Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Mario Benedetti (Uruguay, 1920-2009), Δυο πεζά (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

[Από τη συλλογή: Despistes y Franquezas] 

 

KATAΔΙΩΞΗ

 

Όπως σε τόσους και τόσους από τους εφιάλτες του, άρχισε να το βάζει στα πόδια, αλαφιασμένος. Οι μπότες των διωκτών του ηχούσαν κι αντηχούσαν πάνω στα ξερά φύλλα. Οι ρωμαλέες δρασκελιές ζυγώνανε μ’ έναν παλαβό ρυθμό  που σε τρέλαινε.

Μέχρι πριν όχι πολύ καιρό, όποτε έμπαινε σ’ έναν εφιάλτη, η σωτηρία του συνίστατο  στο ότι ξυπνούσε, όμως στη φάση αυτή  οι διώκτες του είχαν μάθει το στρατήγημα και πλέον δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους αιφνιδιασμούς.

Ωστόσο κι ετούτη τη φορά  τους κατέλαβε εξαπίνης. Ακριβώς τη στιγμή που τα λαγωνικά πίστεψαν πως πήγαινε να ξυπνήσει, εκείνος, πολύ απλά,  ονειρεύτηκε πως κοιμότανε.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Luiza Neto Jorge, «Από τα “Σπίτια”» («As Casas») [Μετάφραση από τα πορτογαλικά – επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης] / Β’ ΜΕΡΟΣ

Herberto Helder, «Πρόλογος» (Μετάφραση από τα πορτογαλικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

 

Ι.

 

Τα σπίτια ήρθανε μες στη νύχτα

Το πρωί είναι σπίτια

Τη νύχτα απλώνουνε τα χέρια προς τα ύψη

καπνίζουν έτοιμα για τη φυγή

 

Τα μάτια κλείνουν

διανύουν αποστάσεις μεγάλες

σαν τα σύννεφα και σαν τα καράβια

 

Κυλάνε μες στη νύχτα τα σπίτια

κάτω απ’ των ποταμών τη φουσκονεριά

 

Είν’ εξαιρέτως πιο υπάκουα

απ’ τα παιδιά

Μες στο σοβά γίνουνται

στοχαστικά

 

Παλεύουν να μιλήσουνε ξεκάθαρα

μες στη σιωπή

με τη φωνή τους από σκεπές γερτές

 

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τennessee Williams, «Στον χειμώνα των πόλεων» (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Δεν έχουμε πολύ καιρό για την αγάπη

Δεν έχουμε πολύ καιρό για την αγάπη.
Το φως δεν κρατάει πολύ.
Ό,τι τρυφερό, είν’ αυτά που αφήνουμε
διπλωμένα στο ντουλάπι.
Τα σκληρά υφάσματα κάνουν
για κοινή χρήση.
Σιωπηλά τα μαλλιά σου να χτενίζεις
σ’ έχω παρακολουθήσει.
Η σιωπή οικεία,
θαμπή και ζεστή.
Θα μπορούσα, μα δεν το’κανα, να φτάσω
το χέρι σου, να το κρατήσω εκεί.
Θα μπορούσα, μα δεν το κάνω, να σπάσω
αυτό που ακόμα ζει.
Ο πιο αμυδρός ψίθυρος σχεδόν,
θα’ταν σα φωνή στριγγή.
Έτσι οι στιγμές μετά περνούν,
σα να’θελαν να μείνουν εδώ πέρα.
Δεν έχουμε πολύ καιρό για την αγάπη.
Μια νύχτα. Μια μέρα….

 

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Ανθολόγηση Jacques Prévert» (Εισαγωγή- Επιλογή – Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)- Γ’ ΜΕΡΟΣ

«Ανθολόγηση Jacques Prévert» (Εισαγωγή- Επιλογή – Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)- Α’ ΜΕΡΟΣ

 

«Ανθολόγηση Jacques Prévert» (Εισαγωγή- Επιλογή – Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)- Β’ ΜΕΡΟΣ

 

 

 

HISTOIRES – ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

 

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

(LES CLEFS DE LA VILLE)

Τα κλειδιά της πόλης
Είναι αίμα κηλιδωμένα
Ο ναύαρχος κι οι αρουραίοι
Εγκατέλειψαν το καράβι
Εδώ και καιρό
Αδελφή Άννα, αδελφή μου Άννα
Δε βλέπεις τίποτα να έρχεται
Βλέπω στη δυστυχία το γυμνό πόδι ενός παιδιού
Και τη καρδιά του καλοκαιριού
Κιόλας μαγκωμένη στους πάγους του χειμώνα
Βλέπω στη σκόνη απ’ τα χαλάσματα του πολέμου
Ιππότες της βαριάς βιομηχανίας
Καβάλα στους αξιωματικούς του ελαφρού ιππικού
Πού παρελαύνουν κάτω από την αψίδα
Με μια μουσική τσίρκου
Και τους αρχισιδηρουργούς
Τους αρχιχορευτές
Να διευθύνουν μια καντρίγια
Ακίνητη και παγωμένη

Εκεί πού φτωχοφαμίλιες
Όρθιες μπροστά στο μπουφέ
Κοιτάνε αμίλητες τους λεύτερους αδερφούς τους
Τους λεύτερους αδερφούς τους
Πάλι απειλημένους
Από έναν κόσμο γερασμένο ξεκούτη και βαρίδι

 

Και σένα βλέπω Μαριάν
Φτωχή μου αδερφούλα
Κρεμασμένη ακόμα μια φορά
Στο σκοτεινό γραφείο της ιστορίας
Στολισμένη της Λεγεώνας της Τιμής
Και βλέπω
Μούσι μπλέ άσπρο κόκκινο
Ατάραχο και χαμογελαστό

Να παραδίνει τα κλειδιά της πόλης
Τα κλειδιά κηλιδωμένα αίμα
Στους μεγάλους υπηρέτες της Τάξης
Της τάξης των δυνατών του χρήματος.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Thomas Hardy, Ποιήματα (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Ποτέ δεν περίμενε πολλά

Λοιπόν, Κόσμε, πίστη μου έχεις δείξει,
ναι, μου έχεις δείξει.
Ότι είσαι – σε γενικές γραμμές- έχεις αποδείξει,
όπως τα ‘χες πει.
Από τότε που σαν παιδί ξάπλωνα κι εγώ
σ’ ένα λιβάδι και κοίταζα τον ουρανό,
ποτέ δεν περίμενα τ’ ομολογώ,
πως θα’ναι απόλυτα δίκαιη η ζωή.

Τότε ήταν που είπες, κι από τότε, το’χεις πει
πολλές φορές, το έχεις πει,
μ’ αυτή την μυστηριώδη σου φωνή,
που απ’ τους λόφους και τα σύννεφα είχ’ απλωθεί:
«Πολλοί μ’ αγάπησαν απελπισμένα,
πολλοί ήρεμα, γαληνεμένα,
ενώ άλλοι δείχνουν περιφρόνηση για μένα,
ώσπου κάτω απ’ το χώμα να πέσουν ξαπλωτοί.

Δεν υπόσχομαι πολλά,
παιδί μου, όχι πολλά.
Ουδέτερες χροιές και τύχες και συμπτώσεις, τόσο απλά»,
είπες σε κάτι μυαλά, σαν το δικό μου.
Σοφή προειδοποίηση και στο πιστώνω,
κι εγώ τουλάχιστον δε σε παράκουσα, το βεβαιώνω,
κι έτσι μπορούσα ν’ ανακόψω την πίεση, τον πόνο,
που κάθε χρόνος αποθέτει μπρος μου.

Πριν τη ζωή και μετά*

Ήταν μια εποχή – να το μαντέψει κανείς μπορεί,
κι όπως πράγματι, η γη μας μαρτυρά –
πριν η συνείδησή μας γεννηθεί,
που όλα πήγαιναν καλά.

Κανείς δεν υπέφερε απ’ αρρώστεια, αγάπη ή απουσία,
κανείς δε γνώριζε τη λύπη, τη φρούδα ελπίδα, στην καρδιά πληγή·
κανένας δε νοιαζόταν τι εμπόδιο η ποιά ατυχία
τα πράγματα οδηγούσαν στην καταστροφή.

Σαν κάτι τέλειωνε, κανείς δεν το θρηνούσε,
αν κάτι εξασθενούσε η μαραινόταν, δε ράγιζε η καρδιά·
εάν χαμήλωνε το φως και το σκοτάδι επικρατούσε,
αυτό δεν πλήγωνε αίσθηση καμιά.

Μα του να αισθάνεσαι φύτρωσε η ασθένεια,
και το πρωταρχικό δίκαιο φαινόταν βλαβερό,
πριν την αθωότητα δούμε πάλι με ευμένεια,
πόσον καιρό, θα πάρει, πόσον καιρό;

Διαβάστε περισσότερα