Η ΖΩΗ ΜΟΥ

Η ζωή μου των παράτολμων αλμάτων
σε μια μοίρα διπλωμένη
μια καζάρμα οδηγημένη
στο πεδίο των τραυμάτων
Η ζωή μου κολλημένη
σε ένα στύλωμα αλάτων.

Η ζωή μου των αυτοτελών χωρίων
ένα μπέρδεμα ανθρώπου
προσφορά αντί για τόπου
λεωφόρων ή φορείων
Η ζωή μου κυκλωμένη
χασμωδίας και ονείρων.

Η ζωή μου της παρθένου εμορφίας
μετατόπιση κυττάρων
στο χρησμό του άρον-άρον
μιας τερματικής πορείας
Η ζωή μου δηλωμένη
μες σε κύκλους ευγονίας.

ΤΟ ΤΣΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΟΓΑ

Εδώ
στης ξενιτιάς τα μέρη που πλανιέμαι
κάθε που ΄ρχεται το δείλι στην καρδιά μου
αποζητώ την κούπα με το ζεστό μου τσάι
σιωπηλός για να το πιω
μες στη μεγάλη σάλα των ακούνητων πραγμάτων.

Το σπίτι λάμπει από ανταμοιβή των κόπων μου τριγύρω.
Κρύσταλλα και πολυτέλειες χρόνων με αγκαλιάζουν
μα εγώ εκεί
κάθε απόγεμα με σφαλιχτά τα μάτια
να χτυπώ το κουταλάκι στα τοιχώματα
ανακατώνοντας έτσι ζεστά
ζάχαρη και αναμνήσεις.
Γκλιγκ-γκλογκ
ο ήχος απ΄ την κούπα μου
Γκλιγκ-γκλογκ
τα κουδούνια των αλόγων μου
πίσω καθώς γυρίζουν από τα ατέλειωτα χωράφια
με τους αγωγιάτες του σκληρού του κάματου της γης
στο έμπα του χωριού να καταφτάνουν.
Πόσο παράξενοι που μου φαινόνταν τότε.
Σαν γίγαντες της αντοχής στα αρχικά μου μάτια.
Κρυφά τους κοίταζα από το παραθύρι της γιαγιάς
καθώς περνούσαν.
Δεν ήθελα για να με δουν.
Να σταματήσει μια στιγμή δεν το βαστούσα
η θεία κείνη μουσική που μου μοιάζε
με θαυμαστή παντοτινότητα κάποιας πομπής ανθρώπων.

Και τώρα εδώ
Στα χρόνια τούτα τα βουβά που συντηριέμαι.
Τι ξεδιάντροπο που με καναν αλήθεια!
Δεν κρύβομαι πια να μη με δουν.
Σχολαστικά τα ζητώ κάθε απόγεμα
μέσα από τη κούπα του τσαγιού μου
σαν μόνη γεύση και χαρά
στης ξενιτιάς την μέρα.
Να με μαγέψουνε ξανά σαν τότε τους γυρεύω
Κοντά τους να με πάρουνε
Στην γλύκα κείνης της χαράς που ανόθευτη τελειώνει
Και εκεί να με αφήκουνε
Ξένος να μη πεθάνω.

ΙΛΙΓΓΟΣ

Έλα πιο νωρίς απόψε να με βρεις.
Σβήσε το τσιγάρο της συντροφιάς που σε περιμένει
και φύγε σου λέω να χαρείς
από τους δρόμους τούτης της νυχτιάς.
Παράξενα πετούν απόψε τα άστρα στον αέρα.
Δεν έχουν διάθεση για φως οι λάμπες στις πλατείες
και τα βεγγαλικά αισθήματα
νοιώθουνε σαν χαμένα.
Έτσι γίνεται ο καιρός
μόνο όταν τοιμάζεται το χάος να ορμήξει μες στη τύχη
να κάνουνε μια συμφωνία πρόχειρη κάποιας αοριστίας
διαλέγοντας αυτόνανε που αναίτια θα πληρώσει.
Κοίτα
Φουσκώσανε τα πέλαγα και σκόνταψε η φύση.
Αργοσαλέψαν μυστικά οι σύριγγες του πένθους
για να χωθούν αδιάκριτα στον πρώτο τον τυχόντα
κι εσύ ακόμα λείπεις από δω
λείπεις από το αγνάντιο που στησα καθώς σε καρτερούσα
από την τρέλα μη σε βρουν
μη σε αναποδογυρίσουν
και σου αδειάζουν την ψυχή μέσα από τη ζωή σου.
Αργείς
Λείπεις κι αργείς
Ζεις;

ΣΚΟΝΗ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ

Θα ρθει κάποτε ο καιρός
που θα ξαναζούμε σαν σκόνη.
Δεν θα υπάρχουν ανήλικα μυστικά
αφημένα στο παραγώνι της αγωνίας.
Δεν θα υπάρχουν σαφή ηλιοβασιλέματα
για να απορρέουν διλλήματα.
Δεν θα υπάρχει η λάμψη ακόμη αν θες
ενός διάτρητου συναισθήματος
ως σημάδι
για αγκαλιές μες στο χιόνι.
Ανένταχτα θα πλέουνε όλα
σε ένα μυστηριώδη βυθό οξυγόνου.
Θα ανοιγοκλείνουν τα χαράματα κι οι νύχτες
με νόημα της μιας οργιάς από την τρέλα
και ενυπόγραφες θα στέκουν οι συμβάσεις του Θεού
με των ανθρώπων τις φευγάλες.
Σαν μια κουστωδία ασήμαντου κονιορτού
θα διαβαίνουμε κι εμείς απ΄ το μπαλκόνι
και σκόνη στη σκόνη
με τόση σκόνη στα ξαφνικά
θα μου μοιάζεις σαν ποτέ να μην σε είδα.
Για ότι ως τώρα άργησες
βιάσου να μου μιλήσεις.

ΣΤΑΣΗ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΑΕΡΑ

Κάποιος συνάμα και τρελός
ή λογικός σαν μια ιστορία παθιασμένων χρόνων
πήδηξε ένα βράδυ τα τέσσερα τελευταία σκαλιά της σκάλας
και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.
Κινήθηκαν από τον αέρα που έφερε
η ξαφνική του πρωτοβουλία
τα χαρτιά ανακοινώσεων της πολυκατοικίας
με μπόλικα κοινόχρηστα πετρελαίου
να αδειάζουν τα λίτρα της ζεστασιάς τους στο δάπεδο.
Μια σταθερότητα ιστού αράχνης στα κάγκελα
ρουφήχτηκε προς τα έξω
και σκοτεινιά κατά τα άλλα στη σκάλα
βράδυ ενόσω κι αφού το θυμάμαι
καθώς την πόρτα άφηνε πίσω του.
Από ένα ματάκι μιας πόρτας δικιάς μου
παρακολουθώ αυτά που θα θελα να φωνάξω.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗ

Θα ταν όμορφα πολύ
έστω και τώρα
να πηγαίναμε στα χωράφια μου είπες.
Θα πλανεύαμε της ζωής τα αρχικά
με λεξούλες χρυσόφτιαχτες
από του ήλιου το γιόμα.
Θα φυσούσαν την ύλη μας
αεράκια του βάθους.
Θα ξεντυνόμασταν τα ξυπνήματα
πανικού και τα χέρια του χρόνου
θα πεφταν ανεπρόκοπα
και χαμπάρι δεν θα παιρνες
το σκοτάδι ξαφνικά που θα ρχόταν
το σκοτάδι που έφτασε
το σκοτάδι που είδες
το σκοτάδι που άφησες τα χωράφια να πάρει.
Μιλήσαμε κι αργήσαμε τόσο!

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Χαρακτηριστικά ακαθόριστα.
Σφουγγαράκια με πόνο
ανταλλασσόμενα με στιγμές της χαράς.
Που και που ψιχαλίζουνε πάνω τους
κάποιοι ουρανοί τις φωνές τους.
κι άλλες φορές πάλι
ξεθερμιστές απουσίες
δένονται ως τις άκριες των ομματιών.
Κανονικά θα πρεπε να αγαπώ περισσότερο
έτσι σαν με κοιτάζω.
Ίσως και να μην γύρευα πράγματα τέτοια
που σαν την ρωγμή μιας ρυτίδας
αγκριώνουν στην σιγουράδα τους.
Αλλάζω τις σκέψεις μου και με κοιτάζω αλλιώς.
Με βλέπω και με λυπάμαι.
Πιότερο κι από το κουνούπι που πέρασε μόλις τώρα
δεν δύναμαι κάτι άλλο να ξέρω.
Απομακρύνομαι άνθρωπος.
Τα χαρακτηριστικά που διαθέτω
στα βέβαια τούτο μπορώ να το πω
αποκλείεται ίσαμε τον παράδεισο
ζωντανό να με βγάλουν.