Δημήτρης Δημητριάδης, «Ανθρωπωδία» (εκδ. Καστανιώτη, Σμίλη & Ιανός) [γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης]
9Ιου
Η Βία της Οικειότητας
Κατηγορία
Η Βία της Οικειότητας
Εισαγωγή
Το ελληνικό τοπίο, γενικά, και η γενέθλια γη, ειδικά, αποτελούν σταθερούς και πολυσήμαντους άξονες της νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης. Από τη ρομαντική πρόσληψη της φύσης έως τη μοντερνιστική και μετανεωτεριστική της έκφανση, ο χώρος λειτουργεί όχι μόνο ως αισθητικό πλαίσιο, αλλά και ως φορέας μνήμης, ταυτότητας και πολιτισμικής επίγνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η ποίηση του Μάνου Λουκάκη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επαναπροσδιορίζει τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τον χώρο, είτε αφορά το ελληνικό τοπίο, συνολικά, είτε τον γενέθλιο τόπο, ειδικά.
Η παρούσα εισήγηση στοχεύει να αναδείξει όψεις, με τις οποίες το ελληνικό τοπίο και η γενέθλια γη εγγράφονται στο έργο του Μάνου Λουκάκη, τον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίο ο ποιητής αξιοποιεί την έννοια του τόπου, αποστασιοποιούμενος από την παραδοσιακή, περιγραφική ή εξιδανικευτική του αναπαράσταση στον ποιητικό λόγο και προτείνοντας, αντίθετα, μια εσωτερικευμένη, διακριτική ή/και υπαινικτική πρόσληψή του.
Το ελληνικό τοπίο στη νεοελληνική ποίηση
Η έννοια του τοπίου έχει διαμορφωθεί μέσα από μακρά ποιητική παράδοση, όπου η φύση συνδέεται άμεσα με την ελληνικότητα, την πολιτισμική ταυτότητα τη συλλογική μνήμη και την ποιητική αναζήτηση, αποκτώντας συχνά ιδεατή ή/και μεταφυσική διάσταση. Η θάλασσα, το φως, η νησιώτικη ατμόσφαιρα, οι κορυφογραμμές των ορέων, όλα λειτουργούν ως φυσικοί αλλά και συμβολικοί τόποι, με πολλαπλές συμπαραδηλώσεις και σημασιοδοτήσεις.
Ωστόσο, στη μεταγενέστερη ποιητική παραγωγή παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση. Το τοπίο απογυμνώνεται από την εξιδανίκευσή του και μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής διερεύνησης. Η ποιητική παραγωγή του Μάνου Λουκάκη αποτυπώνει αυτήν την τάση, χωρίς όμως να την ακολουθεί πιστά. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι το τοπίο, χωρίς να απορρίπτεται, μετασχηματίζεται σε κάτι πιο εσωτερικό, λιγότερο ορατό και περισσότερο βιωματικό. Δεν εμφανίζεται ως αύταρκες φυσικό σκηνικό, αλλά ως σύνθετη ποιητική κατασκευή, όπου η μνήμη, η εμπειρία, ο χρόνος, η ταυτότητα και η γλωσσική επεξεργασία συνδιαμορφώνουν μια ξεχωριστή εσωτερική γεωγραφία.
Διαβάστε περισσότεραΟ νεαρός δημιουργός πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2017 από τις εκδόσεις Σμίλη με την ποιητική συλλογή «Η στάχτη στον ουρανίσκο» που προκάλεσε θετικές εντυπώσεις καθώς ήταν ένα ποιητικό δείγμα βαθιάς ωριμότητας καμωμένη από έναν νέο ηλικιακά ποιητή. Κι ακολούθησε το ημερολογιακής / ποιητικής σύλληψης και δομής «Ανάμεσα στους ήλιους», το 2021, από τις εκδόσεις Ίκαρος, ένας ευσύνοπτος τόμος ταξιδιωτικών αφηγημάτων όπου ο ποιητικός λόγος του Αγγελόπουλου μπαίνει σφήνα μέσα στην πρόζα και γίνονται μαζί διαδρομή με εικόνες του ελληνικού καλοκαιριού στην έντασή του και στη νωθρότητα των καυτών μεσημεριών του. 2023 και ήρθε το επόμενο έξοχο βήμα του Αγγελόπουλου με τίτλο «Σώσε τη θύελλα», ολιγοσέλιδο μεν πυκνό και πλούσιο νοημάτων δε, με πρωτοπρόσωπες διηγήσεις. Κι εδώ, πρόζα και ποιητικός στοχασμός γίνονται ένα με το παιχνίδισμα των λέξεων, με διαδρομές σε συναισθήματα, εναλλαγές τοπίων, ενατενίσεις και ψίθυρους στο εδώ και στο εκεί της πόλης, της χώρας, του κόσμου.
Διαβάστε περισσότερα
Το εξώφυλλο του βιβλίου, το οποίο σχεδίασε ο Ευστράτιος Τζαμπαλάτης, κοσμεί μια ατμοσφαιρική φωτογραφία που απεικονίζει μια γυναικεία μορφή να διασχίζει ένα αστικό πάρκο εν μέσω πυκνής ομίχλης. Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι η γυναίκα του εξωφύλλου λειτουργεί ως alter egoτου ποιητή, ο οποίος, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στοχάζεται μόνος μέσα σε ένα θολό και αστικό τοπίο.
Των ποιημάτων προηγείται ένα μονοσέλιδο εισαγωγικό κείμενο με τίτλο «Αντί προλόγου», στο οποίο ο Τόμπρος διευκρινίζει ότι ακολουθεί μια «σύγχρονη τάση» (σελ. 7), που υπαγορεύει την απομάκρυνση από την «τυποποιημένη θεματολογία» του είδους. Αυτό δεν τον εμποδίζει να διατηρήσει «τη φόρμα των 17 συλλαβών», δίνοντας, ωστόσο, «έναν πιο ελεύθερο τόνο» στη γραφή του και κάνοντας, παράλληλα, χρήση της τεχνικής του «μαγικού ρεαλισμού».
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες. Η πρώτη εξ αυτών έχει τίτλο «Της περισυλλογής».Περιλαμβάνει 35 χαϊκού, τα οποία, όπως προδίδει και ο τίτλος, έχουν στοχαστικό χαρακτήρα. Ο ποιητής πραγματοποιεί μια περιδιάβαση σε τόπους νοητούς, όπου αναμετράται με τη νοσταλγία, τη μνήμη και τη μοναξιά.
«Η νοσταλγία/ανίατη ανάγκη/μεταφυσική» (σελ. 11)
«Μια στενοχώρια/ξεμπάρκαρε εσχάτως/από τη μνήμη» (σελ. 16)
«Μ’ αναζήτησες/μα είμαι χωρίς Θεό/μόνος, στους δρόμους» (σελ. 18)
Διαβάστε περισσότερα
Πρόκεται για τον σφοδρό, αιμοσταγή και αιμοδιψή σπινοζισμό της εξάντλησης. Οι Κατάλογοι δεν διατηρούν· καταναλώνουν, κανιβαλίζουν το αντικείμενό τους, το φθείρουν, το οδηγούν σε μια αργή διάλυση. Η μορφή τους, εκ πρώτης όψεως απλή, προϋποθέτει το άπειρο: κάθε κατάλογος είναι ένα απόσπασμα ενός μεγαλύτερου, αδύνατου συνόλου. Δεν ολοκληρώνεται ποτέ—εγκαταλείπεται. Και σε αυτή την εγκατάλειψη βρίσκεται η βαθύτερη του αλήθεια. Η γλώσσα, απαλλαγμένη από τον σκοπό της, απογυμνώνεται και εκτίθεται ως ένα πληγωμένο σώμα: ένα σώμα που διογκώνεται, που πάσχει από υπερπληθώρα πληγών, που πλησιάζει στην ασφυξία του έρωτα. Η επανάληψη λειτουργεί σαν παλμός, όχι ζωής αλλά της ύστατης εξάντλησης—ένας ρυθμός που επιμένει μέχρι να καταρρεύσει.
Σε αυτή τη γραφή το υποκείμενο δεν καταργείται απλώς—διαλύεται. Δεν υπάρχει «εγώ» που να οργανώνει την εμπειρία· υπάρχει μια φωνή που λειτουργεί σαν μηχανισμός καταγραφής μιας ήδη διαρρηγμένης πραγματικότητας. Η απαρίθμηση γίνεται έτσι κάτι σαν νεκροτομή: όχι καταγραφή πραγμάτων, αλλά καταγραφή νεκρών. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στο κέντρο· βρίσκεται διασκορπισμένος μέσα στη γλώσσα που τον υπερβαίνει, μια γλώσσα που υπερβαίνει τη Λογική, μια γλώσσα που υπερβαίνει τη γλώσσα ως Λόγο.
Διαβάστε περισσότερα