Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jalaluddin Rumi (1207-1273), Πέντε ποιήματα, μτφρ. Βίκος Ναχμίας

 

 

«Θε μου Θε μου Αλλάχ Αλλάχ»
έκλαιγε κάποιος μια βραδιά
ωσότου γλύκαναν τα χείλη του στην προσευχή.
«Καλά σε άκουσα να καλείς
μα πήρες ποτέ σου απάντηση;»
Δεν είχε τι να πει σ’ αυτό
Κι έπεσε να κοιμηθεί αναστατωμένος.
Στον ύπνο του ονειρεύτηκε τον Χιντρ τον ψυχοπομπό
σ’ ένα πυκνό πράσινο φύλλωμα.
-Γιατί σταμάτησες τις προσευχές;
-Γιατί δεν απαντήθηκα ποτέ.
-Αυτός ο πόθος στην καρδιά σου είναι η ίδια η απάντηση.
Ο πόνος σου που κλαις από τον χωρισμό σε φέρνει πίσω.
Η θλίψη σου η ανήμπορη
είναι το μυστικό ποτήρι.
Άκου το σκύλο που αλυχτά για το αφεντικό του.
Η σχέση τους είναι το ίδιο το αναφιλητό.
Υπάρχουνε πολλά σκυλιά αγαπημένα.
Ποιος ξέρει τ’ όνομά τους;
Δώσ’ τη ζωή σου να γίνεις ένα απ΄αυτά.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Yves Bonnefoy, Ποιήματα (Μετάφραση: Ευριπίδης Κλεόπας)

DU MOUVEMENT ET DE
Lʼ IMMOBILITÉ DE DOUVE

1.

Ξυπνάω, βρέχει. Ο άνεμος σε διαπερνάει, Douve
γη της ρητίνης, πλάι μου αποκοιμήθηκες.
Βρίσκομαι σε μία ταράτσα, στην τρύπα του θανάτου.
Τεράστια σκυλιά, τα φυλλώματα τρεμουλιάζουν.

Το χέρι που απλώνεις στην πόρτα
με φωταγωγεί διαμέσου των αιώνων.
Γη της στάχτης, κάθε στιγμή σε βλέπω
να γεννιέσαι,

Κάθε στιγμή ο θάνατος.

2.

Στις στέγες πάνω σʼ έβλεπα να τρέχεις
παλεύοντας τον άνεμο
το κρύο αιμορροεί στα χείλη σου.

Ακόμη σʼ είδα να θρυμματίζεσαι
απολαμβάνοντας το θάνατο
πιο όμορφη από τον κεραυνό
την ώρα που λεκιάζει τους λευκούς
κρυστάλλους του αίματός σου.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Pablo Neruda, Τέσσερα ποιήματα από τους “Στίχους του Καπετάνιου”, μετφρ. Βασίλης Λαλιώτης

Πάρτε μας το ψωμί, αν θέλετε
πάρτε μας τον αέρα, αλλά
μη μας παίρνετε το γέλιο τους…

Αφιερωμένο στους 33.

 

Το Γέλιο σου

Πάρε μου το ψωμί, αν θέλεις,
πάρε μου τον αέρα, αλλά
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.

Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη βρύση που σταλάζει
το νερό που άξαφνα
σκάει μες στη χαρά σου
το ασημένιο κύμα
το ξαφνικό που σε γεννάει.

Η πάλη μου είναι σκληρή και γυρίζω
με τα μάτια κουρασμένα
έχοντας δει φορές
τη γη που δεν αλλάζει,
μα μπαίνοντας το γέλιο σου
στον ουρανό ανεβαίνει ψάχνοντάς με
κι όλες ανοίγει για μένα
τις πόρτες της ζωής σου.

Αγάπη μου,την ώρα
την πιο σκοτεινή ανθίζει
το γέλιο σου κι αν ξαφνικά
βλέπεις πως το αίμα μου λεκιάζει
τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα είναι για τα χέρια μου
σαν δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα φθινόπωρο
το γέλιο σου πρέπει να υψώσει
τον καταρράκτη του απ’ αφρό
και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου όπως
το άνθος που περίμενα,
το άνθος γαλανό, το ρόδο
της ηχηρής πατρίδας μου.

Γέλασε για τη νύχτα
τη μέρα, τη σελήνη,
γέλασε για τους δρόμους
όλο στροφές του νησιού
γέλα για αυτό το αδέξιο
αγόρι που σε θέλει,
μα σαν εγώ ανοίγω
τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου
με πάνε και με φέρνουν
πες μου όχι το ψωμί, τον αέρα
το φως την άνοιξη
το γέλιο σου ποτέ
γιατί θα πέθαινα.

 

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Athina Papadaki, Selected Poems, (Translated from the Greek by Yannis Goumas)

 

ESCAPE FROM THE KITCHEN SINK

I

O ceremonious fingers
O laundering.
There the green soap, a fistful of olive oil on the marble top.
There the bold blueing, virtually a violation
of white’s territorial waters,
Where a woman’s back
distils
into strange landscapes.
Steam of lye and the black cauldron.
Aqueducts flow from my spine.

It’s getting dark in the jam jar.
Clouds of boiling water bring winter into the kitchen.
So what did I have to offer? An effect.
I’m retiring for a while.
And so changes the mosaic’s tide.

There’s another way of looking at it.
In the basket fresh aubergines,
new widows
allaying their mourning with a touch of mauve.
A steaming dish of oranges
stirs strong feelings in me.
But the fish scales in the sink:
what impermanence.
My eyelids lower at such futility.

I hold the crystal glasses to the light.
Are they clean?
They reflect their diamond tips on my face
which darkly

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Cesare Pavese, Verra la morte e avra i tuoi occhi: 1 Ποίημα=12 Μεταφράσεις ( Δεσύλλας, Tραϊανός, Σινόπουλος, Βλάχος, Δόικας, Κεντρωτής, Κλεόπας, Παππάς, Παστάκας, Τζανάκη, Τριβιζάς, Τσίκεκ-Καραγιάννη)

Ο Βιτόριο Γκάσμαν διαβάζει το ποίημα του Τσέζαρε Παβέζε “verra la morte e avra i tuoi occhi” (θάρθει ο Θάνατος και θάχει τα μάτια σου)

Cesare Pavese

Verra la morte e avra i tuoi occhi-
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
ο un viziο assurdo. Ι tuoi occhi
saranno una vana parola,
un grido taciuto, un silenzio.
Cosi li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. Ο cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.

Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verra la morte e avra i tuoi occhi.
Sara come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti.

(22 marzo 1950)

Μιχαήλ[Λίλης] Ι. Δεσύλλας

Θ Α Ρ Θ Ε Ι Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ…

ΘΑΡΘΕΙ ο θάνατος και θάχει τα δικά σου μάτια –
τούτος ο θάνατος που μας συνοδεύει
από το πρωί ως το βράδυ, ακοίμητος,
κουφός, σα μια παλιά τύψη
ή σαν κάποιο ανόητο ελάττωμα. Τα μάτια σου
θα είναι ένας μάταιος λόγος,
μια αποσιωπημένη κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν πάνω από τον εαυτό σου μόνη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
κείνη την ημέρα θα ξέρουμε και μεις
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θάρθει ο θάνατος και θάχει τα δικά σου μάτια.
Θάναι σα να εγκαταλείπουμε ένα ελάττωμα,
σα να βλέπουμε στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα νεκρό πρόσωπο,
σα νʼ ακούμε ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο άφωνοι.

στο έργο του που κυκλοφόρησε μεταθανάτια με τίτλο: Ποίηση, [Αθήνα] 1973.

Αλέξης Τραϊανός

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου-
ο θάνατος που ‘ναι μαζί μας
απ’ το πρωί ως το βράδι, άγρυπνος,
άφωνος σαν παλιά τύψη
ή κάποιο ανόητο πάθος. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Σαν κι αυτή που κάθε πρωί
βλέπεις, όταν σκύβεις μόνη σου
πάνω απ’ τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα που κι οι δυο θα μάθουμε
πως είσαι ζωή και τίποτα.

Ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους.
Ο θάνατος θά ‘ρθεί, και θά ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σα να παρατάς ένα πάθος,
σα να βλέπεις ένα πεθαμένο πρόσωπο
ν’ αναδύεται απ’ τον καθρέφτη,
σα ν’ ακούς χείλια κλειστά να μιλούν.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

Cesare Pavese (μτφ. Αλεξ. Τραϊανός),”Ο θάνατος θά ‘ρθει”, Το Δέντρο 26 (Μάρτιος 1985)

Διαβάστε περισσότερα