Η ΑΚΑΤΑΔΕΧΤΗ

Το καινούργιο βιβλίο πλησίασε τη βιβλιοθήκη και

της μίλησε με σεβασμό .

-Πώς καταφέρνεις κι έχεις μόνο καλά βιβλία στα

ράφια σου ; Την ρώτησε .

-Μα ξεσκαρτάρω , του απάντησε . Όλο στέλνω βιβλία

στην αποθήκη. Στις μελαμίνες μου πλαγιάζουν  -ή

στέκονται όρθια- μόνο τα καλά . Τα άλλα πηγαίνουν

στο υπόγειο. Σε κούτες .

Τι υπεροψία ήταν αυτή ; Μιλούσε έτσι ένα έπιπλο

φτηνής κατασκευής. Και είχε τόσο στόμφο.

-Δηλαδή τα θάβεις αυτά που δε σου αρέσουν ;

-Βεβαίως. Τι να τα κάνω ; Έχω πολύ λίγο χώρο. Τα

ασήμαντα τα ξεφορτώνομαι. Όταν καμία φορά θυμηθώ

κάποιο μέτριο το φέρνω πάνω. Το ξεφυλλίζω…και μετά

το πηγαίνω πάλι κάτω.

Στεναχωρήθηκε το βιβλίο με την σκληρότητα του

επίπλου. Ήθελε κι αυτό κάπου να τρυπώσει. Ήθελε

να βρεθεί παρέα με άλλα βιβλία. Να μπει σε μια

συντροφιά αλλά κατάλαβε ότι κινδύνευε να το προσβάλουν.

-Ώστε τα ρίχνεις στον Άδη…Μα κανείς δε διαβάζει

βιβλία που είναι παρατημένα σε κούτες .

-Μην το λες αυτό φίλε μου. Ασχολούμαι και με τα μέτρια

όμως τον πιο πολύ καιρό τον περνώ με τα καλά…Με

τα αριστουργήματα .
-Κρίμα… είσαι τόσο ακατάδεχτη. Κρίμα…Κι εγώ που ήρθα

για να προσπαθήσω να μπω στα ράφια σου. Νομίζω ότι

δεν έχω ελπίδες .

Τότε η ιδιότροπη βιβλιοθήκη του απάντησε με ναζιάρικη

φωνή :

-Έλα , μην τα χάνεις . Κάτσε να σε ξεφυλλίσω. Αν έχεις

φροντίσει για την ποιότητά σου εγώ δεν πρόκειται να σε

αδικήσω .

Ο ΒΟΚΑΚΙΟΣ

Μια μέρα είπα στη μητέρα μου :

-Καλά τα πάω μαμά . Κατάφερα κι έγραψα 70 μικρά

πεζά . Όμως κουράστηκα πολύ .

-Αχ βρε χαζέ , μου απάντησε . Χαμένε στα σύννεφα. Τι 70

μικρά πεζά μου λες; Βρε στην ηλικία σου ο Ωνάσης είχε

φτιάξει 70 μεγάλα καράβια .

Θύμωσα γιατί όλο μου έβαζε πάγο στις προσπάθειες μου .

Όλο τα λεφτά σκεφτόταν .

-Κι εγώ αξίζω μητέρα . Είναι δύσκολα τα πεζά…Βέβαια στα

ποιήματα είμαι ξεφτέρι όμως στα πεζά συνέχεια βρίσκω ζόρι .

Δε σήκωνε από λόγια . Άρχισε να με βρίζει …

-Βρε χαμένε…Άκου 70 πεζά . Και μάλιστα μικρά .

-Ναι. Καλά είναι, της απάντησα, και πού να γνώριζες και τον

Βοκάκιο τον Ιταλό .
Τινάχτηκε απʼ τα νεύρα της. Την είχα μπερδέψει. Σηκώθηκε

απʼ την καρέκλα και ήρθε καταπάνω μου .

-Ποιος είναι αυτός ; Με ρώτησε .

-Ο Τζοβάνι ο Ιταλός .

-Ποιος Ιταλός βρε ; Στην κατοχή ;…Θυμήθηκε η μάνα μου τα

παλιά τα μαύρα χρόνια και την πείνα . Και τι δεν είχε τραβήξει…

-Όχι της είπα . Αυτός ήταν καλός…Ζούσε παλιά, στο Μεσαίωνα .

Έκατσε κι έγραψε το Δεκαήμερο. Και το γέμισε για χάρη μας

με 100 μικρά αριστουργήματα .