
Ι. Φορμόζη
Στην ταχεία των 19.40
Πάνε χρόνια που είχα να πάρω το τραίνο
Διαδρομές με το αυτοκίνητο
Το αεροπλάνο
Ένα ταξίδι δια θαλάσσης κι ακόμα ένα ακόμη μακρύτερο
Και να με ξάφνου σήμερα το απόβραδο μέσα σʼ αυτόν τον ήχο του σιδηροδρόμου που κάποτε μου ήτανε τόσο οικείος
Και να που μου φαίνεται πως σήμερα τον καταλαβαίνω καλύτερα απʼ ότι παλιά
Βαγκόν-ρεστοράν
Έξω δεν διακρίνεις τίποτα
Μαύρη είνʼ η νύχτα
Το τέταρτο της σελήνης δεν κινείται όσο κι αν το κοιτάζεις
Μόνο που πάει μια από τʼ αριστερά, μια από τα δεξιά του τραίνου
Η ταχεία πιάνει τα 110 την ώρα
Δεν βλέπω τίποτα
Αυτή η υπόκωφη στριγκιά για ήχο που κάνει τα τύμπανα μου να βουίζουν – το αριστερό σχεδόν πονάει – είναι το πέρασμα πάνω από κάποια τάφρο μπαζωμένη
Κι ύστερα ο καταρράκτης μιας μετάλλινης γέφυρας
Η παλλόμενη άρπα των φρένων το ράπισμα ενός σταθμού το διπλό κροσέ στο σαγόνι ενός οργίλου τούνελ
Όταν το τραίνο επιβραδύνει εξαιτίας των πλημμύρων ακούς έναν βορβορυγμό καταρράκτη και τα πυρωμένα πιστόνια των εκατοντάδων τόνων μέσα στη μέση ενός ορυμαγδού τζαμιών και φρένων
Η Χάβρη ασανσέρ ωτομπούσι
Ανοίγω τις περσίδες της κάμαρας της πανσιόν
Κρεμιέμαι στις μπάσσες του λιμανιού κι η εκτυφλωτική ψυχρή μαρμαρυγή μιας νύχτας μʼ αστέρια
Ένα θηλυκό κακαρίζει στις αποβάθρες σαν να του καθάριζαν αυγά
Μια αλυσίδα βήχει μουγκρίζει δουλεύει δίχως τέλος
Αποκοιμιέμαι με το παράθυρο ανοιχτό νʼ ακούω τους θορύβους
Όπως στην εξοχή τους ήχους του αγροκτήματος.
Διαβάστε περισσότερα