«Στη Φυσική, το Φαινόμενο λέγεται “Ταλάντωση”»/ Δοκίμιο Ποιητικής [Α΄ΜΕΡΟΣ] (γράφει ο Αλέξης Πολίτης)
22Οκτ
`
Μην ανησυχείτε, θα εξηγηθώ αμέσως. Μαθαίναμε, αν θυμάστε, στο σχολείο ότι όλα τα υλικά –ακόμη και τα πιο σκληρά– έχουν μια δυνατότητα «ταλάντωσης», μιας παλμικής κίνησης που βέβαια γίνεται ορατή μονάχα στα τεντωμένα: ένα σκοινί που συνδέει δυο πασσάλους, ένα σύρμα, μια γέφυρα. Αν τώρα κρούσουμε αυτό το αντικείμενο, «ταλαντεύεται». Η κρούση μάλιστα μπορεί να είναι και συμπτωματική, όπως –το παράδειγμα που μαθαίναμε στην τάξη– όταν ένα στρατιωτικό σώμα διαβαίνει μια γέφυρα με ρυθμικό βήμα, ενδέχεται ο παλμός του βηματισμού-τους να «συντονιστεί» με τον βαθμό ταλάντωσης της γέφυρας, και τότε θ’ αρχίσει κι αυτή να ταλαντεύεται και θα τους τινάξει στον αέρα. Γι’ αυτό και δεν βαδίζουν με το «έν-δυο» παρά ελεύθερα, μην τύχει κι από σύμπτωση «συντονιστούν» με το γεφύρι. Το ίδιο συμβαίνει αν χτυπήσουμε μια χορδή κιθάρας, τότε, ενίοτε, ταλαντεύονται και οι πλαϊνές-της.
Κάτι τέτοιο, λοιπόν, συμβαίνει και με την ποίηση: ο ποιητής έχει νιώσει κάτι που του δημιούργησε μια ένταση, μια «κρούση», κι αυτή την ένταση προσπαθεί να τη μετατρέψει σε λόγο, να την αποτυπώσει σ’ ένα κείμενο∙ αλλά βέβαια το αποτυπώνει με τρόπο κρυπτικό, με υπαινιγμούς, με δισημίες. Αν τώρα εμείς διαβάζοντας το κείμενο διαγνώσουμε τους υπαινιγμούς, αν δηλαδή πετύχουμε να συντονιστούμε με τις παλμικές κινήσεις του ποιητή, αισθανόμαστε παρόμοιες κινήσεις, παλμούς, «συγκινούμαστε»∙ εκείνο το «κάτι» που είχε νιώσει ο ποιητής το νιώθουμε κι εμείς. Η δική-του ταλάντωση μεταδίδεται και σ’ εμάς. Ας δοκιμάσουμε μ’ ένα πείραμα.
`
Ε Π Ι Τ Υ Μ Β Ι Ο Ν
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θά ’φευγε μια μέρα από κοντά-μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως –ή μάλλον– συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης ανιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων.
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θά ’φευγε μια μέρα από κοντά-μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο –ολέθριος επίλογος–
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.
`
Κάποια στιγμή, για να μπορέσω να καταλάβω, να νιώσω περισσότερο το ποίημα –να «συντονιστώ», δηλαδή με τον ποιητή–, σκέφτηκα να βάλω στη θέση του φανταστικού προσώπου ένα δικό-μου, πραγματικό. Κάπως έτσι δεν ήταν ο κύριος Α.; – ας μην πω ολόκληρο το όνομα· δεν θα σήμαινε πολλά πράγματα. Ναι, έτσι: ψηλός αρκετά, ευθυτενής· καθηγητής-μας τότε στη Θεσσαλονίκη, που σίγουρα θα τον είχε γνωρίσει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης κάπου, σε κάποια διάλεξη της «Τέχνης» ας πούμε, ή όπου αλλού, και θα τον σεβόταν κι αυτός όπως κι εμείς – στην ηλικία ο Αναγνωστάκης πρέπει να ήταν κάπου ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτόν. Τον θυμάμαι, λοιπόν, τον καθηγητή, που πάντα μας χαμογελούσε ευγενικά και κάπως απόμακρα όταν μας συναντούσε στους διαδρόμους ή το προαύλιο, κι έχω κρατήσει στη μνήμη-μου μια σκηνή· στις τελευταίες μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης να προσπαθεί –ήταν ο κοσμήτορας, νομίζω, της Σχολής– να προσπαθεί να σώσει στα σκαλιά μπροστά στην είσοδο έναν φοιτητή –τελευταίες διαδηλώσεις τότε– που τον τραβούσαν κάποιοι χωροφύλακες· εμείς παρακολουθούσαμε περήφανοι και ανήσυχοι.
Διαβάστε περισσότερα













