Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«O Ευτυχισμένος Πρίγκηπας» (στίχοι-μουσική: Πάνος Κατσιμίχας), 2015

`

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ

`

Μια ιστορία θα σας πω, για ένα βασιλόπουλο, ευτυχισμένο πρίγκηπα τον λέγανε, γιατί..
ποτέ του δε λυπήθηκε, δεν έκλαψε ποτέ του ,ευτυχισμένος έζησε και ξένοιαστος πολύ.
Σαν πέθανε, του στήσανε στην πόλη ένα άγαλμα…
Ρουμπίνια ήταν τα μάτια του και η στολή χρυσή..
Και ένα βράδυ έφτασε ένα χελιδονάκι
Στον ώμο του εκάθισε για να ξεκουραστεί…
-Τι έχεις πρίγκηπά μου, ποια πίκρα μυστική σε βασανίζει? Αν είσαι ευτυχισμένος,
γιατί κοιτάς την πόλη κι όλο κλαις?
-Μικρό μου χελιδόνι, τα βάσανα κοιτάζω των ανθρώπων..
Ποτέ σαν ήμουν ζωντανός, δεν είχα για κανένα εγώ νοιαστεί.
Πάρε χελιδονάκι μου, τα μάτια μου τα δυο τα ρουμπινένια..
Και το διαμάντι απ’το σπαθί και τη χρυσή μου κόψε φορεσιά
Και μοίρασέ τα στους φτωχούς κι εκείνους που υποφέρουν
Και γίνε εσύ τα μάτια μου και γύρνα να μου λες, ό,τι θ’ακούς…
Κι εκείνο τον λυπήθηκε και έμεινε μαζί του
Και έγινε του πρίγκηπα τα μάτια και τ΄αυτιά.
Μέσα στην πόλη πέταγε και του’λεγε ό,τι έβλεπε
Και το χρυσάφι μοίραζε τις νύχτες στα κρυφά…
Ηρθανε τα Χριστούγεννα, το χελιδόνι έσβησε
Κι η σιδερένια ράγισε, του πρίγκηπα η καρδιά…
Πετάξανε κι οι δυο μαζί καβάλα σ’ένα σύννεφο
Στο Νείλο με τις καλαμιές και τα χρυσά νερά….

`

***********************************************************

`
Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ, του Oscar Wilde

`
Ψηλά στην πόλη, σε μια ψηλή στήλη, βρισκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.

Ήταν στολισμένο με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δύο φωτεινά ζαφείρια, και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στη λαβή του ξίφους του. Ήταν αξιοθαύμαστος.

«Είναι όμορφος σαν ανεμοδείκτης», παρατήρησε ένας από τους δημοτικούς συμβούλους, που ήθελε να αποκτήσει τη φήμη για το γούστο του στην Τέχνη, «μόνο δεν είναι και τόσο χρήσιμος», πρόσθεσε, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι δεν ήταν πρακτικό πνεύμα, πράγμα που στ’ αλήθεια δεν ίσχυε.

«Μοιάζει σαν άγγελος», αναφώνησαν κάποια παιδιά βγαίνοντας από την εκκλησία.

«Πώς το ξέρετε;» Ρώτησε η καθηγήτρια των μαθηματικών, «έχετε δει ποτέ έναν άγγελο;» «Αχ, έχουμε, στα όνειρά μας!» απάντησαν τα παιδιά.

Και η καθηγήτρια των μαθηματικών κατσούφιασε γιατί δεν ενέκρινε να ονειρεύονται τα παιδιά.

Ένα βράδυ πέταξε πάνω από την πόλη ένα Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν φύγει για την Αίγυπτο έξι εβδομάδες πριν, αλλά αυτό είχε μείνει πίσω, γιατί ήταν ερωτευμένο με την πιο όμορφη καλαμιά. Την είχε γνωρίσει στις αρχές της άνοιξης, καθώς πετούσε πάνω από το ποτάμι μετά από ένα μεγάλο κίτρινο σκώρο, και ένιωσε να τον ελκύει τόσο η λεπτή της μέση, που είχε σταματήσει να της μιλήσει.

«Να σ ‘αγαπώ;” είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο θέμα, και η καλαμιά έκανε ένα χαμηλό τόξο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σωτήρης Παστάκας, «Ο Δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του: Ψυχωφελές, λυτρωτικό ανάγνωσμα» (γράφει η Νίκη Κώτσιου)


`

Μικρές, ευσύνοπτες ιστορίες που συμπυκνώνουν ολόκληρες ζωές απαρτίζουν τον «Δόκτορ Ψ και τους ασθενείς του», την πρόσφατη συλλογή αφηγημάτων του ποιητή και ψυχίατρου Σωτήρη Παστάκα, που πετυχαίνει εδώ έναν ευτυχή συγκερασμό των δύο ιδιοτήτων παράγοντας ένα καθηλωτικό λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Κάθε ιστορία είναι αυτοτελής και συνήθως αναφέρεται σʼ έναν κάθε φορά ασθενή, που με το βίο και την πολιτεία του ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά του ψυχικά νοσούντος και μοιάζει να ενσαρκώνει κάποια μικρότερη ή μεγαλύτερη διαταραχή. Η γκάμα είναι μεγάλη και περιλαμβάνει ένα ευρύτατο φάσμα περιπτώσεων, από την απλή νεύρωση μέχρι τη βαριά ψύχωση. Ανάμεσα σε όλους αυτούς, υπάρχουν και αρκετοί οριακοί ή επιρρεπείς εξαιτίας του χαρακτήρα τους, που, με μικρές ρυθμίσεις, μπορούν και επανέρχονται στην κανονικότητα, χωρίς να διαταραχθεί σοβαρά η ζωή τους και των οικείων τους.

Ο δόκτορ Ψ, αναγνωρίσιμη περσόνα του συγγραφέα, είναι ο θεράπων ιατρός και ο αφηγητής των ιστοριών, που, λόγω της θέσης του, εμπλέκεται ενεργά στην ίαση ή τουλάχιστον στην απόπειρα ίασης και τώρα από απόσταση ανακαλεί τις παλιές περιπέτειες από την ιατρική του θητεία. Ωστόσο, ο δόκτορ Ψ αποφεύγει να κατονομάσει ευθέως τις ψυχικές ασθένειες που συνάντησε στο διάβα του, και προσεγγίζει τους παλιούς ασθενείς του ως ανθρώπινους τύπους περισσότερο παρά ως ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις. Δεν τον ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσει το κύρος και τη γνώση που διαθέτει ως ειδικός για να προβεί σε ιατρικού τύπου αποφάνσεις αλλά μεταπλάθει τους πάσχοντες σε λογοτεχνικούς ήρωες και σε ανάγλυφα, παλλόμενα πρόσωπα ενός συναρπαστικού αφηγήματος βγαλμένου μέσα από την αγριότητα της ζωής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Νταής, Τρία ποιήματα

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

Τα ρολά κατεβήκαν
τα παράθυρα κλείσαν
οι πόρτες κλειδώσαν
τα ποτήρια γεμίσαν.
Οι δρόμοι απαλλαγμένοι από τη ζαλάδα της μέρας
δεν δίνουν δεκάρα για το εφήμερο.
Τα ρολόγια κινούνται σε ράθυμους ρυθμούς
μήπως και στα όνειρα προλάβουμε
όσα σκότωσε η μέρα να αναστήσουμε.
Στα μικρά διαμερίσματα
γεννιούνται εραστές
χωρίζουν ζωές.
Κι εμείς, απλώνοντας τα φτερά μας
ετοιμαζόμαστε
για ένα ακόμη ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΑΝ..

Ακόμη κι αν οι νύχτες πέρασαν
οι δρόμοι φλερτάρουν ακόμα με τα βήματα μας.
Ακόμη κι αν οι ώρες γέρασαν
τα άστρα παίζουν ακόμα με τις τύχες μας.
Aκόμη κι αν το ποτήρι σου άδειασε
το παρελθόν καίει ακόμα τα όνειρα μας.
Μα αν η αγάπη σου τέλεψε
οι μέρες που ακολουθούν είναι ήδη νικημένες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κατερίνα Μήλιου, Τα Βέλη

Η Πέτρα έχει ασυνήθιστο όνομα και κάθε άλλο παρά πέτρα θυμίζει. Είναι μια γυναίκα με διάφανο δέρμα. Της έδωσαν, περίεργο πώς, γιατί κανείς δεν μιλούσε γι αυτόν, το όνομα του παππού της. Τον γνώρισε μόνο μέσα από φωτογραφίες που κλεφτά ανακάλυψε και από τις μη λεχθέντες ιστορίες που κατοικούσαν στα σώματα των δικών της. Η γιαγιά που δάκρυζε συχνά με διάφορες ασήμαντες αιτίες και η μητέρα που έσφιγγε τα χείλη της σα γροθιά και δεν μιλούσε. Σκοτώθηκε στον εμφύλιο, παρεξηγημένος από τους δικούς του ανθρώπους, θεωρούμενος προδότης. Μετά από αυτό έφυγαν, ήρθαν στην πρωτεύουσα. Η μητέρα της παντρεύτηκε, μετακόμισαν σε άλλη μικρή πόλη, όπου γεννήθηκε εκείνη. Ο πατέρας της τους εγκατέλειψε όταν ακόμη ήταν παιδί. Ίσως έφταιγαν τα δάκρυα της γιαγιάς, τα σφιχτά χείλη της μητέρας, είχε αναρωτηθεί, ίσως πάλι έφταιγε εκείνη. Δεν μιλούσαν όμως γι αυτά, ποτέ δεν μιλούσαν, παρά μόνο για τα καθημερινά. Όταν μεγάλωνε, η γιαγιά πέθανε. Όταν μεγάλωσε για τα καλά πέθανε και η μητέρα. Η Πέτρα έμενε ήδη στην πρωτεύουσα, είχε σπουδάσει, έπιασε δουλειά, έκανε φίλους, αλλά δεν παντρεύτηκε. Το διάφανο δέρμα της την έκανε ελκυστική, αλλά και ευάλωτη. Ιδιαίτερα ευαίσθητη, σε στιγμές κρίσης, βηματίζει νευρικά, φέρνει πάνω – κάτω τη ζωή της, εικόνες της καθημερινότητας, μνήμες, σκέψεις, όνειρα…..

Σηκώνεται κάθε πρωί χάραμα, καμιά φορά σκοτάδι ακόμη. Κι όταν εκείνη η πρώτη φέτα φωτός ξανοίγει το σκούρο τʼ ουρανού, σκέφτεται πως “Ξεκινά η μέρα κι αρματώνεται”.Όταν κλείνει πίσω της την πόρτα, το φως έχει ήδη ξεγλιστρήσει, άπλετο ή σκοτισμένο από σύγνεφα και τη βρίσκει ο δρόμος, γνώριμο καράβι.Η εικόνα της δασκάλας της πρώτηςδημοτικούσυχνάξεπηδάστονουτης απρόσκλητη.“Ξύπνησα το πρωί, έκανα τα πρωινά μου καθήκοντα, πλύθηκα, ντύθηκα, έφαγα το πρωινό μου και ξεκίνησα τη μέρα μου” τους μάθαινε να παπαγαλίζουν.Ύστερα, αρματωμένη με βέλη ρωτούσε “Ποιοι έχουν ψυγείο στο σπίτι τους; να σηκώσουν το χέρι”.“Πάλι Ιωάννα έβαλες την ποδιά σου κάτω από το στρώμα και κοιμήθηκες; ” Σημάδευε και πλήγωνε τα παιδικά τους σώματα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Χρηστέας, Πάνας και μάγισσα


Στην μάγισσα Μ.

Όρθια μπροστά του ολόγυμνη,στάζει έρωτα και πλάνη•οπτασία απατηλή,φλόγα αναστάσιμη φωτίζει το δωμάτιο,την ψυχή του•οι μπούκλες φωτοστέφανο ξανθό,τα μάτια πλάνα,τα βυζάκια της γελάνε και τα είκοσι τρία της χρόνια ανάσες κόβουν.
Ο άντρας αντίκρυ της,το σώμα των ονείρων ατενίζει εκστατικός•σε πέλαγος χαράς πλησίστιος πλέει•πλούσιος σε ήττες,σε ρυτίδες,σχεδόν γέρος,κάθε χάλασμα και γνώση..και δεν έχει μάθει τίποτα•μα τώρα,ζει στιγμή•στιγμή αιωνιότητας.

-Δες τα βυζάκια μου,λέει η μάγισσα•δεν μοιάζουνε σαν μήλα;
…Βυζάκια στρογγυλά,λαχταριστά,οι ρώγες καίνε,τον καλούνε να θηλάσει.Άπλωσε χέρι ευγνωμοσύνης τρυφερά,χάιδεψε ρώγα•ρίγησε η μικρή•η ρώγα σκλήρυνε.
Ο άντρας μισόκλεισε τα μάτια και,κρατώντας την ανάσα του, της χάιδευε τις ρώγες απαλά•καφέ ζωάκια σπαρταρούσαν….θεά μου,μάγισσα,ψιθύριζε,καιγόταν.Έσκυψε με λαχτάρα και την θήλαζε κι ήτανε πάλι βρέφος,ο παράδεισος γελούσε κι ευωδίαζε γάλα,σπέρμα.
Ο άντρας γονάτισε•η κοιλιά της,φωλιά αγγέλλων•ο ναός της τον καλούσε•την προσκύνησε•η μύτη του εισχωρούσε στο ναό της,την οσφραίνονταν σαν ζώο•την φιλούσε σαν θεός•την καταβρόχθιζε σαν δαίμονας.Τραβούσε το μαλλί του,δαγκωνόταν μη φωνάξει•η μήτρα γέλαγε,ο χάρος ξεφυσούσε.

…Ύστερα,ξαπλωμένοι,αγκαλιασμένοι τρυφερά και του φιλούσε τις ρυτίδες που της είπε είναι παράσημα,ορόσημα της γνώσης…
-Μήλα των Εσπερίδων τα βυζιά σου,λέει ο άντρας..και παγίδες..
-Παγίδες; κάνει η μάγισσα,τραβώντας του στο στήθος τη νυχιά•τα νύχια κόκκινα,γαμψά.
-Ναι,παγίδες..έλα.. κι άλλο..έτσι,γρατζούνα με,θεά μου!
-Είσαι μαζόχας;
-Όχι•ζώο•πιο δυνατά!σημάδι θέλω..μπήξε νύχι στην κοιλιά μου..πόνεσέ με..μέλωσέ με!
Τον γρατζουνά με τοʼνα χέρι, με το άλλο τον χαιδεύει, τον κερνά χαρά και κόλαση.
Και ζούν.
-Πες μου… τι ζώο;
-Σκύλος της κόλασης..ααχ.. σβήνω!
..Τον έπαιζε, τον χαίδευε,τον τύλιγε στις μπούκλες της,τον άφηνε να λυώνει.
Ο άντρας σπαρτάραγε.

Διαβάστε περισσότερα