Σταδιοδρομία
Γεννήθηκε, στην αγκαλιά κρατώντας
το φανταστικό ζώο
ήταν χρυσαφί με γαλάζια πόδια
μόνο τα μάτια ήταν ματωμένα
μεγάλωσε με την αγωνία των χρωμάτων
-σήμερα θ΄αλλάξει το γαλάζιο
-σήμερα θ’ αλλάξει το χρυσάφι
γλυκειά πλάνη
πέθανε κρατώντας το φανταστικό ζώο
στην ίδια απελπισία των χρωμάτων.
Πλάνη
Τα μάτια σοβαρά, ονειρεύονταν
τα γκρίζα πλοία
τα μάτια χαρούμενα μιλήσανε
στο πρώτο πήδημα, στο δεύτερο…
στο τρίτο κλάψανε
βουλιάξανε τα πλοία στο τρίτο πήδημα
τη χαρίζει την πράσινη θάλασσα
που τα δέχτηκε στον κόρφο της
γελάστηκε η σκέψη
γελάστηκ’ η ματιά
στον κήπο με τα νούφαρα
βγαίνουν νέα λουλούδια
αδιάφορο αν κι αυτά
μας κάνουν κάποτε να κλάψουμε.
Άσκοπα
Αυτός που τραβάει στο δρόμο του απρόσεχτα
με τα μεγάλα μάτια του ανοιχτά
που δε γνέφει σ’ έναν ανεμοδείχτη που τον χαιρέτησε
που δεν αιστάνεται πως τα σπασμένα μάρμαρα
μιλούν κι όχι το οικοδόμημα
που είδε μαραμένο άνθος και δε χαμογέλασε
που δεν ακροάστηκε τη συναυλία
που δεν συμπόνεσε τη Μεξικάνα
σαν κλαίει τους κάκτους της
αυτός που πλανιέται άσκοπα
με τ’ ανοιχτά πελώρια μάτια του, κλειστά
όταν έρθει η νύχτα του
πώς θα πάρει την απόφαση του τέλους;
Αυτός που ήρθε από τα φαιά νησιά
1.
Ένας άνθρωπος με πένθος στο σακάκι
πορεύεται στο σεληνόφωτο
ένα τραγούδι, ένας σκοπός
που δεν φέρνει ανάμνηση καμιά
όλ’ αυτά το προμηνούνε το μοιραίο
το γλυκό αναπόφευκτο…
που όσο πάει και πλησιάζει
όσο πάει κι έρχεται…
4.
Χθες πέταξει το πουλί
το γαλάζιο πουλί
το θαυμαστό
οι φτερούγες του είχαν χαιδέψει
χρυσά μόρια ήλιου
το χρώμα του μας χάριζε
το σπέρμα της αθανασίας
η λαλιά του η κρυστάλλινη
τα πρωιά μας ξυπνούσε
και μας θύμιζε απαλά
οτι ζούσαμε
τόχα δει ως άγγιζα
το γαλάζιο τόξο
τ’ αλαβάστρινο χέρι
και πάλι κάποτε
όταν ρωτιόμουνα
αν υπαρχει τόση ευτυχία..
μα, χθες έφυγε
γαλάζιο μες το γαλάζιο
ήσυχα κι απαλά χάθηκε
στη θλιβερή γραμμή του
6.
Puis elle m’ a dit “je suis la bergere
et autour d’ elle, tout etait paix et repos.
JEAN CIONO
Αυτός που γυρεύει τη γαλήνη
με τα γαλανά του μάτια
θα κουραστεί ανεβαίνοντας
ζητώντας τον άνθρωπο
που χαρίζει την ευτυχία.
Σαν τους άλλους που γελάστηκαν
θ’ απαντήσει ματωμένα αγκάθια
το ποτάμι βουρκιασμένο
με τα πράσινα του φύλλα
αυτός που γυρεύει τη γαλήνη
θα χαράξει στα χέρια του
την αποτυχία
θα υγράνει τα γαλανά μάτια του
μ’ αίμα
δε θα βρει τη βοσκοπούλα
που κάποτε είπε: “Είμαι εδώ!”.











Εκτρέφω ιδιαίτερη αγάπη για την τέχνη του. Οι εικόνες που φτιάχνει, τα χρώματα του είναι σαγηνευτικά. Η “εκστατική” γραφή του Σαχτούρη είναι ένα παράθυρο στην ψυχή.
Ω ευχαριστούμε πολύ.
Ισχύει όντως ότι δημοσίευσε ένα διήγημα του στο περιοδικό Εβδομάδα με το ίδιο ψευδώνυμο ή είναι παραπληροφόρηση by wikipedia όπως και το ότι έκαψε τα νομικά βιβλία του στο 4ο έτος σπουδών;(διορθώθηκε). Αν υπάρχει μπορεί να βρεθεί;
δεν τα έκαψε,τα πούλησε
http://www.ert-archives.gr/V3/public/pop-view.aspx?tid=7305&tsz=0&act=mMainView
ή έκαψε τα δικά του και πούλησε του πατέρα του;κάτι τέτοιο.δείτε το βίντεο.
Στο πτυχίο επάνω (1944) έγραφε την “Λησμονημένη”. Την χαρακτήριζε την κατάσταση “ανώμαλη”. Έκαψε τα δύο βιβλία της νομικής που διάβαζε τότε και είπε τέλος. Τα υπόλοιπα νομικά βιβλία -κυρίως του πατέρα του- τα έδωσε στον παλαιοπώλη. “Πάει το παιδί τρελλάθηκε” λέγαν στην οικονένεια. Δεν μετάνιωσε ποτέ. Ο ποιητής.
ΤΑ ΔΩΡΑ
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει; τη καρδιά μας καρφώνει;
ναι τη καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
ΟΡΥΧΕΙΟ
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε
γίνηκε σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια
και τα μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι
το διηγημα του Σαχτούρη το είχα βρει στην εθνικη βιβλιοθηκη και το εχω φωτοτυπησει
θα ψαξω να το βρω
μαλλον δεν το εχω χασει
αν το βρω δωστε μου καποιος απο το ποιειν ενα φαξ να το περασω ωστε να δημοσιευτει
ευχαριστω
Α.Ψ.
ΤΟ ΜΕΗΛ ΜΟΥ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ anpsal@gmail.com