Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Γιάννης Βαρελάς, 7 ποιήματα


Η ΖΩΗ ΜΟΥ

Η ζωή μου των παράτολμων αλμάτων
σε μια μοίρα διπλωμένη
μια καζάρμα οδηγημένη
στο πεδίο των τραυμάτων
Η ζωή μου κολλημένη
σε ένα στύλωμα αλάτων.

Η ζωή μου των αυτοτελών χωρίων
ένα μπέρδεμα ανθρώπου
προσφορά αντί για τόπου
λεωφόρων ή φορείων
Η ζωή μου κυκλωμένη
χασμωδίας και ονείρων.

Η ζωή μου της παρθένου εμορφίας
μετατόπιση κυττάρων
στο χρησμό του άρον-άρον
μιας τερματικής πορείας
Η ζωή μου δηλωμένη
μες σε κύκλους ευγονίας.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Βασίλης Ν. Πης, “Ραψωδίες για τη Γενιά μου ενός Μελλοντικού και Επικίνδυνου Νοεμβρίου”

 

Α’

Τη Γενιά μου Είδα να ’ρχεται
Σαν Σμήνος Μαυροπούλια στον Ουρανό
Και Ακόμα το Δύσκολο Ταξίδι της Συνεχίζεται

Ακόμα και όταν Στοιβαγμένα
Μέσα σε Κουτιά σε Αποθήκες Χρωματοπωλείων
Υπομονετικά Προσμένουν με Σθένος και Εγκαρτέρηση
Οι Στεναγμοί, τα Όνειρα και οι Επιθυμίες

Όσο Περισσότερο Ζει, τόσο η Μυρωδιά
Απ’ τα Προάστια των Πεθαμένων Απομακρύνεται
Γίνεται με το Σώμα της Κολυμβήτρια
Σε Θάλασσα π’ Αντανακλά το Φως
Σε Ιδεώδη Πατώματα με τη Λάμψη του Μετάλλου
Σε Ναυπηγήσιμες Ιδέες και σε Πόλεις που Παγιδεύουν
Τη Νεότητα των Φίλων για μια Ζωή

Αν και οι Υπηρεσίες Εκτάκτων Αναγκών
Έχουν δεχθεί Αρκετές Κλήσεις για Βοήθεια

Β’


Στον Κόσμο των Νέων Μηχανών
Οι Ευφυείς Φράσεις θα Μοιάζουν, Όσο Χίλιες Εικόνες

Μόνο οι Ασφαλείς Αποβιβάσεις
Σε Τόπους Άγνωστους
Είναι Ικανές να την Βγάλουνε Μπροστά

Όλα τα Εμπόδια που θα Σταθούν σαν Τείχος Άτρωτο
Να την Καθυστερήσουν, με τι Δύναμη θα τα Περάσει
Νικήτρια μέσα στους Δρόμους των Νικητών
Όρθια Αγάλματα της Κλασικής της Τέχνης στη Γραμμή
Με Ζωηρές Φωνές και με Σφυρίγματα θα την Επευφημούν
Καθώς την Οδό της Φήμης θα Περνά

Ενώ οι Αρχές Προειδοποιούν, όσοι έχουν Προβλήματα
Υγείας και Υποφέρουν από Άσθμα, Καρδιακές και Πνευμονικές Παθήσεις, να Παραμένουν σε Κλειστούς Χώρους

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Ριτσώνης, Δύο Μικροκείμενα

Η ΑΚΑΤΑΔΕΧΤΗ

Το καινούργιο βιβλίο πλησίασε τη βιβλιοθήκη και

της μίλησε με σεβασμό .

-Πώς καταφέρνεις κι έχεις μόνο καλά βιβλία στα

ράφια σου ; Την ρώτησε .

-Μα ξεσκαρτάρω , του απάντησε . Όλο στέλνω βιβλία

στην αποθήκη. Στις μελαμίνες μου πλαγιάζουν  -ή

στέκονται όρθια- μόνο τα καλά . Τα άλλα πηγαίνουν

στο υπόγειο. Σε κούτες .

Τι υπεροψία ήταν αυτή ; Μιλούσε έτσι ένα έπιπλο

φτηνής κατασκευής. Και είχε τόσο στόμφο.

-Δηλαδή τα θάβεις αυτά που δε σου αρέσουν ;

-Βεβαίως. Τι να τα κάνω ; Έχω πολύ λίγο χώρο. Τα

ασήμαντα τα ξεφορτώνομαι. Όταν καμία φορά θυμηθώ

κάποιο μέτριο το φέρνω πάνω. Το ξεφυλλίζω…και μετά

το πηγαίνω πάλι κάτω.

Στεναχωρήθηκε το βιβλίο με την σκληρότητα του

επίπλου. Ήθελε κι αυτό κάπου να τρυπώσει. Ήθελε

να βρεθεί παρέα με άλλα βιβλία. Να μπει σε μια

συντροφιά αλλά κατάλαβε ότι κινδύνευε να το προσβάλουν.

-Ώστε τα ρίχνεις στον Άδη…Μα κανείς δε διαβάζει

βιβλία που είναι παρατημένα σε κούτες .

-Μην το λες αυτό φίλε μου. Ασχολούμαι και με τα μέτρια

όμως τον πιο πολύ καιρό τον περνώ με τα καλά…Με

τα αριστουργήματα .
-Κρίμα… είσαι τόσο ακατάδεχτη. Κρίμα…Κι εγώ που ήρθα

για να προσπαθήσω να μπω στα ράφια σου. Νομίζω ότι

δεν έχω ελπίδες .

Τότε η ιδιότροπη βιβλιοθήκη του απάντησε με ναζιάρικη

φωνή :

-Έλα , μην τα χάνεις . Κάτσε να σε ξεφυλλίσω. Αν έχεις

φροντίσει για την ποιότητά σου εγώ δεν πρόκειται να σε

αδικήσω .

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Nicolas Boileau (1636-1711), “Ποιητική Τέχνη” (“Art Poetique”), μετφρ. Φανή Παιδή, εκδ. Στιγμή 2010

Σημείωση: Το Ποιείν τιμά σήμερα τη γενέθλια ημέρα του Γάλλου ποιητή και κριτικού με επιλεγμένα αποσπάσματα από το έργο του.

(Άσμα Πρώτο, στ. 39-62)

Οι πολλοί παρασύρονται από άφρονα ορμή
και ζητούν τις ιδέες τους ξεμακραίνοντας από το ευθύ νόημα:
Θα τους μείωνε, στων στίχων τους τα εκτρώματα,
αν εσκέπτονταν κάτι που ένας άλλος είχε ήδη σκεφτεί.
Ν’αποφεύγουμε τις υπερβολές: ας αφήσουμε στην Ιταλία
την αστραφτερή των κιβδήλων τούτων μωρία.
Όλα πρέπει να τείνουν στη λογική: αλλά,
για να το πετύχουμε, ο δρόμος είναι ολισθηρός και επίπονος
αρκεί λίγο κανείς να ξεφύγει και πάραυτα πνίγεται.
Συχνά η λογική έχει μια και μόνη οδό να βαδίσει.
Είναι φορές που κυριευμένος από το θέμα του ο συγγραφέας
δεν θα το εγκαταλείψει αν δεν το εξαντλήσει.
Αν βρεθεί μπρος σ’ ένα παλάτι, την πρόσοψη θα μου ζωγραφίσει,
έπειτα από δώμα σε δώμα θα με σεργιανίσει
εδώ ένα πλατύσκαλο περιμένει, εκεί ο διάδρομος βασιλεύει,
χρυσαφένιο κιγκλίδωμα περιβάλλει το μπαλκόνι εκείνο.
Αριθμεί τα ωοειδή και τους κύκλους των οροφών
“είναι μόνο γιρλάντες, είναι μόνο αστραγάλοι”.
Πηδώ φύλλα είκοσι μήπως εύρω το τέλος,
διασχίζω με κόπο τον κήπο και φεύγω.
Αποφεύγετε ποιητών τέτοιων τη στείρα αφθονία,
μη φορτώνεστε περιττές λεπτομέρειες.
Ό,τι πέραν του δέοντος λέγεται είναι ανούσιο και απωθεί,
κορεσμένο το πνεύμα το απορρίπτει αυτοστιγμεί.
Όποιος όρια να θέτει δεν γνωρίζει, να γράφει δεν ξέρει.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΊΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββά-
του, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες εζώσανε τον μικρό συνοι-
κισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλά-
κια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκα-
νε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα,
ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπε-
δο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ως κάτου, με
τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος
φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε
κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος
δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμ-
μή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και
τα κοντά μαύρα ποδήματα ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα.
Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να
πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους,
μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ‘ρχεται Αυ-
τός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες
ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε οποίον λάχαι-
νε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά
και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η
στιγμή να σταθεί και μπροστά στον Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλε-
ψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά
– μακριά μέσα στο μέλλον του – που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα
κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανα-
σηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο
Λευτέρης δε σάλεψε.

Διαβάστε περισσότερα