Στο μοναστήρι στο βουνό,στην ερημιά,δυο άντρες πίνουν•ώρες•Άγιοι κοιτάζουν σκυθρωποί απʼτις εικόνες,καίει το τζάκι στη γωνιά•μέσα καπνοί,έξω αστραπές,σκοτάδι πίσσα.
Δεν μιλάνε.
Καλόγερος σκυφτός,βαρύς,νέος ακόμα•γένια-μαλλιά κατάμαυρα,μάτι πυρακτωμένο•βγάζει γλύκα,καλοσύνη•παιδεμό.Ο χοντρός απέναντί του•βουνό σάρκινο•μαλλί κομμένο σύριζα,σπαρμένος τσαμπουκάδες,χαρακιές•όλο γεμίζει απʼτη μισή τα ποτηράκια ξεροσφύρι.
-Άσπρο!
-Εβίβα!
-Γέροντα,την ευχή σου!
-Μη με κολάζεις,άθλιε! ψευτοθύμωνε ο παππάς.
-Εντάξει,γέροντα,ήμαρτον•άσπρο,πάμε!
-Άσπρο,ευλογημένε!
-Στις χαρές μας
-Στις λύπες μας!που άνθρωπους μας κάνουν!πουʼλεγε κι ο μπαμπάς..αχ..πατέρα μου..έκανε ο χοντρός νοσταλγικά.
…Ακούγοντας αυτό,στέναξε ο παππάς•έσμιξε φρύδια.
-Πατέρας..ποιος πατέρας;είπε,στάζοντας παράπονο
-Αυτός εκεί, είπε ο χοντρός,δείχνοντας πάνω
-Ναι..αλλά.. εδώ,στη γη,ποιος είναι;πως τον λένε;αναρωτιέμαι μια ζωή.
-Μην ψάχνεις,πάτερ μου..είπε και ξαναγέμισε ο χοντρός.
Όσο και να ʼπινε,δεν θόλωνε ποτέ.
-Εύκολο να το λες εσύ..δεν ήσουν στο Ίδρυμα..δεν έφαγες την παγωνιά,το ξύλο..
-Πνίχʼτα στον κράσο,πάτερ•δεν αλλάζουν.
-Μα.. θα μεθύσω,ευλογημένε!
-Αμάρτησε νʼαγιάσεις•άντε γειά μας!
-Ναι.Σάμπως δεν είμαι αμαρτωλός στο βάθος!χαμογέλασε ο παππάς-και σφίγγοντας γερά το κρασοπότηρο,κατέβασε άσπρο πάτο,πότισαν τα γένια του•οσμές από λιβάνι και ρετσίνα τον τυλίξαν.
-Έτσι σε θέλω!σιγοντάρισε ο χοντρός.
Ο παππάς όμως σκοτείνιασε•έπιασε το κεφάλι,λιονταρίσιο,στα δυο χέρια κι είπε σιγανά,σπαραχτικά
-Αχ,μάνα μου..
-Άλλαξε θέμα,γέροντα..
-Μʼαν η μάνα μου..

-Βρε κλείσʼτο,ευλογημένε!
-Δεν μπορώ·πνίγομαι!έκανε ο παππάς,χτυπώντας χέρι.Βασανίζομαι!
-Καθένας τον σταυρό του..
-Η μάνα μου..τότε πουʼταν ψυχοκόρη σπίτι σας..
-Που να μην ήταν..
Τότε ο καλόγερος έπιασε τα χέρια του χοντρού•τον κοίταζε με μάτια πυρωμένα
-Πες,στην αγάπη μας..μα πες μου..αλήθεια είναι;εκλιπαρούσε
-Που να ξέρω..έκανε ανόρεχτα ο χοντρός
-Δεν θα ησυχάσω αν δεν το μάθω!
-Άσʼτο, σου λέω!
-Λένε..λένε πως εκείνη.. τοʼκανε κρυφά με τον πατέρα σου
-Χμ..
-Και με τον αδελφό σου..
-Δεν ξέρω,είπε ο χοντρός·ήμουν μικρός.
-Χάος γινόταν εκει μέσα!χάος!φώναξε ο πάτερ-κι απʼτα αχαλίνωτα πουλιά.. φύτρωσα εγω…δίχως μάνα και πατέρα…πεταμένος σʼένα ίδρυμα..τι έφταιξα;γιατί;
Ο χοντρός αγρίεψε.
-Μην βλαστημάς,παππά!αμα δεν παιδευόσουν,θαʼσουν σαν τους κοιλαράδες με τα ράσα που πουλάνε παραμύθι και μαζεύουνε•μα τώρα,σώζεις κόσμο.
Τίναξε το κεφάλι του ο παππάς.
-Όχι·δεν σώζω·απλά βοηθάω·παλεύω•κάνω ότι μπορώ..
-Βράχος είσαι·έχεις την πίστη·σε στηρίζει.
-Ναι,αλλιώς..θαʼχα λυγίσει·ναι,προσεύχομαι,πιστεύω,υπηρετώ·όμως η τρύπα,το κενό χάσκει τις νύχτες και πετάγομαι..κι η σάρκα να ζητά τα αφʼεαυτής…βασανιστήριο…
-Βάσανα,πίκρες,φαρμάκια…να στο παίξω;είπε ο χοντρός,δείχνοντας δίπλα,τον τζουρά..να πάνε κάτω;
-Όμως αν ήξερα…πως λένε τον πατέρα…θα γαλήνευε η ψυχή…
-Στο ποτήρι είναι γραμμένα·πιές!μη το νερώνεις,έκανε ο χοντρός,βλέποντας στάξιμο στην άκρη του ματιού του.
-Αλλά ο οίνος μου φουντώνει τα γιατί..
Ο χοντρός κούνησε το κεφάλι.
-Όποιος κι αν είναι,δεν μπορείς να τον ρωτήσεις·πάρʼτο απόφαση!.
Ο παππάς γέλασε πικρά.
-Καλά,στον άλλο κόσμο·βάλε!
-Οπότε πες,ευλογημένε-δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ νʼαλλάξω…που λέγαμε στο κατηχητικό,παλιά..
-Δέχομαι·υποτάσσομαι·όμως… θλίβομαι..
Ο χοντρός τουʼκλεισε μάτι πονηρά
-Να φτιάξω κουραμπιέδες,άγιε πάτερ;
-Μα… πέρασαν τα Χριστούγεννα,απόρησε ο παππάς.
Ο χοντρός έβαλε γέλια τρανταχτά·χτυπούσε την κοιλιά του,που ακουμπούσε στο τραπέζι
όλο καμάρι.
-Αχ,γιατί ναʼσαι παρθένα;
Ο άλλος κοίταζε χάσκοντας.
-Παρθένα;
-…Αθώος,βλήτο,πως το λέν;να φτιάξω;
Ο παππάς χτύπησε χέρι στο κεφάλι.
-Στάσου,ευλογημένε!την άλλη,που με φίλεψες κουραμπιέδες..ενθυμείσαι τι έγινε;
-Μπα,είπε ψεύτικα ο χοντρός..που να ενθυμάμαι..
-Που μας φωνάξαν ξαφνικά να λειτουργήσω…κι ανέβηκα με κάτασπρα τα γένια,Άη- Βασίλης,στο ψαλτήρι..και δεν άνοιγε το μάτι…
-Απʼτην κατάνυξη,όλοι νόμιζαν..
-Κι έψελνα πλάγιο δεύτερο.. σαν ναʼλεγα μανέδες..
-Κρίμα,δεν είχα το μπουζούκι,είπε ο χοντρός,να σιγοντάρω
-Ήταν κηδεία,ευλογημένε!
-Και λοιπόν;στάξαμε στο θάνατο χαρά·φως στο σκοτάδι·χαμόγελο στην άβυσσο.Γαμώ!
Ο άλλος τον κοίταξε καχύποπτα,κουνώντας το κεφάλι.
-Ποτέ δεν μουʼπες τιʼχαν μέσα οι κουραμπιέδες,ποιητή μου…
-Ζάχαρη,είπε ο χοντρός αθώα·ζαχαρίτσα του Θεού..
Έβαλαν γέλια.Ήπιαν.Ο παππάς είπε
-Καλά που σε γνώρισα αφου πήρα το σχήμα..
-Αλλιώς;
-Δεν θα τοʼπαιρνα·αν έμπλεκα μαζί σου..Θεός φυλάξοι!
-Δηληδή,με λες αλήτη,πάτερ;έκανε πως παρεξηγήθηκε ο χοντρός.
-Σε λέω Ζορμπά·ρεμπέτη·ατίθασσο·βίος και πολιτεία.
-Έτσι είσαι μέσα σου κι εσυ·απλά τα ράσσα σε φρενάρουν.
-Ναι..παραδέχτηκε ο παππάς.
-Ξέρεις τι μουʼ πε ένας παλιά,που παραθέριζα στην Αίγινα;
-Στο νησί;
-Στο κελλί
-Ήσουν φυλακή;για ποιό λόγο;ταʼχασε ο παππάς.
Ο χοντρός ρεύτηκε.
-Δικαστική πλάνη..κακούργα κοινωνία…ήμουν αθώος•απαλλάχτηκα με βούλευμα.
-Για πες
-Ο αμαρτωλός κι ο άγιος ανταλλάσσουν σημειώσεις.
-Καλό!μα εμείς απο αμαρτίες….φίσκα
-Άρα,θʼαγιάσουμε!εβίβα.. .κι ακροάσου,θα σου παίξω τα κάλλαντα.
Τσάκωσε τον τζουρά,έσκυψε πάνω του,άρχισε να κουρδίζει.Οι Άγιοι στα εικονίσματα ζωντάνεψαν.
-Οι Άγιοι μας ακούνε,τρισκατάρατε!αγρίεψε ο πάτερ.
-Καλά,θα πω εκκλησιαστικό•μη με χαλάς,είπε ο χοντρός νταλκαδιασμένος
..Και ρίχνοντας το ταξιμάκι του,φωνή βαριά,ρεμπέτικη,ξεκίνησε

Σαν Χριστιανός ορθόδοξος
κι εγω στην κοινωνία..
-Πάλι αμαρτάνεις!έκανε δήθεν φουρκισμένος ο καλόγερος.Μα μέσα του γελούσε σαν παιδί.Ήπιε άλλο ένα•ξαστέρωσε•του φάνηκε κι οι Άγιοι πως γελούσαν στις εικόνες• ένας σαν να την έπινε κρυφά κι ένας κατέβηκε κι έριχνε ζειμπεκιές•είχαν ανάψει οι πλάκες στο κελλί•ο κόσμος γέλαγε πονώντας.

Κι όπως κελάιδαγε η πενιά και με φωνή βαριά,ρεμπέτικη τραγούδαγε ο χοντρός
…είδε ο παππάς μπροστά του έναν αρχάγγελλο, βγαλμένο απʼτο χρωστήρα του Τσαρούχη•χόρευε ζεϊμπέκικο βαρύ πάνω στις πλάκες,οι φτερούγες του νʼαστράφτουν.Μερακλώθηκε.
Ντράπηκε όμως ύστερα.Ήπιε κι άλλο•μήπως πνίξει την ντροπή.