Από τη συλλογή ΛΕΞΗ ΣΤΗ ΛΕΞΗ (1965)
Έτσι μου αρκεί
Αν ήμουν Θεός
και είχα το μυστικό
θα έφτιαχνα
ένα ον ίδιο με σένα.
Θα το δοκίμαζα
(με τον τρόπο του φούρναρη, δηλαδή,
με το στόμα),
κι αν αυτή η γεύση ήταν
ίδια με τη δική σου, με άλλα λόγια,
η ίδια η μυρωδιά σου, και ο τρόπος σου
να χαμογελάς,
και να μένεις σιωπηλή,
και να σφίγγεις σφιχτά το χέρι μου
και να φιλιόμαστε χωρίς να πληγώνει ο ένας τον άλλο
ναι, γι’ αυτό είμαι σίγουρος, προσέχω
τόσο όταν σε φιλάω-•
τότε λοιπόν,
αν ήμουν Θεός
θα μπορούσα να σε επαναλάβω και να σε επαναλάβω,
πάντα την ίδια και πάντα διαφορετική,
χωρίς να κουραστώ ποτέ απ’ το πανομοιότυπο παιχνίδι,
μα και χωρίς να περιφρονήσω αυτή που υπήρξες,
αυτή που θα γινόσουν μέσα σε τίποτα•
δεν ξέρω πια αν γίνομαι κατανοητός, αλλά θέλω
να ξεκαθαρίσω ότι αν ήμουν Θεός,
θα έκανα ό,τι είναι δυνατό για να είμαι ο Άνχελ Γκονθάλεθ
για να σ’αγαπώ έτσι όπως σ’ αγαπώ,
για να περιμένω υπομονετικά
να πλάθεσαι η ίδια κάθε μέρα,
να αναστατώνεις κάθε πρωί
το νεογέννητο φως με το δικό σου
φως, και να κλείνεις την
ανεπαίσθητη κουρτίνα που χωρίζει
το όνειρο από τη ζωή,
ανασταίνοντας με με τα λόγια σου,
χαρούμενος Λάζαρος,
εγώ,
υγρός ακόμα
από σκιές και τεμπελιά,
κατάπληκτος και απορροφημένος
στην περισυλλογή όλων αυτών,
που, ένα με μένα τον ίδιο,
επανακτείς και σώζεις, κινείς, εγκαταλείπεις
όταν- αργότερα- σιωπάς…
(Αφουγκράζομαι τη σιωπή σου.
Ακούω
αστερισμούς: υπάρχεις.
Πιστεύω σε σένα.
Είσαι.
Μου αρκεί.)
Από τη συλλογή ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ (1967)
Μέρη ευνοϊκά προς τους ερωτευμένους
(Απογραφή)
Είναι λίγα.
Η άνοιξη έχει μεγάλη απήχηση, αλλά
είναι καλύτερο το καλοκαίρι.
Κι επίσης αυτές οι χαραγές που
σχηματίζει το Φθινόπωρο όταν μεσολαβούν Κυριακές
σε ορισμένες πόλεις,
κίτρινες από μόνες τους σα μπανάνες.
Ο Χειμώνας αποκλείει πολλά μέρη:
μεντεσέδες σε πόρτες προσανατολισμένες στο Νότο,
όχθες ποταμών,
δημόσια παγκάκια.
Τα εξωτερικά περιτειχίσματα
των παλιών εκκλησιών
είναι φορές που αφήνουν κενά
που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμα κι αν πέφτει χιόνι.
Αλλά ας μην αυταπατώμεθα: οι χαμηλές
θερμοκρασίες και οι υγροί άνεμοι
τα δυσκολεύουν όλα.
Επιπλέον, οι διατάξεις απαγορεύουν
τα χάδια (με εξαίρεση συγκεκριμένες ζώνες της επιδερμίδας
εξαιρουμένων των μικρών παιδιών, των σκύλων και άλλων ζώων)
και το “μην αγγίζετε, κίνδυνος ατίμωσης” μπορεί να διαβαστεί σε χιλιάδες βλέμματα.
Προς τα που να τρέξει κανείς να γλιτώσει λοιπόν;
Παντού μάτια λοξά,
βασανισμένοι κερατοειδείς
κόρες αδυσώπητες
καχύποπτοι αμφιβληστροειδείς,
παραμονεύουν, δυσπιστούν, απειλούν.
Μένει ίσως η προσφυγή σε μοναχικούς περιπάτους,
το άδειασμα της ψυχής από τρυφερότητα
και το γέμισμα της με αποστροφή και αδιαφορία,
σ’αυτή την εχθρική εποχή, ευνοϊκή προς το μίσος.
Προοίμιο Σιωπής
Επειδή συνειδητοποιούμε την ματαιότητα τόσων
πραγμάτων
μερικές φορές κάθεται κανείς ήσυχα στη σκιά
ενός δέντρου- το καλοκαίρι-
και σιωπά.
(Είπα “ήσυχα”; Λάθος, λάθος.
Κάθεται κανείς ανήσυχος παίρνοντας εκφράσεις παράξενες,
πατώντας τα πεσμένα από την ορμή ενός ζοφερού φθινοπώρου φύλλα,
καταστρέφοντας με τα δάχτυλα το αθώο χαρτί από
ένα κουτί σπίρτα,
δαγκώνοντας άδικα τα νύχια απ’ αυτά τα δάχτυλα,
φτύνοντας στα χειμωνιάτικα λασπόνερα,
χτυπώντας με γροθιές το ρυτιδιασμένο δέρμα των
σπιτιών που παραμένουν αδιάφορα στο πέρασμα
της άνοιξης,
μιας αστικής άνοιξης που πλησιάζει ντροπαλά τις
τούφες των πράσινων μαλλιών της εκεί ψηλά,
πίσω από τον σκοτεινό τσίγκο των αποχετεύσεων,
ελαφρώς ριζωμένη στο φθαρτό υλικό
των σκεπών πριν γίνουν σκόνη.)
Αυτό είναι βέβαιο, τόσο βέβαιο
όπως το ότι έχω ένα όνομα με επουράνια φτερά,
όνομα αρχάγγελου που σε τίποτα δεν αντιστοιχεί:
‘Αγγελε,
με φωνάζουν
κι εγώ σηκώνομαι
πειθαρχημένος και ευθύς
με τα φτερά φαγωμένα
τα νύχια, ήθελα να πω-
και χαμογελώ και σιωπώ επειδή, σε τελική ανάλυση,
έχει κανείς συναίσθηση
της ματαιότητας όλων των λέξεων.
Από τη συλλογή ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΦΩΤΑ (2001)
Αυτά τα ποιήματα
Αυτά τα ποιήματα τα εξαπέλυσες εσύ,
έτσι όπως εξαπολύει ο άνεμος,
χωρίς να ξέρει προς τα που ή γιατί.
Είναι δώρα της μοίρας ή του πεπρωμένου
που μερικές φορές
η μοναξιά περιδινίζει ή σκουπίζει,
τίποτα παραπάνω από λέξεις που συναντιούνται,
που έλκονται και ενώνονται
ανεπανόρθωτα
και κάνουν ένα θόρυβο μελωδικό ή θλιμμένο
όμοια με δυο σώματα που αγαπιούνται.
Ένα όνομα μπορεί, επίσης, να τροποποιήσει ένα σώμα
Αν σε έλεγαν Ελβίρα,
η κοιλιά σου θα ήταν ακόμα πιο απαλή και μαργαριταρένια.
Και μόνο το όνομα της Μερσέδες, όμως,
ακουμπισμένο από τα χείλια μου στη μέση σου
θα συμπύκνωνε το σχήμα αυτού του ασαφή αφρού
που διατρέχει την πλάτη σου όταν κοιμάσαι μπρούμυτα.
Απάντησε μου αν σε πω Όλγα
και θα δεις να χλομιάζει στα στήθη σου ένα κοκκίνισμα ντροπής.
Το όνομα Μαρία θα σε ξανάκανε διάφεγγη.
Μείνε σιωπηλή αν σε φωνάξω μʼ ένα όνομα
που δεν προφέρω ποτέ,
γιατί τότε αν απαντούσες
τα μάτια σου- και τα δικά μου- θα αναλύονταν στο κλάμα.
Ένα τελευταίο σύμπτωμα:
όταν χαμογελάς
σε νομίζω Ειρήνη
και το χαμόγελο το δικό σου είναι κάτι παραπάνω από το χαμόγελο σου:
ξημερώνει χωρίς σκιές η χαρά στον κόσμο.
Κι αν σε πω, όπως σε λένε;
Τότε,
θα ανακάλυπτα μια αλήθεια:
στην αρχή δεν ήν ο Λόγος.
Το μαργαριτάρι και ο αφρός,
η ρόδινη χλωμάδα,
η διάυγεια, το κλάμα, η χαρά,
όλα υπήρχαν ήδη σʼ εσένα.
Τα ονόματα που σου εφεύρω δεν σε δημιουργούν.
Μόνο,
καμιά φορά,
είναι σαν φως τα ονόματα….
σε φωτίζουν.
Άνχελ Γκονθάλεθ (1925- 2008)
Γεννήθηκε στο Οβίεδο στους κόλπους μιας μεσοαστικής οικογένειας. Γιος δασκάλων αποφασίζει να ακολουθήσει αρχικά το επάγγελμα των γονιών του, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Νομικής από το οποίο αποφοιτεί το 1949. Τα επόμενα χρόνια θα εργαστεί ως δάσκαλος σε μια μικρή επαρχία κοντά στην γεννέτειρα του και λίγο αργότερα θα εισαχθεί στην Ανώτατη Σχολή Δημοσιογραφίας. Το 1954 εγκαθίσταται στη Σεβίλλη, όπου έρχεται σʼ επαφή με πολλούς ποιητές της εποχής του. Το 1956 η πρώτη του ποιητική συλλογή «Κόσμος Τραχύς» κερδίζει τη δεύτερη θέση στο διαγωνισμό των βραβείων Adonais. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι γράφει και εκδίδει την ποιητική συλλογή «Πρωταρχικό Στοιχείο» για την οποία του απονέμεται το βραβείο Antonio Machado. Το 1972 μετακομίζει στην Αμερική όπου κερδίζει μια θέση ως καθηγητής Σύγχρονης Ισπανικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Νέου Μεξικού. Το 1985 τιμάται με το βραβείο Príncipe de Asturias de las Letras και το 1991 του απονέμεται το διεθνές βραβείο ποίησης Salerno de Poesía. Επιστρέφει στην Ισπανία το 1994 και δύο χρόνια αργότερα, το 1996, γίνεται μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας (Real Académia Española). Του απονέμεται το βραβείο Ισπανοαμερικάνικης ποίησης Reina Sofía. Εκδίδει την τελευταία του ποιητική συλλογή «Φθινόπωρο και άλλα φώτα» το 2001. Το 2004 είναι ο πρώτος ποιητής που βραβεύεται με το ποιητικό βραβείο Γρανάδα-Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα.
Ο Άνχελ Γκονθάλεθ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ισπανούς ποιητές και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Ισπανικής μετεμφυλιακής γενιάς του ʽ 50. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον χαρακτηρίζουν προπομπό της λεγόμενης «εμπειρικής ποίησης», μια από τις επικρατέστερες τάσεις στην νεότερη ισπανική ποίηση. Ο σκεπτικισμός, η ειρωνία και το χιούμορ είναι τα μέσα που επιστρατεύει προκειμένου να στηλιτεύσει την κοινωνία της εποχής του. Μαζί με την αφηγηματική δομή των ποιημάτων του αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά που διέπουν το έργο του.











Παρακαλώ την κ. Δέσποινα Γιαννάκου να ξαναγράψει το σχόλιό της…σβήστηκε από βιασύνη, κατά λάθος μες στα εκατοντάδες σπαμ που δεχόμαστε…
Ευχαριστούμε την κ. Νάνσυ Αγγελή για την παρουσίαση (προσωπικά δεν είχα ξαναδιαβάσει Ανχέλ Γκονθάλεθ), με πια παρατήρηση γενικού περιεχομένου: όταν η λογοτεχνία μια χώρας (της Ισπανίας, π.χ.) ανθεί, είναι γιατί είναι μια τρινταφυλλιά που δίνει μπομπούκια όλο το χρόνο….
Οι περισσότεροι από μας είμαστε απλώς κοπριά γιά το ένα και μοναδικό μπουμπούκι που θα ανοίξει τα φύλλα του στο φως της ποίησης…
Σας ευχαριστώ όλους παίδες, για την εμπιστοσύνη σας.
Κλασσικό δείγμα ισπανικής ποίησης με έμφαση σ’ ένα ορμητικό λυρισμό που κατακλύζει όλους σχεδόν τους στίχους, χωρίς συμβολικές απόπειρες και αμφισημίες που χαρακτηρίζουν την ελληνική ποίηση. Κι έτσι όμως μια ποίηση υψηλών δυνατοτήτων, βγαλμένη από τις παρακαταθήκες του Λόρκα, πραγματική σπουδή εξομολογητικών αναζητήαεων και βέβαια, αναβλύζουσα πάθος έρωτα.
Ευχαριστώ πολύ τον κ. Σωτήρη Πάστακα και το περιοδικό Ποιείν γι’ αυτήν τη δημοσίευση.
Όλοι ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να μπει κανείς στον κόσμο της ποίησης και της λογοτεχνίας, από οποιαδήποτε πόρτα κι αν το προσπαθήσει… Μ’ αρέσει που το συγκεκριμένο περιοδικό είναι ένα ανοιχτό βήμα για όλους.
Όσο για το σχόλιο του κ. Χριστοδουλίδη, έχει πολύ δίκιο περί της αμφισημίας και του συμβολισμού της ελληνικής ποίησης, σ’ αντίθεση με την ισπανική. Γι’ αυτό το λόγο, φοβάμαι, η ελληνική ποίηση είναι, δυστυχώς, πολύ πιο δυσπρόσιτη για το ευρύ κοινό και δει για την νέα γενιά, στην οποία με συμπεριλαμβάνω.
Nansoula mas apese polu.Se euxaristoume gia tis skepseis pou mas evales kai tis eikones pou h kathemia mas eide.filia polla.