“ευφραίνει”

Σαν νερωμένο μέλι –
πρώτη φορά το πίνω
ενώ έξω βρέχει,
μια γεννήτρια αγκομαχά
και το σκυλί τής γαβγίζει

αυτό είναι το κρασί
της Θείας Κοινωνίας:
σε πολλαπλές κουταλιές
μεταμορφώνει τον αδαή
που κατά τύχη βρέθηκε εκεί,
τον κάνει μύστη
μιας θρησκείας ουσιαστικής
και συγγραφέα
της θεολογίας του ανθρώπου.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο μεγάλο
τίποτε πιο αληθινό
από μια μετάληψη όπως αυτή,
είτε είναι η πρώτη φορά
είτε η πολλοστή.

ΑΝΤΙ-ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ

Μικρές οι αποστάσεις
που μπορεί να καλύψει
ο μετριοπαθής άνθρωπος.

Παντού βλέπει εμπόδια
που θεωρεί ανυπέρβλητα:
η θάλασσα είναι πολύ βαθιά
ο ουρανός πολύ ψηλά
το ταξίδι πολύ μεγάλο.

Φτιάχνει λοιπόν
τον μικρό του κόσμο
όπου όλα μπορεί και τα φτάνει
χωρίς να χρειαστεί
να απλώσει τα χέρια,
χωρίς ιδιαίτερα να κουραστεί:
όλοι του οι στόχοι είναι απτοί.

Ώρες-ώρες ονειρεύεται
κάτι απάτητες κορφές
κάτι λυσσαλέους έρωτες
κάτι θηριώδη άλματα
που αφήνουν άλαλα τα πλήθη.

Μόλις ξυπνάει, όμως,
θυμάται ότι δεν είναι στην αρένα
μα στις κερκίδες
και ότι η μόνη διαδρομή
που γιʼ αυτόν προορίζεται
είναι η μαζική πορεία
προς την έξοδο.

ΒΡΑΔΙΑ ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗΣ

Οι φίλοι από το παρελθόν
δεν εξωραϊζουν το παρόν
μάλλον το μολύνουν
με το αξιολύπητο απομεινάρι
αυτού που υπήρξαν
και που το σέρνουν πίσω
από το τωρινό σαρκίο τους
σαν ψωροφαγωμένο τρόπαιο.

Κρίμα να βλέπεις
το ενήλικο, αδειασμένο μάτι
πάνω στο πρόσωπο που ήξερες
και που ίδιο παραμένει
εξόν από κάποιες του χρόνου
λογικές παραμορφώσεις.

Πολύ, πολύ κρίμα
να ακούς τα στεγνά, φθαρμένα λόγια
από το ίδιο στόμα
που άλλοτε με πάθος παραμιλούσε.

Όχι ότι πληγώθηκα από αυτές τις παρουσίες.
Όχι ότι με αιφνιδίασαν αυτά τα φαντάσματα,
τα παραφουσκωμένα από το φαϊ και το τίποτα
που τα έθρεφε τόσα χρόνια
για νάʼρθουν να σταθούν μπροστά μου.

Είναι μόνο που έσερναν
και το τρόπαιο της δικής μου εφηβείας μαζί
το κράδαιναν στα μάτια μου σαν άψυχο σκυλί.

(από την ποιητική συλλογή «Πότε νυχτώνει;» Ηριδανός, 2008)

ΖΕΝ

Δεν ξέρω τι είναι
σε τι εξυπηρετεί τον άνθρωπο
πώς τον κάνει πιο ευτυχή.
Εκμηδενίζει τις ανασφάλειές του
ή τις σπρώχνει απλώς κάτω απʼ την άμμο
όπως η γάτα τα περιττώματά της;

Θα μου άρεσε να γίνω φύλλο
που ανάλαφρα αφήνει το κλαρί του,
συνουσιάζεται με το αεράκι
και τέλος ακουμπά στη γη
ώστε, το ίδιο ανάλαφρα, να συγχωνευτεί
με τα λοιπά υλικά της –

μα δεν είμαι φύλλο,
έχω κεφάλι, κορμό, άκρα
που με προσδιορίζουνε
κι ένα μυαλό-ρολόι,
ένα μυαλό-σφουγγάρι,
ένα μυαλό με τη δική του πέψη
που τόσο συχνά βαρυστομαχιάζει
και φχαριστιέται να βογκά.

47 και κάτι

Στα δεκαπέντε ψελλίζεις:
νομίζω ότι είμαι εδώ
κι ότι ήρθα για να μείνω –
στα είκοσι πέντε κοιμάσαι
ζώντας κάποιων άλλων τα όνειρα –
στα τριάντα πέντε αρθρώνεις ολοκάθαρα:
είμαι εδώ, δείτε με, φοβάμαι
(δεν κοιμάσαι πια, έχεις ξυπνήσει) –
στα σαράντα πέντε φωνάζεις:
είμαι σίγουρα εδώ, το ξέρω
(μα μια απελπισία έχει ήδη παρεισδύσει).
Τώρα, δυο χρόνια και κάτι αργότερα, γράφεις:
μου λείπει εκείνο το ψέλλισμα,
εκείνος ο ξένος ύπνος,
εκείνη η τρομαγμένη γνώση,
εκείνη η σχεδόν ακέραιη σιγουριά.

ΑΝΚΟΝΑ-ΠΑΤΡΑ

Μπλε προς μαύρο η θάλασσα
κι όσο πλατιά κι αν ήταν η πρύμνη
του τεράστιου φέρι
όπου ρεμβάζαμε σε πλαστικές καρέκλες,
όλο νόμιζες πως θα μας καταπιεί
αυτό το αχανές μπλε-μαύρο,
κάθε τόσος δα κλυδωνισμός
κι ένα τσίμπημα φόβου
στη ρομαντική καρδιά που ατένιζε το φεγγάρι,
παραδίπλα, όμως,
ένα ζευγάρι ερωτευμένο αντάλλαζε φιλιά,
πιο πέρα, δυο-τρεις υπνόσακοι
έκαναν μακάριο ύπνο,
στο βάθος, μοναχικοί φορτηγατζήδες
έπιαναν μεταξύ τους φιλίες
με απανωτά τσιγάρα και μπίρες –
το πλοίο ζούσε τη δική του ζωή
του λειψού 24ώρου:
κάθε δρομολόγιο απαράλλακτο με το προηγούμενο,
με το επόμενο –
οι επιβάτες μόνο αλλάζουν,
το πλήρωμα ίδιο μέχρι τη σύνταξη.
Επιβατηγό-οχηματαγωγό
τρεις νταλίκες στη σειρά
κι από πίσω ουρές τακτικές
τα άψυχα γιωταχί
και γύρω από αυτό το σιδερένιο ψέμα,
το τιτάνιο μπλε-μαύρο,
δυσάρεστα αχανές μέσα στη νύχτα.