Με τους τσιγγάνους

Τσιγγάνοι τρεις σταθήκανε στην πύλη εμπρός την ανοιχτή,
τραγούδι πιάσανε γλυκό, μια στα ψηλά, μια χαμηλά,
και η κυρά στο κάστρο της, που’ταν απ’ ώρα καθιστή,
μόλις τους άκουσε κρυφά, σα χιόνι της λιώσαν την καρδιά.

Τραγούδησαν πολύ σιγά, τραγούδησαν και δυνατά,
που απ’ τα μάτια της τα δυο, τα δάκρυα έτρεχαν σωρό,
το φόρεμα της έβγαλε και όλα της τα μεταξωτά,
κι άφησε κάτω το λαμπρό, το δαχτυλίδι το χρυσό.

Κι απ’ τα πόδια, τα ψηλά τακούνια πέταξε με βιά,
που’ταν φτιαγμένα μ’ ακριβό, βαμμένο δέρμα ισπανικό,
κι έτσι ξυπόλητη γυρνά, με τα δυο πόδια της γυμνά,
στο δρόμο έξω περπατά, μέσ’ στη βροχή και τον καιρό.

-Τη σέλα φέρτε μου να βγω, και τ’ άλογό μου το πιστό,
φοράδα ζέψτε μου μικρή, πουν’ απ’ το γάλα πιο λευκή,
παντού καβάλα θα γυρνώ, ώσπου τη νύφη μου να βρω,
περάσανε τσιγγάνοι τρεις και μου την πήρανε μαζί.

Καβάλα πέρασε βουνά, καβάλα και τα πεδινά,
καβάλα πόλη και χωριό, καβάλα δάσος σκοτεινό,
δε σταματάει πουθενά, μέχρι που βλέπει την κυρά,
με τρεις τσιγγάνους στο χορό, σ’ ένα λιβάδι ανοιχτό.

-Τι άφησες το σπίτι σου, τι άφησες όλη σου τη γη,
τι έφυγες και άφησες πίσω σου τέτοιον θησαυρό;
Τι άφησες τον άντρα σου, που μόλις είχες παντρευτεί,
με τους τσιγγάνους για να πας, που σ’ έφεραν μέχρι εδώ;

-Και τι με νοιάζει το σπίτι μου, και τι με νοιάζει όλη η γη,
και τι με νοιάζει π’ άφησα πίσω μου τέτοιον θησαυρό;
Και τι με νοιάζει ο άντρας μου, που μόλις είχα παντρευτεί,
με τους τσιγγάνους για να πάω, που μ’ έφεραν μέχρι εδώ!

-Εχτές το βράδυ έγειρες σε στρώμα επάνω απαλό,
που σε κρατούσε στα ζεστά, με χήνας φτιάχτηκε φτερά
κι απόψε εδώ θα κοιμηθείς, σε κρύο λιβάδι ανοιχτό,
με τους τσιγγάνους καταγής, χωρίς στρωσίδια και φωτιά.

-Και τι με νοιάζει αν δεν κοιμηθώ σε στρώμα επάνω απαλό,
με χήνας που φτάχτηκε φτερά και με κρατούσε στα ζεστά.
Απόψε εγώ θα κοιμηθώ, σε κρύο λιβάδι ανοιχτό,
κι ούτε με νοιάζει η φωτιά, με τους τσιγγάνους αγκαλιά!

(Παραδοσιακό Σκωτίας/Ιρλανδίας)

Ο ξυλουργός (Δαίμονας-Εραστής)

-Καλώς σε βρίσκω, αγάπη μου,
που ‘λειπα χρόνους τρεις,
μα γύρισ’ απ’ τη θάλασσα,
για να με θυμηθείς.

Ο βασιλιάς κι η κόρη του,
με θέλαν για γαμπρό,
μα εγώ τον θρόνο αρνήθηκα,
γιατί σε αγαπώ!

-Και αν τον θρόνο αρνήθηκες,
σε τι σου φταίω εγώ,
που ΄χω παιδί και γι άντρα πια,
πιστό έχω ξυλουργό.

-Αν αρνηθείς τον ξυλουργό,
θα φύγουμε μαζί,
να δεις τι κρίνα ολόλευκα
φυτρώνουν στην ακτή.

-Αν φύγω απ’ το σπίτι μου
και ζήσουμε μαζί,
θα μ’ έχεις πάλι σαν κυρά,
ή θά’μαστε φτωχοί;

-Καράβια έχω στη θάλασσα
και ένα στην ακτή,
με ναύτες δέκα κι εκατό
για κάθε σου προσταγή.

Αγκάλιασε το σπλάχνο της,
του’δωσε τρία φιλιά
του λέει: στον πατέρα σου
να κάνεις συντροφιά.

Σα φτάσαν στο κατάστρωμα,
δε βλέπει ναύτη εδώ,
βλέπει μεταξωτά πανιά,
κατάρτια από χρυσό.

Για μία ώρα έπλεαν,
δεν ήταν ούτε δυο,
σαν πρόσεξε το βλέμμα του:
θολό και σκοτεινό.

Για μία μέρα έπλεαν,
δεν ήταν ούτε δυο,
σαν πρόσεξε το πόδι του,
που’ταν διχαλωτό.

Για μια βδομάδα έπλεαν,
δεν ήταν ούτε δυο,
και η γυναίκα άρχισε
να κλαίει κλάμα πικρό.

-Κλαις μήπως για το σπίτι σου
και όλη σου τη γης,
η μήπως κλαις για τον ξυλουργό,
που δε θα ξαναδείς.

-Δε κλαίω για το σπίτι μου,
ούτε τη γη ζητώ,
μόν’ κλαίω για το παιδάκι μου,
που δε θα ξαναδώ.

-Πάψε το κλάμα, ‘σύχασε,
αγάπη, τον καημό,
να δεις τι κρίνα ολόλευκα,
φυτρώνουν στον βυθό.

-Τι λόφοι είν’ τούτ΄αγάπη μου,
κι είν’ τόσο φωτεινοί;
-Αυτοί είναι του παράδεισου,
μα δε θα πάμε εκεί.

-Τι λόφοι είν’ τούτ΄αγάπη μου,
κι είν’ τόσο σκοτεινοί;
-Εκεί αρχίζει η Κόλαση,
που πάμε εγώ κι εσύ.

Και να ψηλώνει τον κοιτάει,
φτάνει ως τον ουρανό,
το πιο ψηλό κατάρτι του,
δεν ήταν πιο ψηλό.

Με το’να χέρι τ’ άρπαξε,
και τό’σπασε στα δυο,
και το χρυσό καράβι του,
βούλιαξε στον βυθό.

(Παραδοσιακό Σκωτίας)