
Κανονικά ήδη ο τίτλος του κειμένου απαντά στο μέγα και αγωνιωδώς τιθέμενο ερώτημα που έχει ταλανίσει γενιές και γενιές μεταφραστών και ασχολουμένων με τη μετάφραση και που δεν είναι άλλο από τούτο: μ ε τ α φ ρ ά ζ ε τ α ι η π ο ί η σ η; Συνήθως, μάλιστα, συνοδεύεται από το δυσπιστίας σημαντικό μόριο «μα»: μ α μ ε τ α φ ρ ά ζ ε τ α ι η π ο ί η σ η; Αν είναι, ωστόσο, να μιλήσεις για τον μεταφραστή της ποίησης, όπως σήμερα καληώρα, σημαίνει ότι έχεις απαντήσει και εξακολουθείς να απαντάς θετικά στο αν μεταφράζεται η ποίηση. Κι όμως είναι παράξενο. Ενώ όντως η ποίηση μεταφράζεται στην πράξη επί αιώνες και ενώ τούτο ούτε ιστορικώς ερίζεται ούτε φιλολογικώς στασιάζεται, το θεωρητικό ερώτημα παραμένει ή, μάλλον, επιμένει να τίθεται σχεδόν από του αυτομάτου, ωσάν να χρειάζεται η –δίκην αναμνηστικού εμβολίου– επανάρθρωση της θετικής απάντησης. Αλλά κι έτσι ακόμα, παρά την πολλαπλή επαναληπτικότητα του φαινομένου, έρχεται ένα είδος υφέρποντος σκεπτικισμού ανάμεικτου με αόριστη δυσπιστία και δεν αφήνει τα πράγματα να καταλαγιάσουν, να κατακάτσουν και να στρώσουν το αναγκαίο παχύ ίζημα ιστορικής πείρας και φιλολογικής τεκμηρίωσης, που εγγυάται την ασφάλεια και τη βεβαιότητα του «ναι, η ποίηση μεταφράζεται». Γιατί όμως γίνεται αυτό; Καθολικής ισχύος απάντηση στο ερώτημα δεν είμαι σε θέση να δώσω, αλλά έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για παιχνίδι προσυμφωνημένο, όπου όσοι συμμετέχουν γνωρίζουν μεν ότι το αποτέλεσμά του δεν θα συνιστά έκπληξη για κανέναν, πλην όμως το παρακολουθούν με αγωνία.
Ίσως όλα ξεκινούν από τον ακόλουθο ορισμό της μετάφρασης, που, αν δεν είναι χαζός, είναι τουλάχιστον κοινότοπος: Μετάφραση είναι η επανέκφραση σε άλλη γλώσσα μιάς ύλης που είναι ήδη ατρέπτως δεδομένη σε μία φυσική γλώσσα. Και εδώ, όταν λέμε «επανέκφραση», εννοούμε και τη διαδικασία και το επιτέλεσμά της, δηλαδή και το μεταφράζειν και το μετάφρασμα, παναπεί και την ιδέα και το υλικό αποτύπωμά της. Ομολογουμένως ξινά πράγματα, μα την αλήθεια! Ίσως πάλι –και όταν λέω «ίσως», εννοώ ενδομύχως ότι είμαι ακραδάντως βέβαιος– λυσιτελέστερος του ορισμού είναι ένας αφορισμός της μετάφρασης. Και είναι λυσιτελέστερος ακριβώς, επειδή, ενώ τον δοθέντα ορισμό (εκτός από ξινό και κοινότοπο) μπορεί κανείς να τον χαρακτηρίσει υπερβολικά στενό ή υπερβολικά ευρύ, εξαντλητικά περιγραφικό, εξόχως αμήχανο μέσα στην τεχνητότητά του και στην πραγματικότητα ανούσιο, τον αφορισμό, που θα δοθεί ευθύς αμέσως, όχι σκιά αμφισβητήσεως δεν τον συνοδεύει, μα ούτε καν αντιλογίας. Αφήνω δε που η πυκνότητά του είναι στο σημείο nec plus ultra. Μ ε τ ά φ ρ α σ η ε ί ν α ι έ ρ γ ο ν μ ε τ α φ ρ α σ τ ο ύ. Στον αφορισμό τούτον περιλαμβάνεται και η διάσταση της διαδικασίας και η διάσταση του αποτελέσματος, και μάλιστα περιλαμβάνονται εν ενί, και δη συναρτώμενες αμφότερες μέσα από την ενότητά τους με τον μεταφραστή: με τον παράγοντα τη μετάφραση… με αυτόν που εξ ήδη όντων ναι μεν δημιουργεί νέα όντα, αλλά τα δημιουργεί αλλού, άλλοτε και αλλιώς.
Διαβάστε περισσότερα