Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Δημητριάδης, «Ανθρωπωδία» (εκδ. Καστανιώτη, Σμίλη & Ιανός) [γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης]

Η Βία της Οικειότητας

 

Η Ανθρωπωδία του Δημήτρη Δημητριάδη αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και φιλόδοξα εγχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: ένα έργο ανοιχτό, πολυφωνικό, αδιάκοπα επεκτεινόμενο, που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία με την παραδοσιακή έννοια αλλά να συλλάβει τον άνθρωπο στη γυμνή, ανυπεράσπιστη ουσία του. Μέσα από τους τόμους της, η «Ανθρωπωδία» οικοδομεί έναν κόσμο όπου το σώμα, η επιθυμία, η απώλεια και η γλώσσα συνυπάρχουν σε μια ασταμάτητη διαδικασία αποσύνθεσης και αναγέννησης. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα· πρόκειται για μια αδιάκοπη ανατομία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται μια φαινομενικά απλή αλλά καταστροφική εμπειρία: ένα βλέμμα, ένας έρωτας που δεν εκπληρώθηκε ποτέ, μια σχέση που δεν ολοκληρώθηκε και που μετατρέπεται σε τραύμα ολόκληρης ζωής. Ένας άνθρωπος που δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα και προσπαθεί να επανορθώσει ανά χίλια χρόνια, ανεπιτυχώς δυστυχώς. Από αυτό το αρχικό ρήγμα ξετυλίγεται ένας τεράστιος λεκτικός και υπαρξιακός λαβύρινθος. Οι μορφές της «Ανθρωπωδίας» —άντρες, γυναίκες, εραστές, γονείς, παιδιά— κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε ανθρώπινος δεσμός είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και αδύνατος. Οι οικογένειες αποσυντίθενται, οι ερωτικές σχέσεις μετατρέπονται σε πεδία εξουσίας και εγκατάλειψης, η επιθυμία οδηγεί όχι στη λύτρωση αλλά στη βαθύτερη επίγνωση της μοναξιάς.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Έφη Μπουκουβάλα – Κλώντζα, «Όψεις του ελληνικού τοπίου και της γενέθλιας γης στην ποίηση του Μάνου Λουκάκη (1951-2011)»

 

Εισαγωγή

Το ελληνικό τοπίο, γενικά, και η γενέθλια γη, ειδικά, αποτελούν σταθερούς και πολυσήμαντους άξονες της νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης. Από τη ρομαντική πρόσληψη της φύσης έως τη μοντερνιστική και μετανεωτεριστική της έκφανση, ο χώρος λειτουργεί όχι μόνο ως αισθητικό πλαίσιο, αλλά και ως φορέας μνήμης, ταυτότητας και πολιτισμικής επίγνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η ποίηση του Μάνου Λουκάκη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επαναπροσδιορίζει τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τον χώρο, είτε αφορά το ελληνικό τοπίο, συνολικά, είτε τον γενέθλιο τόπο, ειδικά.

Η παρούσα εισήγηση στοχεύει να αναδείξει όψεις, με τις οποίες το ελληνικό τοπίο και η γενέθλια γη εγγράφονται στο έργο του Μάνου Λουκάκη, τον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίο ο ποιητής αξιοποιεί την έννοια του τόπου, αποστασιοποιούμενος από την παραδοσιακή, περιγραφική ή εξιδανικευτική του αναπαράσταση στον ποιητικό λόγο και προτείνοντας, αντίθετα, μια εσωτερικευμένη, διακριτική ή/και υπαινικτική πρόσληψή του.

 

Το ελληνικό τοπίο στη νεοελληνική ποίηση

Η έννοια του τοπίου έχει διαμορφωθεί μέσα από μακρά ποιητική παράδοση, όπου η φύση συνδέεται άμεσα με την ελληνικότητα, την πολιτισμική ταυτότητα τη συλλογική μνήμη και την ποιητική αναζήτηση, αποκτώντας συχνά ιδεατή ή/και μεταφυσική διάσταση. Η θάλασσα, το φως, η νησιώτικη ατμόσφαιρα, οι κορυφογραμμές των ορέων, όλα λειτουργούν ως φυσικοί αλλά και συμβολικοί τόποι, με πολλαπλές συμπαραδηλώσεις και σημασιοδοτήσεις.

Ωστόσο, στη μεταγενέστερη ποιητική παραγωγή παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση. Το τοπίο απογυμνώνεται από την εξιδανίκευσή του και μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής διερεύνησης. Η ποιητική παραγωγή του Μάνου Λουκάκη αποτυπώνει αυτήν την τάση, χωρίς όμως να την ακολουθεί πιστά. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι το τοπίο, χωρίς να απορρίπτεται, μετασχηματίζεται σε κάτι πιο εσωτερικό, λιγότερο ορατό και περισσότερο βιωματικό. Δεν εμφανίζεται ως αύταρκες φυσικό σκηνικό, αλλά ως σύνθετη ποιητική κατασκευή, όπου η μνήμη, η εμπειρία, ο χρόνος, η ταυτότητα και η γλωσσική επεξεργασία συνδιαμορφώνουν μια ξεχωριστή εσωτερική γεωγραφία.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Παναγιώτης Αγγελόπουλος, «Ιστορία των ρευμάτων», εκδ. Ίκαρος, 2026 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος ταξιδεύει και μας ταξιδεύει με όχημα την δεξιοτεχνική του μεστή αφήγηση, (σημάδι ευδιάκριτο από την πρώτη του κιόλας πρώτη εμφάνιση το 2017) τις λέξεις και τη μαγεία τους έτσι όπως αρμονικά συναντιούνται και δένουν η μία στο πλευρό της άλλης και, σε στέρεο έδαφος ρίχνουν θεμέλια και χτίζουν μικρές ιστορίες σαν δέντρα ακλόνητα.

Με όχημα του κόσμου τη σκοτεινιά και το θάμπος, τις θύελλες και τα ρεύματα των νερών και των καιρών, την ηχώ της ησυχίας και τους παφλασμούς των στοχασμών που σαν κύματα απλώνονται πάνω στην άμμο, σε μια προκυμαία, σε μια μακρινή χώρα, σ’ ένα μικρό δρόμο, σε μια λεωφόρο, στα συναισθήματα που μεταβολίζονται και παίρνουν το σχήμα μιας ανταύγειας της θάλασσας.

Ο νεαρός δημιουργός πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2017 από τις εκδόσεις Σμίλη με την ποιητική συλλογή «Η στάχτη στον ουρανίσκο» που προκάλεσε θετικές εντυπώσεις καθώς ήταν ένα ποιητικό δείγμα βαθιάς ωριμότητας καμωμένη από έναν νέο ηλικιακά ποιητή. Κι ακολούθησε το ημερολογιακής / ποιητικής σύλληψης και δομής «Ανάμεσα στους ήλιους», το 2021, από τις εκδόσεις Ίκαρος, ένας ευσύνοπτος τόμος ταξιδιωτικών αφηγημάτων όπου ο ποιητικός λόγος του Αγγελόπουλου μπαίνει σφήνα μέσα στην πρόζα και γίνονται μαζί διαδρομή με εικόνες του ελληνικού καλοκαιριού στην έντασή του και στη νωθρότητα των καυτών μεσημεριών του. 2023 και ήρθε το επόμενο έξοχο βήμα του Αγγελόπουλου με τίτλο «Σώσε τη θύελλα», ολιγοσέλιδο μεν πυκνό και πλούσιο νοημάτων δε, με πρωτοπρόσωπες διηγήσεις. Κι εδώ, πρόζα και ποιητικός στοχασμός γίνονται ένα με το παιχνίδισμα των λέξεων, με διαδρομές σε συναισθήματα, εναλλαγές τοπίων, ενατενίσεις και ψίθυρους στο εδώ και στο εκεί της πόλης, της χώρας, του κόσμου.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

 Γιάννης Τόμπρος, «Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες», Υψικάμινος, 2025 (γράφει ο Ν. Γ. Λυκομήτρος)

«Θραύσματα ιαπωνικής ευαισθησίας»

 

 

Στην πρώτη του συλλογή με τίτλο «Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες» (Εκδόσεις Υψικάμινος) ο πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής Γιάννης Τόμπρος επιλέγει να ασχοληθεί με την άκρως απαιτητική φόρμα του χαϊκού, το οποίο είναι ιδιαίτερα αγαπητό στη χώρα μας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρξε κάποτε ο Ελληνικός Κύκλος Χαϊκού (ΕΛ.ΚΥ.ΧΑ.), τα μέλη του οποίου κατέβαλλαν σημαντικές προσπάθειες για τη διάδοση του χαϊκού στην Ελλάδα και για την καταγραφή της εγχώριας παραγωγής.

Το εξώφυλλο του βιβλίου, το οποίο σχεδίασε ο Ευστράτιος Τζαμπαλάτης, κοσμεί μια ατμοσφαιρική φωτογραφία που απεικονίζει μια γυναικεία μορφή να διασχίζει ένα αστικό πάρκο εν μέσω πυκνής ομίχλης. Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι η γυναίκα του εξωφύλλου λειτουργεί ως alter egoτου ποιητή, ο οποίος, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στοχάζεται μόνος μέσα σε ένα θολό και αστικό τοπίο.

Των ποιημάτων προηγείται ένα μονοσέλιδο εισαγωγικό κείμενο με τίτλο «Αντί προλόγου», στο οποίο ο Τόμπρος διευκρινίζει ότι ακολουθεί μια «σύγχρονη τάση» (σελ. 7), που υπαγορεύει την απομάκρυνση από την «τυποποιημένη θεματολογία» του είδους. Αυτό δεν τον εμποδίζει να διατηρήσει «τη φόρμα των 17 συλλαβών», δίνοντας, ωστόσο, «έναν πιο ελεύθερο τόνο» στη γραφή του και κάνοντας, παράλληλα, χρήση της τεχνικής του «μαγικού ρεαλισμού».

Η συλλογή χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες. Η πρώτη εξ αυτών έχει τίτλο «Της περισυλλογής».Περιλαμβάνει 35 χαϊκού, τα οποία, όπως προδίδει και ο τίτλος, έχουν στοχαστικό χαρακτήρα. Ο ποιητής πραγματοποιεί μια περιδιάβαση σε τόπους νοητούς, όπου αναμετράται με τη νοσταλγία, τη μνήμη και τη μοναξιά.

 

«Η νοσταλγία/ανίατη ανάγκη/μεταφυσική» (σελ. 11)

«Μια στενοχώρια/ξεμπάρκαρε εσχάτως/από τη μνήμη» (σελ. 16)

«Μ’ αναζήτησες/μα είμαι χωρίς Θεό/μόνος, στους δρόμους» (σελ. 18)

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Δημητριάδης, «Κατάλογοι 1-14», εκδ. Το ροδακιό, 2018 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

            Η Σπατάλη της Γλώσσας: Οι Κατάλογοι ως Τελετουργία Εξάντλησης

 

            Ο Δημήτρης Δημητριάδης γράφει σαν να έχει ήδη διαπράξει το έγκλημα της γραφής,αλλά δεν το κάνει για να εγκωμιάσει το έγκλημα,  αλλά για να κρατήσει ζωντανά τα απομεινάρια του εγκλήματος κατά της γλώσσας ως Λογικής.

Οι Κατάλογοι δεν είναι μια απλή ποιητική χειρονομία· είναι η εμμονή της απαρίθμησης ως πράξη σπατάλης, ως τελετουργία εξάντλησης, ως επιμονή σ’ ένα πλεόνασμα που δεν επιστρέφει ποτέ στην οικονομία του νοήματος. Τη στιγμή που η γλώσσα υποτίθεται ότι οργανώνει μια δομή νοήματος, την ίδια στιγμήαποδιοργανώνεται· εκεί όπου θα έπρεπε να συγκρατεί, αφήνεται να διαρρεύσει. Κάθε στοιχείο που προστίθεται δεν ενισχύει τη συνοχή, αλλά τη διαβρώνει. Η απαρίθμηση μετατρέπεται σε μια σχεδόν ερωτική υπερβολή: όσο περισσότερο λέγεται, τόσο λιγότερο σημαίνει. Και όμως, μέσα σε αυτή τη μείωση της σημασίας, αναδύεται μια ένταση σχεδόν ιεροτελεστική—σαν η ίδια η γλώσσα να οδηγείται στη θυσία της.

Πρόκεται για τον σφοδρό, αιμοσταγή και αιμοδιψή σπινοζισμό της εξάντλησης. Οι Κατάλογοι δεν διατηρούν· καταναλώνουν, κανιβαλίζουν το αντικείμενό τους, το φθείρουν, το οδηγούν σε μια αργή διάλυση. Η μορφή τους, εκ πρώτης όψεως απλή, προϋποθέτει το άπειρο: κάθε κατάλογος είναι ένα απόσπασμα ενός μεγαλύτερου, αδύνατου συνόλου. Δεν ολοκληρώνεται ποτέ—εγκαταλείπεται. Και σε αυτή την εγκατάλειψη βρίσκεται η βαθύτερη του αλήθεια. Η γλώσσα, απαλλαγμένη από τον σκοπό της, απογυμνώνεται και εκτίθεται ως ένα πληγωμένο σώμα: ένα σώμα που διογκώνεται, που πάσχει από υπερπληθώρα πληγών, που πλησιάζει στην ασφυξία του έρωτα. Η επανάληψη λειτουργεί σαν παλμός, όχι ζωής αλλά της ύστατης εξάντλησης—ένας ρυθμός που επιμένει μέχρι να καταρρεύσει.

Σε αυτή τη γραφή  το υποκείμενο δεν καταργείται απλώς—διαλύεται. Δεν υπάρχει «εγώ» που να οργανώνει την εμπειρία· υπάρχει μια φωνή που λειτουργεί σαν μηχανισμός καταγραφής μιας ήδη διαρρηγμένης πραγματικότητας. Η απαρίθμηση γίνεται έτσι κάτι σαν νεκροτομή: όχι καταγραφή πραγμάτων, αλλά καταγραφή νεκρών. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στο κέντρο· βρίσκεται διασκορπισμένος μέσα στη γλώσσα που τον υπερβαίνει, μια γλώσσα που υπερβαίνει τη Λογική, μια γλώσσα που υπερβαίνει τη γλώσσα ως Λόγο.         

Διαβάστε περισσότερα