Η ΑΚΑΤΑΔΕΧΤΗ
Το καινούργιο βιβλίο πλησίασε τη βιβλιοθήκη και
της μίλησε με σεβασμό .
-Πώς καταφέρνεις κι έχεις μόνο καλά βιβλία στα
ράφια σου ; Την ρώτησε .
-Μα ξεσκαρτάρω , του απάντησε . Όλο στέλνω βιβλία
στην αποθήκη. Στις μελαμίνες μου πλαγιάζουν -ή
στέκονται όρθια- μόνο τα καλά . Τα άλλα πηγαίνουν
στο υπόγειο. Σε κούτες .
Τι υπεροψία ήταν αυτή ; Μιλούσε έτσι ένα έπιπλο
φτηνής κατασκευής. Και είχε τόσο στόμφο.
-Δηλαδή τα θάβεις αυτά που δε σου αρέσουν ;
-Βεβαίως. Τι να τα κάνω ; Έχω πολύ λίγο χώρο. Τα
ασήμαντα τα ξεφορτώνομαι. Όταν καμία φορά θυμηθώ
κάποιο μέτριο το φέρνω πάνω. Το ξεφυλλίζω…και μετά
το πηγαίνω πάλι κάτω.
Στεναχωρήθηκε το βιβλίο με την σκληρότητα του
επίπλου. Ήθελε κι αυτό κάπου να τρυπώσει. Ήθελε
να βρεθεί παρέα με άλλα βιβλία. Να μπει σε μια
συντροφιά αλλά κατάλαβε ότι κινδύνευε να το προσβάλουν.
-Ώστε τα ρίχνεις στον Άδη…Μα κανείς δε διαβάζει
βιβλία που είναι παρατημένα σε κούτες .
-Μην το λες αυτό φίλε μου. Ασχολούμαι και με τα μέτρια
όμως τον πιο πολύ καιρό τον περνώ με τα καλά…Με
τα αριστουργήματα .
-Κρίμα… είσαι τόσο ακατάδεχτη. Κρίμα…Κι εγώ που ήρθα
για να προσπαθήσω να μπω στα ράφια σου. Νομίζω ότι
δεν έχω ελπίδες .
Τότε η ιδιότροπη βιβλιοθήκη του απάντησε με ναζιάρικη
φωνή :
-Έλα , μην τα χάνεις . Κάτσε να σε ξεφυλλίσω. Αν έχεις
φροντίσει για την ποιότητά σου εγώ δεν πρόκειται να σε
αδικήσω .
Ο ΒΟΚΑΚΙΟΣ
Μια μέρα είπα στη μητέρα μου :
-Καλά τα πάω μαμά . Κατάφερα κι έγραψα 70 μικρά
πεζά . Όμως κουράστηκα πολύ .
-Αχ βρε χαζέ , μου απάντησε . Χαμένε στα σύννεφα. Τι 70
μικρά πεζά μου λες; Βρε στην ηλικία σου ο Ωνάσης είχε
φτιάξει 70 μεγάλα καράβια .
Θύμωσα γιατί όλο μου έβαζε πάγο στις προσπάθειες μου .
Όλο τα λεφτά σκεφτόταν .
-Κι εγώ αξίζω μητέρα . Είναι δύσκολα τα πεζά…Βέβαια στα
ποιήματα είμαι ξεφτέρι όμως στα πεζά συνέχεια βρίσκω ζόρι .
Δε σήκωνε από λόγια . Άρχισε να με βρίζει …
-Βρε χαμένε…Άκου 70 πεζά . Και μάλιστα μικρά .
-Ναι. Καλά είναι, της απάντησα, και πού να γνώριζες και τον
Βοκάκιο τον Ιταλό .
Τινάχτηκε απʼ τα νεύρα της. Την είχα μπερδέψει. Σηκώθηκε
απʼ την καρέκλα και ήρθε καταπάνω μου .
-Ποιος είναι αυτός ; Με ρώτησε .
-Ο Τζοβάνι ο Ιταλός .
-Ποιος Ιταλός βρε ; Στην κατοχή ;…Θυμήθηκε η μάνα μου τα
παλιά τα μαύρα χρόνια και την πείνα . Και τι δεν είχε τραβήξει…
-Όχι της είπα . Αυτός ήταν καλός…Ζούσε παλιά, στο Μεσαίωνα .
Έκατσε κι έγραψε το Δεκαήμερο. Και το γέμισε για χάρη μας
με 100 μικρά αριστουργήματα .











Το ράφι
Το βάρος των βιβλίων το λύγιζε στη μέση. Ένιωθες πως έφτανε ακόμη και το ελάχιστο της σκόνης να προστεθεί, για να σπάσει. Γι’ αυτό ξεσκόνιζες τακτικά, με μια τρυφερότητα σαν σε περίθαλψη αρρώστου το καταπονημένο ξύλο. Κάποιες φορές το παρατηρούσες προσδοκώντας το μοιραίο να συμβεί. Αλλά απέστρεφες το πρόσωπό σου γρήγορα, μην το επιβαρύνεις με το βλέμμα σου. Τα βράδια ήσουν σίγουρος πως τα βιβλία έχαναν τις λέξεις τους για να το αλαφρώσουν και ν’ αντέξει την επόμενη μέρα. Δεν τ’ άνοιγες, λες και φοβόσουν μήπως κάποια φορά δεν επέστρεψαν στη θέση τους.
“Αν πεθάνω, τι θ’ απογίνει;…Ποιος θα το ξεσκονίζει; Και ποιος θα βρει το θάρρος να κοιτάξει επιτέλους μέσα στα βιβλία;…”
Κοιμόσουν και σε ξεφύλλιζε ο ύπνος. Κοιμόσουν και σε λύγιζαν τα όνειρα. Κοιμόσουν και σ’ έσπαγε στα δυο η νύχτα.
Και το πρωί, όταν σηκωνόσουν κυρτωμένος, έπρεπε να υψώσεις το βλέμμα σου ως το ράφι, για να ισιώσεις.
Ι.Ν.Κυριαζή
(διάλογος μεταξύ αγνώστων μεταξύ τους κειμένων)
ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
http://www.agra.gr/searchl.asp?ID=240
http://www.agra.gr/searchl.asp?ID=1053
τρυφερός, ουσιαστικός και πάντα κόντρα στα… δήθεν της εποχής μας
Να ρωτήσω, η φωτογραφία είναι απ’ το αρχείο του κ.Ριτσώνη; 🙂
δυστυχώς όχι…
είναι μια φίλη Ιταλίς του κ Παστάκα που όπως μου είπε παίζει και σαν ηθοποιός στην σύγχρονη ταίνια γυρίσμενη στην Ιταλία
του φίλου των γυναικών Τζώρτζ Κλούνεϊ .
Η κοπέλα αυτή αγαπά με πάθος τις πολύ μικρές ιστορίες γιατί μπαϊλντισε όπως λέει από τα τεράστια μπεστσέλερ.
Είναι μια κοπέλα που διαβάζει βιβλία με μεγάλη αγάπη..
Θεωρώ τις “Τσίλιες” (συλλογή με μικρά πεζά του κ. Ριτσώνη) ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία.
Κι υπάρχουν καθηγητές που το διδάσκουν σε λύκεια κι ας είναι εκτός προγράμματος, στη ζούλα!
Σφύζουν από αλήθεια και ουσία τα δύο μικροκείμενα του Κ.Ρτσώνη.Τα απόλαυσα και με μάγεψαν, όπως παντοτινά επίσης λατρεύω και υπέροχες “Τσίλιες” του.Κώστα, καλή συνέχεια.
Φιλάω “ΤΣΙΛΙΕΣ” με την “ΑΓΚΑΛΙΑ” μου γεμάτη
“ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΨΙΧΟΥΛΑ” και ” Η ΒΡΑΧΝΗ ΦΩΝΗ”
να ξεπηδάει απ’ το “ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ”
του φιλαδελφού μου Κώστα .
Είναι όμορφος..αληθινά όμορφος ο τρόπος κύριε Ριτσώνη που ανταλαμβάνεστε τις περιπέτειες των πραγμάτων γύρω σας.
Μιλώ για την βιβλιοθήκη σας φυσικά μιας και στάθηκα περισσοτερο πάνω της ..περισσότερο ίσως κι από αυτό το “αγχωμένο” βιβλίο..
Είναι όμορφα να αντιλαμβανόμαστε την δικαιοσύνη της άποψης ειδικά αυτών των πραγμάτων.. Να μην τα αντιμετωπίζουμε σαν ένα πάρκινγκ βιβλίων που ποτέ δεν θα χρειαστούμε, ούτε σαν ένα άχρηστο έπιπλο που ποτέ δεν θα μας μιλήσει.
Οχι..Να τα νοιώθουμε δικά μας κι αυτά..Σαν σε απόγεμα που πέφτει ένα ξεστρατισμένο φως από την χαραμάδα του πρώην μας ύπνου πάνω τους, να τα βρίσκουμε συναντημένα με την αίσθηση της δικής τους της γνωμης..
Και να τα αφήνουμε μέχρι να μπούμε με τα μπούνια ξάνα στον κόσμο μέσα, να μας πουν αυτά που θαρρείς πως κατέχουν..
Θα σας έλεγα και περισσότερα τώρα αλλά για να είμαι ειλικρινής η προσοχή μου δυστυχώς απεσπάσθη από τα φιλικά πρόσωπα του κυρίου Παστάκα..κι ότι ήμουνα έτοιμος να του προτείνω να βρεθούμε βρε αδερφέ ένα βράδυ..εγώ, αυτός ,οι φίλοι του ,οι φίλες τους και κυρίως αυτές..κοντινες, μακρινες δεν θα τα χαλασουμε τώρα..
Να είστε καλά κύριε Ριτσώνη..άψογος!
στη μοναξιά μου
συνέχεια εμβαθύνω
γι’ αυτό στίχους καινούργιους
τώρα θα μουρμουρίζω
(Αγκαλιά)
η βιβλιοθήκη είναι πράγμοτι μια μικρή εκκλήσια όπου κάθε λίγο λέμε τα λόγια μας σαν προσευχή και τα παράπονα μας…
τα βιβλία που τα επελεξε η αυστηρή όμορφη και μορφωμένη κοπέλα είναι οι φίλοι μας…
ξεφυλλίζουμε τα βιβλία μας,
πρέπει οπωσδήποτε να επικοινωνούμε μεταξύ μας,
όλοι εμείς ζούμε για τα βιβλία
για τους φίλους μας…για τα ποιήματα…
για τα μικρα πεζά
………………………………
τι ζωή μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτά;
“Πόσα ράφια χωράει ο παράδεισος; ”
του Δ. Κούρτοβικ, Βιβλιοδρόμιο, 2/10/10
Ευλογία ή βάσανο μια μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη; ΄Η μήπως το διαδίκτυο την έχει κάνει περιττή; Ο Ζακ Μπονέ, φανατικός αναγνώστης βιβλίων, προσεγγίζει το θέμα με χιούμορ, που δεν κάνει όμως λιγότερο συγκινητική την απολογία του υπέρ αυτής της «παλιομοδίτικης» συνήθειας
Δεν θα γινόμουν δεκτός στη λέσχη που ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου κι ένας Ιταλός συνάδελφός του σκέφτηκαν κάποια στιγμή να ιδρύσουν, μεταξύ σοβαρού και αστείου κι έπειτα από μπόλικη, είναι αλήθεια, κατανάλωση βότκας: μια λέσχη που τα μέλη της θα είχαν το καθένα στη βιβλιοθήκη του πάνω από είκοσι χιλιάδες τόμους. Η δική μου βιβλιοθηκούλα μετά βίας φτάνει τους οκτώ ή εννιά χιλιάδες τόμους (έχω χρόνια να τους μετρήσω). Αλλά κι έτσι ακόμα ξέρω από πρώτο χέρι τις χαρές και τα βάσανα που περιγράφει ο βιβλιολάγνος μεσιέ Μπονέ, αφού έχουμε την ίδια λόξα. Αλίμονο, μου φαίνεται πως με τον καιρό τα βάσανα γίνονται για μένα περισσότερα από τις χαρές. Κι έχω σοβαρούς λόγους να πιστεύω πως το αίσθημα αυτό δεν είναι άγνωστο ούτε σ΄ εκείνον.
Ο Μπόρχες έλεγε ότι ο Παράδεισος είναι μια βιβλιοθήκη. Ο Παράδεισος αφορά όμως τη μετά θάνατον ζωή, κι εμένα μ΄ ενδιαφέρει, όπως και άλλους φαντάζομαι, τι σημαίνει η βιβλιοθήκη για κάποιον που βαδίζει ακόμα στην επίγεια κοιλάδα των δακρύων. Πιο κοντά στο ιδεώδες μου βρίσκεται, ομολογώ, αυτό που είπε ο Βαλενκούρ, ο διάδοχος του Ρακίνα στη Γαλλική Ακαδημία, όταν έχασε τη βιβλιοθήκη του σε μια πυρκαγιά: «Σε τι θα με είχαν ωφελήσει τα βιβλία μου, αν δεν είχα μάθει να ζω χωρίς αυτά;» ΄Η, αν μου επιτρέπεται να επικαλεστώ ένα δικό μου παλιό απόφθεγμα: «Η βιβλιοθήκη του ώριμου φιλαναγνώστη δεν θα έπρεπε να γεμίζει αλλά ν΄ αδειάζει». Αλλά δεν έχω ακόμα κατακτήσει ένα τέτοιο επίπεδο ωριμότητας και είναι αμφίβολο αν θα υψωθώ ποτέ ώς αυτό. Οπότε, το περισσότερο που θα μπορούσα να κάνω θα ήταν να υπερασπιστώ το πάθος μου με αισθησιακά υποκειμενικούς όρους, όπως θα έκανε ένας φετιχιστής γυναικείων αξεσουάρ ή ένας, υπό διωγμόν πλέον, καπνιστής- ποιος ξέρει άλλωστε αν στο μέλλον δεν βρεθούν υπό διωγμόν και οι βιβλιοθήκες.
Γεγονός είναι ότι δύσκολα μπορεί κανείς να υπερασπιστεί πειστικά μια μυριότομη βιβλιοθήκη την εποχή της εικονοκρατίας και του διαδικτύου. Ο λόγος του θα κινδύνευε να φανεί σκυθρωπός και γεροντίστικος όσο και τα φορτωμένα με βιβλία ράφια σε πολύ κόσμο, ιδίως στους νεότερους. Γι΄ αυτό ο Ζακ Μπονέ, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων, κριτικός, συγγραφέας και πάνω απ΄ όλα μανιώδης αναγνώστης βιβλίων, επιλέγει έναν ανάλαφρο, χιουμοριστικό, ακόμα και αυτοειρωνικό τόνο, επιτρέποντας μεγάθυμα στον αμετάπειστο αναγνώστη του να τον θεωρήσει γραφικό ή και ψώνιο. Νομίζω τελικά πως αυτός είναι ο ευφυέστερος τρόπος να μιλήσει κανείς σήμερα για τη γοητεία του τυπωμένου βιβλίου και της βιβλιοθήκης.
Ο Μπονέ δεν ανήκει στην κατηγορία του συλλέκτη βιβλίων, αυτού που κυνηγάει σπάνιες εκδόσεις χωρίς να έχει απαραίτητα σκοπό να τις διαβάσει. Εκείνος καταβροχθίζει τα βιβλία που αποκτά. Αλλά μια βιβλιοθήκη χιλιάδων τόμων, που αυξάνονται διαρκώς, συνεπάγεται ξόδεμα ολοένα περισσότερου χρόνου σε άχαρες δραστηριότητες. Δεν είναι μόνο το ξεσκόνισμα, που στο κάτω κάτω μπορεί να γίνει μηχανικά, αν και η εμπειρία δεν είναι ούτε ευχάριστη ούτε υγιεινή για τα πνευμόνια. Υπάρχουν άλλα, μεγαλύτερα ζόρια, που ο άσχετος και αδιάφορος για ιδιωτικές βιβλιοθήκες ούτε καν τα υποψιάζεται, αλλά αν τα ήξερε θα είχε στη φαρέτρα του πρόσθετα επιχειρήματα για την αδιαφορία του ή και για την αντιπάθειά του.
Για παράδειγμα, πώς να ταξινομήσεις τα χιλιάδες βιβλία, ώστε να μπορείς να βρίσκεις αυτό που θέλεις; Όλα τα συστήματα έχουν τα μειονεκτήματα και τις εξαιρέσεις τους, που όχι σπάνια σε κάνουν να χάσεις το κεφάλι σου ψάχνοντας (μου έχει συμβεί κι εμένα, όπως στον Μπονέ, να ξαναγοράσω ένα βιβλίο που υπήρχε στη βιβλιοθήκη μου, αλλά νόμιζα πως το είχα χάσει, για να μη μιλήσω για τα βιβλία που αγόραζα έχοντας ξεχάσει ότι τα είχα ήδη).
Πώς ν΄ αποφασίσεις ποια βιβλία δεν σου είναι πια απαραίτητα και μπορείς ν΄ απαλλαγείς από αυτά, για να κάνεις χώρο για καινούργια; Πέρα από τους συναισθηματικούς ενδοιασμούς, μπορεί να λαθέψεις στην κρίση σου (μου έχει συμβεί κι εμένα να πετάξω ή να χαρίσω ένα βιβλίο, για να διαπιστώσω εκ των υστέρων ότι το χρειαζόμουν). Ας αφήσουμε το πρόβλημα του χώρου, μιας και η βιβλιοθήκη του βιβλιομανούς επεκτείνεται ταχύτερα από αναρριχητικό φυτό και μπορεί ν΄ απλώσει τα ράφια της ώς την κουζίνα ή ακόμα και το μπάνιο, γεννώντας ένα αίσθημα ασφυξίας στους ενοίκους, μηδέ του κατόχου της εξαιρουμένου. Και τι γίνεται αν ένα ζευγάρι χωρίσει και δεν μπορεί να συμφωνήσει ποια βιβλία ανήκουν σε ποιον;
Φυσικά, το διαδίκτυο τα κάνει όλα αυτά να φαίνονται αστεία, κι ευτυχώς ο Μπονέ βλέπει το ζήτημα, τουλάχιστον με το ένα μάτι, και από αυτή τη σκοπιά. Δεν είμαστε εχθροί του διαδικτύου, εμείς που λατρεύουμε (μαζοχιστικά, έστω) τη βιβλιοθήκη μας. Κάθε άλλο, αναγνωρίζουμε τις τεράστιες δυνατότητές του και τις αξιοποιούμε, στον βαθμό που μας ενδιαφέρουν. Αλλά, πώς να το πούμε. Το διαδίκτυο είναι συγχρόνως υπερβολικά άυλο και υπερβολικά μηχανικό. Ενώ η βιβλιοθήκη μας είναι το χειροπιαστό, φιλικό στο ψηλάφημα ψυχικό παρελθόν και παρόν μας, οι δείκτες της εσωτερικής εξέλιξής μας. Τα βιβλία που διαβάσαμε και αγαπήσαμε είναι η υλική ανάμνηση συγκινήσεων που μας σημάδεψαν και μας καθόρισαν. Και αν πότε πότε απορούμε, όταν τα ξαναδιαβάζουμε, γιατί μας έκαναν κάποτε τόσο μεγάλη εντύπωση, αν σπαζοκεφαλιάζουμε για τις ίδιες τις παλιές σημειώσεις μας στο περιθώριο, αυτό τα κάνει ακόμα πιο πολύτιμα: μας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία μας έχει ξεχασμένα κεφάλαια, που, όπως τα ξεχασμένα κεφάλαια της μεγάλης Ιστορίας, αλλάζουν τη συνολική εικόνα και την προοπτική της, όταν ανασύρονται από τη λήθη κι ερευνώνται.
΄Επειτα, είναι και το άλλο. Η αναζήτηση στο διαδίκτυο είναι υπερβολικά στοχευμένη. Σου δίνεται αμέσως αυτό που ψάχνεις να βρεις, μαζί με ό, τι συναφές. Πρακτικότατο και χρησιμότατο, αναμφίβολα. Αλλά χωρίς τη σαγήνη της εξερευνητικής περιπέτειας και χωρίς τα ερεθίσματα της έκπληξης, της απροσδόκητης ανακάλυψης, που μπορεί να σου προσφέρει η περιήγηση σε μια βιβλιοθήκη ή ένα βιβλιοπωλείο ή ακόμα κι ένα μεμονωμένο βιβλίο. Ορίστε, άρχισα να διολισθαίνω σε παλιομοδίτικους μελοδραματισμούς. Το ίδιο συμβαίνει και στον μεσιέ Μπονέ. Τι να κάνουμε, κανένας δεν μπορεί να πηδήξει έξω από τον ίσκιο του, που λένε και οι Γερμανοί.
Το διάβασμα βιβλίων μπορεί να είναι μια έξη, αλλά είναι η μόνη έξη με άρωμα αθανασίας. Υπάρχει μια ιστορία για έναν μελλοθάνατο Γάλλο, τον καιρό της Τρομοκρατίας, ο οποίος διάβαζε ένα βιβλίο μέσα στο κάρο που τον πήγαινε στην γκιλοτίνα και πριν ανέβει στο ικρίωμα σημάδεψε τη σελίδα όπου είχε φτάσει. Αυτός κι αν πίστευε πως ο Παράδεισος είναι μια βιβλιοθήκη, όπου θα συνέχιζε το διάβασμα από εκεί που το είχε σταματήσει!
Κώστα το έγραψα χτες βράδυ λιγάκι σουρωμένος με λευκό κρασί .Είχα βγει με παρέα τραγουδιστών και δεινών ρεμπετολόγων που με παρασύρουν σε ξεπορτίσματα…λοιπόν ζούμε με τα βιβλία αλλά και για τα βιβλία…με τους φίλους αλλά και για τους φίλους…για τα ποιήματα αλλά και με τα ποιήματα…
λοιπόν ζούμε για το μανάρι της φωτογραφίας -την αυστηρή Ιταλίδα βιβλιοθηκάριο που διαβάζει Δάντη Βοκάκιο Πετράρχη -αλλά δε ζούμε μαζί της…εδώ δεν μπαίνει με…
ή μήπως μπαίνει και δεν το βάζουμε από δειλία και από λογοτεχνική συστολή;…
Ωραίος ο Ντε Κουίνσι…ήταν λένε μαστουριόρε ? σαν αυτούς που γράφαν παλιά τα ρεμπέτικα ?
…να παρασύρεστε κ. Ριτσώνη…
…ζούμε για να γαργαλιούνται ενίοτε, οι αισθήσεις και γιατί όχι κι οι παραισθήσεις, οπάδος σας
…προχθεσινό αφιερωμένο κ. Ριτσώνη (ξεσούρωτη)
το περιβόλι
Η ησυχία
η λέξη που ʼχει πει
τα πιο πολλά ψέματα
σε ένα πέρασμα απ΄το μηδέν
επιτέλους, φυγαδεύτηκε
από το έργο της ζωής μας
έπεσε πολύ από δαύτη
τι λες;
σε μιαν άγνωστη κατεύθυνση
ας τραβήξει για εκεί
δε μας άντεξε ποτέ,
δεν θέλει να μας ξέρει
στο περιβόλι που αλωνίζουμε
πόσο όμορφα είναι με το δίχως αυτήν;
χώμα μυρίζουμε και βράζουμε
ανάσα πιάνουμε
και δαγκώνουμε τα σαγόνια μας
ας είναι η απουσία της,
αιώνια στιγμή από ένα σύρμα πιασμένη…
βουλιάζω, έτσι απλά βουλιάζω
χωρίς να κρατώ τα φρένα
απλώνομαι
εκεί που θα σε βρω…
αχ…αχ…αχ
κυρία Καραγιάννη γράφετε όμορφα και ερωτικά
τι έχει η πόλη σας η θεσσαλονίκη και βγάζει
ωραίες ερωτικές ποιήτριες?
Λέτε δυνατά στο τέλος :
-βουλιάζω , έτσι απλά βουλιάζω
χωρίς να κρατώ τα φρένα
απλώνομαι
εκεί που θα σε βρώ…
………………………………………..
γράφουν ερωτικά οι θεσσαλονικιές…μου άρεσαν πολύ τα ποiήματα που είχατε παρουσιάσει στο ποιείν…η αφιέρωση σου Κατερίνα με κολακεύει…
αρχίζει και θολώνει μέσα μου η οπτασία της όμορφης Ιταλίδος…λες να είναι πλαστική κούκλα;…
αγαπητή Κατερίνα πίνω ένα ποτήρι στην υγειά σας
εβίβα
Γόη, σαπώ! 2.706 επισκέψεις μόνο για σένα, νέο ιστορικό ρεκόρ του ΠΟΙΕΙΝ…μόλις γυρίσω θα σου κάνουμε πάρτυ…κάποιοι κουβαλάνε λάσπη εδώ μέσα, επειδή τα παπούτσια τους έρχονται από άλλους…τόπους. Τους παρακαλώ να τα σκουπίζουν καλά, πριν μπουν στο σαλόνι μας:))
εβίβα…
http://www.youtube.com/watch?v=7qtaFHgL_VI
2.706 ζευγάρια παπούτσια, Σωτήρη,
είναι φυσικό να μεταφέρουν λάσπες, τσίχλες, ακαθαρσίες αλλά και τρίχες, κλωστές από μεταξωτά χαλιά ή και τίποτα από όλα αυτά αν είναι του κουτιού.
φίλε Κώστα τότε τους άφηναν και κατάπιναν το λάβδανο με το κουταλάκι ,,,τους το πουλούσαν ελεύθερα στα φαρμακεία και κατα λάθος εύκολα γινόσαν από έναν πονόδοντο οπιομανής…Eτσι την πάτησε και ο Ντε Κουίνσι…
Μαζί του ασχολήθηκε και ο Κάρολος ο Μέγας … δηλαδή ο Μπωντλέρ…στo βιβλίο les paradies artificiels…1860…οι τεχνητοί παράδεισοι…αυτά που γράφει ο Κάρολος πρέπει να τα διαβάζουμε και να ξεσκονίζουμε λιγάκι και τα γαλλικά μας…
Ο Θωμάκος ο Κουίνσιος είχε φοβερό πρόβλημα με επίμονους στομαχόπονους. Τότε υπήρχε μόνο το λάβδανο σαν αποτελεσματικό (και φθηνό) παυσίπονο.
Ο ίδιος υπήρξε εξαιρετικός στη χρήση (γραπτή και προφορική!!!) της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Υπήρξε επίσης και φανατικός της Καντιανής φιλοσοφίας. Ο ίδιος άλλωστε μας έχει διασώσει τις τελευταίες στιγμές του Καινιξμπέργκιου παρθένου.
Αυτό που έχει πάντως αξία δεν είναι τα πάθη αυτά καθ’αυτά, αλλά η επίμονη κατάφασή τους….
ΥΓ
Στην υγειά σας κύριε Ριτσώνη!
Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ
-Ποιόν αγαπάς πιο πολύ, άνθρωπέ αινιγματικέ, πες μου:τον πατέρα σου, τη μητέρα σου τηναδερφή σου ή τον αδερφό σου;
-δεν έχω ούτε πατέρα,ούτε μητέρα,ούτε αδερφή,ούτε αδερφό.
-Τους φίλους σου;
-Κάνετε χρήση μιας λέξης που η σημασία της μου έχει μείνει μέχρι τώρα άγνωστη.
-Την πατρίδα σου;
-Αγνοώ σε ποιό γεωγραφικό πλάτος είναι η θέση της.
-Την ομορφιά;
-Θα την αγαπούσα με προθυμία θεά και αθάνατη.
-Το χρυσάφι;
-Το μισώ όπως εσείς μισείτε το Θεό.
-Ε!λοιπόν εσύ τι αγαπάς παράξενε αδιάφορε;
-Αγαπώ τα σύννεφα,,,τα σύννεφα που περνούν εκεί πέρα…τα υπέροχα σύννεφα!
………………………………………………
γεια σας κύριε Πατιέ…αυτό το μικρό πεζό είναι του Κάρολου Μπωντλέρ που ήταν μάστορας στα μικροκείμενα και μελέτησε και το Θωμάκο Κουίνσιο…έτσι μου είπε να σας πω η ωραία μορφωμενη Ιταλίδα κοπέλα η βιβλιοθηκάριος του έρωτα…στην υγεια σας
στην υγεία σου Κώστα στην Κύπρο… πίνω κι εγώ λίγο κρασί από το Μαρκόπουλο…Λοιπόν όταν κελαηδούσε ο Κάρολος ο Βοδελαίρος ο τρανός τα άλλα πουλιά της Γαλλίας μα και της Αγγλίας καθόντουσαν μουγγά γιατί φίλε Κώστα ο μεγάλος Έντγκαρ ο Πόε ήταν πια πεθαμένος ο άτυχος
εβίβα
Nαι Κώστα ο Έντγκαρ ο άτυχος είναι ο πρώτος.Τα μπουζούκια τα λατρεύουν οι Κυπραίοι…όπου υπάρχει μπουζούκι υπάρχει και Ελλάδα…μα γιατί οι Ιταλιάνοι δεν ανθολόγησαν τον δικό σας τον Λαπαθιώτη; που ήταν και Κυπραίος και απόγονος ήρωα του Μεσσολογγίου και παιδί της νύχτας;Από που μπαίρνουν τα βιβλία οι Ιταλιάνοι;
Για να είμαστε ακριβείς, Κύπριος ήταν μόνο ο εκ πατρός παππούς του Λαπαθιώτη, ο Θεοχάρης. Μετά το σφαγιασμό του πατέρα του, που ήταν πρόκριτος στη Λάπιθο, κι αφού κρύφτηκε σε κάποιο μοναστήρι, διέφυγε στην Ελλάδα, όπου εντάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού Μπούσγου και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους υπηρέτησε στη Χωροφυλακή.
Ο γιος του, ο Λεωνίδας γεννήθηκε το 1854 (ή 1852) στην Κόρινθο και παντρεύτηκε την Βασιλική Παπαδοπούλου, από Υδραίο πατέρα και Μεσολογγίτισσα μητέρα και έκαναν τον Ναπολέοντα. Οπότε, δεν είναι μόνο Κύπριος ο Ναπολέων. Έλεγε ότι έχει κυπριακό αίμα, αλλά τόνιζε και τις άλλες του πατρίδες. Και δεν είχε και πολλές πατρίδες με το νησί, δεν το είχε επισκεφτεί ποτέ, λιγοστές δημοσιεύσεις είχε όσο ζούσε σε κυπριακά περιοδικά, κυρίως όσο ήταν πολύ νέος, και είχε κι έναν καυγά με τον Άντη Περνάρη (που είχε αρνηθεί την αξία των ποιημάτων του) γύρω στο 1939-40.
Πάντως, κύριε Ρεούση, αδικείτε τους συμπατριώτες σας, διότι τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία ήρθαν στην επιφάνεια από κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Τα Μικροφιλολογικά, που ξέρω, γράφουν πολύ συχνά για τον Λαπαθιώτη.
Aν και κάπως άσχετο…Ως πληροφορία στον κύριο Σαραντάκο τον λόγο που βρέθηκε ο πρόγονος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη Χατζηλίας στο κατάλογο των εκτελεσθέντων.
Στη Λάπηθο 17 Ιουνίου 1821 έφτασε μυστικά ο μπουρλοτιέρης Κανάρης.
Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Πασπάλλα μέχρι τις 21 του μήνα. Οι Λαπηθιώτες με σκηνοθετημένη κηδεία έθαψαν στο παραλιακό κοιμητήριο όπλα, ένα σεβαστό ποσό χρημάτων που παραχώρησε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και άλλες βοήθειες. Πρι ξημερώσει οι ναύτες απο το πλοίο του Κανάρη τα ξέθαψαν τα πήραν και αναχώρησαν μαζί με 16 παλικάρια εθελοντές από τη Λάπηθο.
Οι Τούρκοι το πληροφορήθηκαν αρκετές μέρες αργότερα. Συνέλαβαν τον προύχοντα Χατζηλία μαζί με άλλους Λαπηθιώτες. Τους καρατόμησαν στη Λευκωσία κατά τις σφαγές 9ης Ιουλίου 1821.
Πολύ ενδιαφέρον, κύριε Χαριτωνίδη, δεν ήξερα για τον Κανάρη. Από την περιγραφή του σφαγιασμού του Χατζηλια είχα συμπεράνει ότι έγινε στη Λάπηθο, ίσως και στην αυλή του σπιτιού του, αλλά μπορεί να έχετε δίκιο.
Να σημειωθεί ότι ο Χατζηλίας δεν φαίνεται να είχε επώνυμο, δεν είχαν τότε οι Κυπραίοι, έτσι δεν είναι; Ο Θεοχάρης του Χατζηλία πήρε το επώνυμο Λαπαθιώτης όταν ήρθε στην Ελλάδα, υποθέτω. Γιατί όμως Λαπαθιώτης και όχι Λαπηθιώτης, είναι απορία μου.
Αγαπητέ κύριε Σαραντάκο ευχαρίστως σας πληροφορώ, αφού προηγουμένως θέλησα πιο έγκυρα να επιβεβαιώσω τα όσα έγραψα, από ιστορικό συχωριανό μου Λαπηθιώτη καθηγητή του παν. Κύπρου.
Έχετε δίκαιο ότι το πιθανότερο ο χατζηλίας καρατομήθηκε επι τόπου.
Επιβεβαιώνει τον λόγο ότι ήταν η εικονική κηδεία για να μπορέσει να πάρει το υλικό που μάζεψε ο μπουρλοτιέρης Κανάρης στη Λάπηθο.
Δεν είναι μόνο οι Κύπριοι που δεν είχαν επίθετο επι τουρκοκρατίας, αλλά όλοι οι κάτοικοι των φτωχών αγροτικών περιοχών της Οθωμανικής επικράτειας. Τεκμηριώνεται αυτό στη Μικρασία και Μακεδονία. Επίθετα διατηρούσαν μόνο οι αστοί που έπρεπε να έχουν κάποιο πιστοποιητικό για τα ταξίδια τους κατά κάποιο τρόπο ως διαβατήριο.
Όσον για το Λαπαθιώτης αντί Λαπηθιώτης οφείλεται σε γραφικό λάθος μια και ο καθηγητής σε σχετική ερευνά του, εντόπισε το όνομα σε μια βιβλιοθήκη ενός θείου του Ναπολέοντα, αδελφό του Λεωνίδα με επίθετο Λαπηθιώτης και όχι Λαπαθιώτης. Σύντομα θα το δημοσιοποιήσει μου είπε.
Κύριε Χαριτωνίδη, σας ευχαριστώ πολύ για την απάντηση! Επιβεβαιώνετε την υποψία που είχα εκφράσει σε ανύποπτο χρόνο, ότι δηλαδή το ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ μπορεί να προήλθε από παρανάγνωση του ΛΑΠΗΘΙΩΤΗΣ (το γράφω με κεφαλαία για να φανεί η ομοιότητα).
Ωστόσο, με παραξενεύει η αναφορά σας σε “θείο του Ναπολέοντα, αδελφό του Λεωνίδα”. Απ’ όσο ξέρω, ο Θεοχάρης Λαπαθιώτης είχε μόνο έναν γιο, τον Λεωνίδα, και μια κόρη, τη Βασιλική -έτσι, τουλάχιστον, αναφέρουν οι πηγές. Αδημονώ να ακούσω περισσότερα!
Ποιά παρανάγνωση; Ασχετίλα μάλλον; Μετατροπή του α-μακρόν σε ήτα, λέει κάτι αυτό; Ή ταν ή επι τας; Άγνοια του στοιχειώδους…
Η παρανάγνωση, αν μου επιτρέπεις, σχολιαστή, συνίσταται στο -θ-. Ο ποιητής ήθελε να το κάνει Λαπαδιώτης (αυτοσαρκαζόμενος, κατά το συνήθειό του, και προλαβαίνοντας όσους αργότερα θα ονόμαζαν τους ποιητές “λαπάδες”), αλλά ο υπάλληλος του ληξιαρχείου, ο οποίος ξενυχτούσε με χορεύτριες στο καμπαρέ La Paz επί της οδού Αθηνάς, έκανε τον έξυπνο (ίσως να ήταν και πιωμένος) στον ποιητή και κατέγραψε το όνομά του ως Λαπαθιώτης (περίπτωση παρόμοια με του Ζοζέ Σαραμάγκου). Ο ποιητής, με το ιδιαίτερο χιούμορ που τον χαρακτήριζε, αποδέχθηκε το αστείο του υπαλλήλου.
Αυτά για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Και για να διορθώσω: ασφαλώς, όπως επισημαίνει ο σχολιαστής, δεν πρόκειται για παρανάγνωση, αλλά εσκεμμένη παραποίηση.
Δεν ξέρω πόσα από τα σχόλια 37-39 είναι ειρωνικά, αλλά όταν έγραψα “παρανάγνωση” εννοούσα παρανάγνωση’ υπέθεσα, χωρίς καμιά δυνατότητα να το αποδείξω, ότι κάποιος γραμματέας της χωροφυλακής (όπου υπηρετούσε ο Θεοχάρης Λαπ*θιώτης περί το 1850) ή ληξίαρχος ή άλλος δημόσιος λειτουργός, διαβάζοντας το ΛΑΠΗΘΙΩΤΗΣ στα κεφαλαία, το παρανάγνωσε σε ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Κάτι τέτοια συμβαίνουν σε δημόσιες υπηρεσίες (έχω παράδειγμα από τη δεκαετία του 1980, όταν φίλος μου υπηρέτησε στο στρατό με άλλο επώνυμο, επειδή το αρχικό ΑΥ του επωνύμου του διαβάστηκε σαν ΛΥ), οπότε θα συνέβαιναν και τότε.
Βέβαια, επειδή υπάρχουν και άλλοι Λαπαθιώτηδες πλην του ποιητή και των άμεσων ανιόντων του, δεν μπορεί όλοι να οφείλουν το επώνυμό τους σε παρανάγνωση. Περιμένω άλλωστε τον κ. Χαριτωνίδη να μας διαφωτίσει.
Αγαπητέ κύριε Σαραντάκο, τα σχόλια 38-39 δεν στοχεύουν ούτε σε σας, ούτε στις πληροφορίες που εσείς και ο κύριος Χαριτωνίδης είχατε την καλοσύνη να μοιραστείτε μαζί μας.
Κύριε Σαραντάκο. Eυχαρίστως σας πληροφορώ ότι σύντομα θα δημοσιευτεί (πιθανόν στα «μικροφιλολογικά») η έρευνα. Eπιβεβαιώνει ότι ο Λεωνίδας πατέρας του Ναπολέοντα είχε και αδελφό που πέθανε σε μικρή ηλικία. Ο αδελφός αυτός έφερε επίθετο ΛαπΗθιώτης.
Κύριε Χαριτωνίδη, σας ευχαριστώ πολύ και περιμένω με αδημονία!
H θάλασσα μοιάζει σαν ένα αιώνιο ποίημα ή σα μιά απέραντη μελωδία , που έχει τα κύματα στίχους και τους αφρούς ομοιοκαταληξίες της !
……………………………………………………..
Τίποτε , τίποτε ,ούτε στον κόσμο, ούτε στο Θάνατο, είναι ωμορφότερο από τις ματιές και από τα χαμόγελα της αγάπης !
…………………………………………………….
Κ’εξάλλου, τι σημαίνει Ομορφιά; Η μυστική και μακρυνή υπόσχεση μιας ευτυχίας που μας περιμένει.-
……………………………………………………..
Μικρά κείμενα του Ναπολέοντα που τα έγραφε με ταλέντο και μεράκι…
Υπέροχα και τα δυο μικρά σου κείμενα Κώστα μου…