Γιώργος Κεντρωτής, «Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος: εναντίον του γλωσσικού θετικισμού»
19Δεκ
Πολύπτυχη έκπληξη νιώθει ακόμα και στις μέρες μας ο αναγνώστης που πρωτοέρχεται σε επαφή με το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου. Μία πτυχή της, ίσως δε η ισχυρότερη, που είναι επίσης πολύπτυχη, αφορά τη γλωσσική δομή των ποιημάτων τους, τόσο στο μορφολογικό όσο και στο σημασιακό επίπεδο. Οι λέξεις και οι συνάψεις των λέξεων λειτουργούν μέσα στα ποιήματά τους τόσο «περίεργα», τόσο «παράδοξα» και με τρόπο τόσο «θαυμαστό» και τόσο «αντικειμενικά τυχαίο» (1), αλλά και με τόση ποσότητα σημασιακού πλεονάσματος –γι’ αυτό, άλλωστε, και η μόνιμη και ολοένα δεινότερη έκπληξη–, ώστε φθάνουν στο σημείο, όπου οι διατασσόμενες στον ποιητικό τους λόγο γλωσσικές μονάδες, όσο μάλιστα εξαπλώνονται στο εύρος του πλέγματος των συνυφαινομένων, σημειώνουν στον μεν συνταγματικό άξονα σχέσεις εν απουσία, στον δε παραδειγματικό άξονα σχέσεις εν παρουσία. Κατάσταση άνω ποταμών, με άλλα λόγια! Κατάσταση, θα λέγαμε, αληθώς υπερρεαλιστική για τους εις το διηνεκές αφοσιωμένους οπαδούς του υπερρεαλιστικού κινήματος· κατάσταση αυτόχρημα «σουρεαλιστική» για τους ανεπιγνώστως μοχθούντες πολεμίους του που επιμένουν να θεωρούν τον υπερρεαλισμό και σήμερα ακόμα «μπουρδολογία» (2).
Αφού, έστω και εκ περισσού (και με τη θρησκευτική έννοια του όρου), ομολογήσουμε ότι ανήκουμε παιδιόθεν στους πρώτους, διατελούμε δε οσημέραι αμετανόητοι και ολονέν φανατικότεροι θιασώτες του κινήματος, θα προσθέσουμε πως συνυπονοείται, βέβαια, ότι στο γλωσσικό παίγνιο, που δια βραχυτάτων σημειώσαμε και που καθορίζεται από την αντιστροφή των γλωσσολογικών όρων, επιστρατεύονται για να συμμετάσχουν, και μάλιστα με αναπτυγμένη τη δύναμη και την αλκή τους, όλα τα σχήματα λόγου και διανοίας, και δη, αφού κατ’ ανάγκην αρθρωθούν στο εγγενές ρητορικό τους επίπεδο, να επιδιώξουν να αναχθούν συνειρμικώς και εντελώς από του αυτομάτου στον φαντασιακό ορίζοντα της προσδοκίας του αναγνώστη, όπου και θα πρέπει να λειτουργήσουν αμέσως ποιητικά. Για να κατορθωθεί, επομένως, η ποιητική υποστύλωση του γλωσσικού υλικού των ποιημάτων του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, συνεργάζεται η γλωσσολογία με τη ρητορική, και μάλιστα σε τόσο εντατικά εναλλασσόμενους ρυθμούς, που πολλές φορές δεν ξέρεις όχι μόνο ποιά υπερτερεί ποιάς, αλλά και εν τέλει πόση «γλωσσολογία» απομένει μέσα στη «γλωσσολογία» και πόση «ρητορική» μέσα στη «ρητορική», ύστερα από την υπερρεαλιστική ώσμωσή τους σε ποιήματα όπως, φέρ’ ειπείν, Τα σπιρούνια των κοριτσιών και η ταχύτης των υδάτων του Εμπειρίκου (3) και Το σκυροκονίαμα των ηρωικών παρθένων του Εγγονόπουλου (4).
Διαβάστε περισσότερα













