά σε πολύτιμα; Να παίρνει λέξεις κοινές, τετριμμένες, καθημερινές, και μ’ έναν τρόπο που ποτέ δεν μπορούμε ν’ αναλύσουμε επακριβώς, να μετατρέπει την ίδια την ουσία-τους;
Και ποιες είναι οι ιδιότητες του χρυσού, του άργυρου ή των διαμαντιών; Σίγουρα το ότι λάμπουν –αστράφτουν είναι πιο πετυχημένος ορισμός–, αλλά δεν είναι μόνο αυτή. Είναι και –εξίσου σπουδαίο, εξίσου πολύτιμο– ότι δεν αλλοιώνονται με τον χρόνο, δεν σκουριάζουν, διατηρούν πάντα την λαμπράδα-τους.
Η λογοτεχνία, όπως και οι τέχνες γενικότερα, εμπεριέχουν μία αίτηση ακύρωσης της ιστορίας. Γράφοντας, ζωγραφίζοντας, σκαλίζοντας τον πηλό ή το μάρμαρο, ο καλλιτέχνης προσπαθεί να νικήσει τον χρόνο, να φτιάξει κάτι ες αεί. Και πραγματικά, ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Βιργίλιος μπορούν να μας συντροφεύουν ακόμα ασχολίαστοι, το ίδιο όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Προυστ ή ο Μποντλέρ· πόσες φορές μπροστά στον μονόλογο του Άμλετ ή στο χαμόγελο του Αιγινήτη τοξότη δεν ξεχνάμε ότι μας χωρίζουν κάποιοι αιώνες, μαζί και τεράστιες κοινωνικές αλλαγές;

Ο ποιητής λοιπόν, σαν τον αλχημιστή, τον αρχαίο Ελληνοσύρο μάγο, παλεύει με τον χρόνο∙ θέλει να τον υποτάξει, να του ξεφύγει, θέλει το έργο-του ν’ αντέξει. Για να το πετύχει πρέπει να μεταλλάξει τις λέξεις να τις μετατρέψει από κοινές και τυχαίες σε πολύτιμες, λαμπερές και άφθαρτες. Κι όπως οι αλχημιστές το προσπαθούσαν, παίρνοντας τα πιο κοινά υλικά και συνταιριάζοντάς-τα με άλλα, εξίσου ταπεινά, αναζητώντας όμως περίπλοκους κι ευφάνταστους συνδυασμούς, με την ελπίδα να βρουν τελικά μια νέα αρμονία. Οι αλχημιστές απέτυχαν∙ κάποιοι ποιητές όμως κάποτε το πετυχαίνουν – αλλά προσοχή, ο Καβάφης ξέρει κάτι περισσότερο: «που για μια μέρα (αν περισσότερο δεν φθάνει η δύναμίς-του), ή και για λίγην ώρα …». Το καλό ποίημα μπορεί ν’ αντέχει στην αιωνιότητα, αλλά όχι στην ώρα – η ποίηση κρατάει λίγο, είναι μια παρένθεση, κάτι εμβόλιμο στην καθημερινότητα.

Κάτι εμβόλιμο, προσωρινό, αλλά αποδεκτό από όλους∙ η ποίηση δεν είναι για λίγους, για τους μυημένους. Δεν το πιστεύουν όλοι αυτό, αλλά έχουν λάθος, ή μάλλον –ας αφήσουμε στην άκρη αυτούς που τους αρέσει να μας τρομοκρατούν, για να νιώθουν πιο έξυπνοι, πιο σπουδαίοι– κι ας σκεφτούμε τους άλλους τους τρομοκρατημένους. «Δεν μου αρέσει η ποίηση, δεν την καταλαβαίνω», δηλώνουν. Μην τους πιστεύετε. Υπάρχει άνθρωπος που όταν ήταν παιδί να μην του άρεσαν τα παραμύθια; Που να έλεγε στη μάνα ή τη γιαγιά-του, «αχ, δεν μπορώ ν’ ακούω σαχλαμάρες για ανύπαρκτα βασιλόπουλα, για δράκους, και τέτοια!». Που να μην ανοίγεται δηλαδή στη φαντασία, να μην ονειρεύεται φανταστικούς, υπέροχους ή φρικτούς κόσμους; «Μα τα παραμύθια είναι απλά, η ποίηση είναι δύσκολη, κι εγώ δεν ξέρω…». Τίποτα δεν χρειάζεται να ξέρουμε, χρειάζεται απλώς να προσέχουμε. Ναι, είναι φορές που η δισημία, ο υπαινιγμός που είπαμε πιο πριν δεν διακρίνεται με την πρώτη – καμιά φορά ούτε με τη δεύτερη. Να ομολογήσω ότι είναι ποιήματα που νιώθω αδυναμία να τα ξεκλειδώσω; Σίγουρα, και πολλά. Ε, τα αφήνω στην άκρη, και περνάω σε άλλα – κι αυτό το κάνω κι εγώ, κι εσείς, κι όχι μόνο με τη λογοτεχνία.

Ερρίκος Χάινε

Τρέχει, και στον ήλιο λάμπει, το ποτάμι.
–Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!
Πλάγι στο ποτάμι νέα βοσκοπούλα
Πλέκει με λουλούδια δροσερό στεφάνι

Και μοσχομυρίζουν τα λουλούδια όλα…
–Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!
Κι η καρδιά της λέει και αναστενάζει·
Αχ, ποιανού να δώσω τ’ όμορφο στεφάνι;

Νέος καβαλάρης βγαίνει στο ποτάμι
και την χαιρετάει με φαιδρό καμάρι.
Τον κοιτάζει εκείνη… Φεύγει τ’ άλογό του,
κι η καρδιά της φεύγει με τον καβαλάρη.

Κλαίει, και στο ποτάμι ρίχνει η βοσκοπούλα
τα λουλούδια όλα, κι όλο το στεφάνι .
Και ψηλά τ’ αηδόνια τραγουδούν και λένε·
–Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!

`

Να το πούμε αυτό το ποίημα «ένα παραμύθι για μεγάλους;» Γιατί όχι; Ξέρετε τί φοβάμαι με κάτι τέτοια «απλά» ποιήματα; την αδιαφορία. «Μα τί λέει αυτό το ποίημα, τίποτα δεν λέει!». Ναι, χτίστηκε στη θέση του τίποτα για να εκφράσει το τίποτα, το πόσο σοβαρό και σημαντικό είναι αυτό το τίποτα. Προσοχή∙ δεν υπάρχει έρωτας, δεν υπάρχει πόθος, ούτε πόνος. Ένα στιγμιότυπο καθημερινό: όταν βρούμε κάτι όμορφο, πολύ περισσότερο όταν τό ’χουμε φτιάξει με τα χέρια-μας, δεν θέλουμε να το χαρίσουμε κάπου; Και πόσες φορές, όχι μόνο οι μικρές βοσκοπούλες, μα κι οι μεγαλύτερες, δεν συναντάν τυχαία κάποιο πρόσωπο ελκυστικό, και δεν φτιάχνουν για μια στιγμή ένα φανταστικό ειδύλλιο με τον νού-τους. Νομίζετε πως ο καβαλάρης δεν θά ’θελε κι αυτός να του χαρίσουν το στεφάνι; Μα δεν τόλμησε, ούτε η μια ούτε ο άλλος. Ούτε κι εσείς δεν θα τολμούσατε –θέλω να πω, απέναντι στις πέντε ή τις δέκα που έχετε τολμήσει είναι χιλιάδες οι φορές που δεν τολμήσατε. Τίποτε δεν έγινε, η στιγμή όμως ήταν γλυκιά, κι άφησε μια μικρή πίκρα: «Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!». Βρίσκω πιο ενδιαφέρον –και πιο δύσκολο– να φωτογραφήσεις το ανάλαφρο αυτό στιγμιότυπο, παρά να μιλάς για αιώνιους έρωτες που ποτέ δεν σβήνουν. Πιο ενδιαφέρον επειδή είναι πιο αληθινό.

Η κατανόηση απαιτεί προσοχή. Το «προσέχω» δεν είναι εύκολη υπόθεση, κι υπάρχουν κάποιοι τρόποι να τη διευκολύνουμε. Είπαμε πιο πριν για τα παραμύθια∙ στα παιδιά αρέσει ν’ ακούν και ξανακούν το ίδιο παραμύθι. Η ποίηση χρειάζεται την επανάληψη. Ξανά και ξανά λοιπόν∙ διαβάζω και ξαναδιαβάζω, αργά, επιμένοντας υπόγεια στη σύνδεση κάθε λέξης με τις υπόλοιπες. Τί θα πει αυτό; Θα πει πως αναζητώ τη συντακτική δομή (ποιο το υποκείμενο του ρήματος; αυτή η λέξη με ποια συνδέεται, κλπ.), αναζητώ τα σημεία που ο ποιητής έχει θέσει στη διάθεσή-μου: παύσεις ορατές τυπογραφικά, ηχητικά κόλπα (δεν είναι μόνο οι ρίμες, είναι και η έλλειψή-τους, ή αντίθετα ο τονισμός-τους∙ είναι κάποιες σημαίνουσες παρηχήσεις), ενδεχομένως μετρικά κόλπα (παρατονισμοί, διασκελισμοί, «Τόσα πέφτουνε τα θέρι-| σμένα αστάχυα εις τους αγρούς», από τον Ύμνο του Σολωμού, κλπ.), σχέση του τίτλου με το κείμενο, και άλλα, ίσως πολλά άλλα.
Έπειτα, διαβάζω φωναχτά, δηλαδή και με τα μάτια και με τ’ αφτιά. Ακόμα κι αν δεν εκφέρω τον λόγο, ακόμα κι αν δεν βγάζω ήχο, το ποίημα πάντα το διαβάζουμε φωναχτά από μέσα-μας: προσέχουμε δηλαδή και τους ήχους, τον ρυθμό. Στο ποίημα οι λέξεις χορεύουν έλεγε ο Σεφέρης, στο πεζό περπατούν. Τί σημαίνει αυτό; Χορεύοντας δεν θέλω να πάω κάπου, θέλω να φανερώσω μια διάθεση. Θέλω να δείξω κάτι, όχι απλώς να το πω. «Τα ποιήματα, αγαπητέ-μου, δεν γράφονται με ιδέες, αλλά με λέξεις» – το είπε ο ποιητής Μαλλαρμέ στον ζωγράφο Ντεγκά, κι έκτοτε το επαναλαμβάνουν πολλοί. Εντάξει, ο ρυθμός, η μουσικότητα, αλλά οι λέξεις κάτι πρέπει να λένε. Το αόριστο συναίσθημα ενός άγνωστού-μου δεν μου λέει τίποτε, δεν μ’ ενδιαφέρει. Για να μπω στον κόσμο του ποιητή κάτι πρέπει να με τραβήξει, πρέπει να έχει κάτι να μου πει.
`

Αλλά μερικές φορές το κείμενο εξακολουθεί να αντιστέκεται, να μην το εννοούμε. Ένας δικός-μου δάσκαλος μας πρότεινε «τότε, πιάνουμε χαρτί και μολύβι και αντιγράφουμε το ποίημα. Γιατι τότε μόνο το προσέχουμε πραγματικά» (Γ. Π. Σαββίδης). Και είχε δίκιο∙ μπορεί να βαριόμαστε να το κάνουμε, αλλά αν ξεπεράσουμε τη βαρεμάρα, κερδίζουμε.
Τέλος, αυτό το τίποτα ή το κάτι που θέλει να μου μεταδώσει ο ποιητής δεν εκφράζεται, είπαμε, με ιδέες –δηλαδή ωμά, η σκέψη-του– ούτε όμως και με λέξεις, δηλαδή απλώς ήχους. Εκφράζεται με εικόνες. Το μεγάλο μυστικό – μεγάλο, γιατί πολλοί δεν το ξέρουν ή το ξεχνούν. Γιατι, αφού δούμε προσεχτικά το νόημα, επιμένουμε, πια στις λεπτομέρειες∙ η λογοτεχνία –όπως κι ο διάβολος– κρύβεται στις λεπτoμέρειες: για ποιο λόγο άραγε ο Λευτέρης Πούλιος, εκεί που περιγράφει έναν δρόμο, «Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια, κάποιο ποδήλατο, και κανένα σπουργίτι, που κυλά τις αόρατες ρόδες-του πάνω στην άσφαλτο», για ποιο λόγο σκέφτηκε την παράλογη εικόνα, ένα σπουργίτι να κυλά τις ρόδες-του; Αν ήμασταν σκηνοθέτες, πως θα δείχναμε την εικόνα; Μα, τα πηδηματάκια του σπουργίτη είναι τόσο μικρά, τοσοδούτσικα, που πώς αλλιώς να τα περιγράψεις; Και το δεξαμενόπλοιο πάλι; Κούρσες, κάτι μεγαλύτερο, τα πούλμαν, μετά;
Αλλά καλύτερα να τελειώσουμε διαβάζοντας προσεχτικά, με το μολύβι στο χέρι, που λένε, ένα ακόμα ποίημα.

Γιώργης Παυλόπουλος

Τ Ο Κ Α Τ Ω Γ Ι
(Μνήμη του Μακρυγιάννη)

Στον Ποιητή Γιώργο Σεφέρη

Βρεθήκαμε κλεισμένοι τότε με τον ποιητή σ’ ένα παλιό σπίτι
κι άρχισα πάλι να ψάχνω για κάτι χαρτιά ενός δικού μας
που γύρευε Δικαιοσύνη
ακούγοντας ολοένα τη φωνή του να λιγοστεύει χωρίς να παραδίνεται
τη φωνή του ν’ αντέχει όσο είναι ο κόσμος τούτος κι ακόμη
όταν κανένας πια δε θα υπάρχει.

Ήταν σκοτεινά κι ανάβοντας το λυχνάρι για να φωτιστούμε
είδα μια κασέλα και την άνοιξα με την τρεμούλα της ελπίδας
όμως δε βρήκα τίποτε, μονάχα σκόνη από φθαρμένα
πράγματα που έλιωναν και τά ’τρωγε ο καιρός
και μια πιστόλα φυλαγμένη στο βάθος· δοκίμασα θαρρώ να την κρατήσω.

Ο αγέρας κατεβαίνοντας από το κάστρο δαιμόνιζε το σπίτι
και στο κατώγι θά ’λεγες πως κάποιος ξεκάρφωνε τους νεκρούς
χώμα και κόκαλα. Έπειτα ησυχία. Και πάλι ο αγέρας
σαν ποδοβολητό αλόγου κοντά στον τοίχο του περιβολιού
έφευγε ξαναγύριζε και ξαφνικά πηδώντας το λάκκο του ονείρου μου
μπήκε στην αυλή, ακούστηκαν στις πλάκες καθαρά τα πέταλά του
πέρασε τα χαγιάτια κι ανέβηκε τριποδίζοντας τη σκάλα.
Σπρώχνοντας τότε την πόρτα στάθηκε ανάμεσά μας
λυτό ξεκαπίστρωτο λαχανιάζοντας ιδρωμένο ένα άσπρο άλογο.
Μας κοίταξε περίλυπο στα μάτια και σηκώνοντας το πόδι
χτύπησε δυνατά στο πάτωμα με την οπλή κι έσπασε το σανίδι.
«Σκύψε, τί βλέπεις;» μου είπε ο Ποιητής
και γονατίζοντας πάνω από το μαύρο άνοιγμα
είδα και γνώρισα κει κάτω πλήθος αλυσοδεμένους
γεμάτο το κατώγι λιωμένα κορμιά που στενάζανε γύρευαν Δικαιοσύνη.

Έτσι με πήρανε τα κλάματα καθώς ξημέρωνε
και βγήκα κι ακούμπησα στον τοίχο του περιβολιού.
Γύρω μου κανείς. Μήτε ο Ποιητής μήτε το άσπρο άλογο.
Χάραζε η μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω από τα κυπαρίσσια
το φως ενός σπαθιού κρεμόταν στον αγέρα.

Απρίλης 1969

`

* Το κείμενο που διαβάστηκε στην ημερίδα για την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» που οργάνωσε στο Ρέθυμνο το Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Πανεπιστημίου Κρήτης στις 21.3.2013